Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [9740-9760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
8857βεβήλωσηβε-βή-λω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βεβηλώνω: ~ εικόνων/έργων τέχνης/θρησκευτικών συμβόλων/των ιερών και των οσίων (πβ. ιεροσυλία)/σημαίας/τάφων (πβ. σύληση). Πβ. μίασμα, σπίλωση. [< μτγν. βεβήλωσις]
8858βεβιασμένος, η, ο βε-βι-α-σμέ-νος επίθ. (λόγ.): που συντελείται με βιασύνη λόγω χρονικής συνήθ. πίεσης· κατ' επέκτ. εξαναγκασμένος: ~ος: χειρισμός μιας υπόθεσης. ~η: απόφαση. ~ο: συμπέρασμα. ~ες: ενέργειες/κινήσεις. ~α: βήματα. Πβ. βιαστικός, εσπευσμένος, πρόχειρος.|| ~ο: χαμόγελο. Πβ. επιτηδευμένος, προσποιητός. ● επίρρ.: βεβιασμένα ● βλ. βιάζω [< μτγν. βεβιασμένος]
8859βεγγαλικόβεγ-γα-λι-κό ουσ. (ουδ.): πυροτέχνημα: Ο ουρανός φωτίστηκε από τα ~ά. Βλ. κροτίδα. [< αγγλ. Bengal light]
8860βεγγέραβεγ-γέ-ρα ουσ. (θηλ.) & βεγκέρα (λαϊκό): βραδινή ψυχαγωγική συγκέντρωση, συνήθ. σε σπίτι. Πβ. σουαρέ. Βλ. επίσκεψη, εσπερίδα. [< γενοβέζικο veggera]
8861βέγκανβλ. βίγκαν
58736βεγκέ & βενγκέβε-γκέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πολύ σκούρο καφέ χρώμα. [< γαλλ. wengé, 1964]
8862ΒέδεςΒέ-δες ουσ. (θηλ.) (οι) {Βεδών}: ΘΡΗΣΚ. τα αρχαιότερα ιερά κείμενα του ινδουισμού (2η χιλιετία π.Χ.), γραμμένα στη σανσκριτική γλώσσα. [< γαλλ. (les) Védas]
8863βεδικός, ή, ό βε-δι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τις Βέδες. ● Ουσ.: Βεδική (η): αρχαϊκή μορφή της σανσκριτικής γλώσσας, στην οποία είναι γραμμένες οι Βέδες. [< γαλλ. védique]
8864βεδουίνοςβε-δου-ί-νος ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ. | σπάν. θηλ. βεδουίνα}: ΕΘΝΟΛ. μέλος νομαδικής φυλής Αράβων που ζει στις ερήμους της Μέσης Ανατολής και της Β. Αφρικής. [< ιταλ. beduino, γαλλ. bédouin]
8865ΒΕΕ(το): Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος.
8866ΒεελζεβούλΒε-ελ-ζε-βούλ ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & Βελζεβούλ: ο Διάβολος, ο Σατανάς. Πβ. Βελζεβούλης. [< μτγν. Βεελζεβούλ]
8867βεζίρηςβε-ζί-ρης ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. τίτλος ανώτατου αξιωματούχου στα μουσουλμανικά κράτη, ιδ. στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πβ. χαλίφης. ● ΣΥΜΠΛ.: Μέγας Βεζίρης: ΙΣΤ. (στην Οθωμανική Αυτοκρατορία) βεζίρης με αυξημένα στρατιωτικά, νομοθετικά, διοικητικά κ.ά. καθήκοντα, ως μοναδικός πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Σουλτάνου. ● ΦΡ.: χαλίφης στη θέση του χαλίφη/βεζίρης στη θέση του βεζίρη βλ. χαλίφης [< μεσν. βεζίρης]
8868βελάδαβε-λά-δα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): επίσημο ανδρικό μαύρο ένδυμα, παρόμοιο με φράκο. Πβ. ρεντικότα. [< βεν. velada]
8869βελάζειβε-λά-ζει ρ. (αμτβ.) {βελάζ-οντας}: (για πρόβατο ή κατσίκι) βγάζει τον χαρακτηριστικό ήχο μπε. [< μεσν. βελάζω]
8870βελανίδιβε-λα-νί-δι ουσ. (ουδ.) & βαλανίδι: ΒΟΤ. ο καρπός της βελανιδιάς, μαλακό κάρυο με ξυλώδες περικάρπιο και σχήμα ωοειδές σαν κύπελλο, που αποτελεί θρεπτική τροφή για τα ζώα, κυρ. τους χοίρους. Βλ. -ίδι. [< μεσν. βελανίδι, βαλανίδι]
8871βελανιδιάβε-λα-νι-διά ουσ. (θηλ.) & βαλανιδιά: ΒΟΤ. είδος φυλλοβόλων ή αειθαλών δένδρων ή θάμνων (οικογ. Fagaceae, γένος Quercus)· συνεκδ. το άριστης ποιότητας ξύλο τους που χρησιμοποιείται ιδ. στην επιπλοποιία: ήμερη ~. Βλ. πουρνάρι, φηγός.|| Βαρέλι/επένδυση από ~. ΣΥΝ. δρυς
8872βέλασμαβέ-λα-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του βελάζω.
8873βελατούραβε-λα-τού-ρα ουσ. (θηλ.): άσπρη μπογιά μεγάλης καλυπτικότητας, που χρησιμοποιείται ως υπόστρωμα πριν από το βάψιμο επιφανειών με το τελικό χρώμα: ~ νερού. Αντισκωριακά-~ες. Πβ. αστάρι. [< ιταλ. velatura]
8874βέλβετβέλ-βετ επίθ. {άκλ.}: ΤΥΠΟΓΡ. (για χαρτί που χρησιμοποιείται κυρ. σε αφίσες, διαφημιστικά φυλλάδια) λείο, ελαφρώς γυαλιστερό. Πβ. γλασέ, ιλουστρασιόν. Βλ. γκοφρέ. [< αγγλ. velvet]
8875βελγικός, ή, ό βελ-γι-κός επίθ. & (προφ.) βέλγικος: που σχετίζεται με το Βέλγιο ή/και τους Βέλγους. [< γαλλ. belge]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.