| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 8857 | βεβήλωση | βε-βή-λω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βεβηλώνω: ~ εικόνων/έργων τέχνης/θρησκευτικών συμβόλων/των ιερών και των οσίων (πβ. ιεροσυλία)/σημαίας/τάφων (πβ. σύληση). Πβ. μίασμα, σπίλωση. [< μτγν. βεβήλωσις] | |
| 8858 | βεβιασμένος | , η, ο βε-βι-α-σμέ-νος επίθ. (λόγ.): που συντελείται με βιασύνη λόγω χρονικής συνήθ. πίεσης· κατ' επέκτ. εξαναγκασμένος: ~ος: χειρισμός μιας υπόθεσης. ~η: απόφαση. ~ο: συμπέρασμα. ~ες: ενέργειες/κινήσεις. ~α: βήματα. Πβ. βιαστικός, εσπευσμένος, πρόχειρος.|| ~ο: χαμόγελο. Πβ. επιτηδευμένος, προσποιητός. ● επίρρ.: βεβιασμένα ● βλ. βιάζω [< μτγν. βεβιασμένος] | |
| 8859 | βεγγαλικό | βεγ-γα-λι-κό ουσ. (ουδ.): πυροτέχνημα: Ο ουρανός φωτίστηκε από τα ~ά. Βλ. κροτίδα. [< αγγλ. Bengal light] | |
| 8860 | βεγγέρα | βεγ-γέ-ρα ουσ. (θηλ.) & βεγκέρα (λαϊκό): βραδινή ψυχαγωγική συγκέντρωση, συνήθ. σε σπίτι. Πβ. σουαρέ. Βλ. επίσκεψη, εσπερίδα. [< γενοβέζικο veggera] | |
| 8861 | βέγκαν | βλ. βίγκαν | |
| 58736 | βεγκέ & βενγκέ | βε-γκέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πολύ σκούρο καφέ χρώμα. [< γαλλ. wengé, 1964] | |
| 8862 | Βέδες | Βέ-δες ουσ. (θηλ.) (οι) {Βεδών}: ΘΡΗΣΚ. τα αρχαιότερα ιερά κείμενα του ινδουισμού (2η χιλιετία π.Χ.), γραμμένα στη σανσκριτική γλώσσα. [< γαλλ. (les) Védas] | |
| 8863 | βεδικός | , ή, ό βε-δι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τις Βέδες. ● Ουσ.: Βεδική (η): αρχαϊκή μορφή της σανσκριτικής γλώσσας, στην οποία είναι γραμμένες οι Βέδες. [< γαλλ. védique] | |
| 8864 | βεδουίνος | βε-δου-ί-νος ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ. | σπάν. θηλ. βεδουίνα}: ΕΘΝΟΛ. μέλος νομαδικής φυλής Αράβων που ζει στις ερήμους της Μέσης Ανατολής και της Β. Αφρικής. [< ιταλ. beduino, γαλλ. bédouin] | |
| 8865 | ΒΕΕ | (το): Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος. | |
| 8866 | Βεελζεβούλ | Βε-ελ-ζε-βούλ ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & Βελζεβούλ: ο Διάβολος, ο Σατανάς. Πβ. Βελζεβούλης. [< μτγν. Βεελζεβούλ] | |
| 8867 | βεζίρης | βε-ζί-ρης ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. τίτλος ανώτατου αξιωματούχου στα μουσουλμανικά κράτη, ιδ. στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πβ. χαλίφης. ● ΣΥΜΠΛ.: Μέγας Βεζίρης: ΙΣΤ. (στην Οθωμανική Αυτοκρατορία) βεζίρης με αυξημένα στρατιωτικά, νομοθετικά, διοικητικά κ.ά. καθήκοντα, ως μοναδικός πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Σουλτάνου. ● ΦΡ.: χαλίφης στη θέση του χαλίφη/βεζίρης στη θέση του βεζίρη βλ. χαλίφης [< μεσν. βεζίρης] | |
| 8868 | βελάδα | βε-λά-δα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): επίσημο ανδρικό μαύρο ένδυμα, παρόμοιο με φράκο. Πβ. ρεντικότα. [< βεν. velada] | |
| 8869 | βελάζει | βε-λά-ζει ρ. (αμτβ.) {βελάζ-οντας}: (για πρόβατο ή κατσίκι) βγάζει τον χαρακτηριστικό ήχο μπε. [< μεσν. βελάζω] | |
| 8870 | βελανίδι | βε-λα-νί-δι ουσ. (ουδ.) & βαλανίδι: ΒΟΤ. ο καρπός της βελανιδιάς, μαλακό κάρυο με ξυλώδες περικάρπιο και σχήμα ωοειδές σαν κύπελλο, που αποτελεί θρεπτική τροφή για τα ζώα, κυρ. τους χοίρους. Βλ. -ίδι. [< μεσν. βελανίδι, βαλανίδι] | |
| 8871 | βελανιδιά | βε-λα-νι-διά ουσ. (θηλ.) & βαλανιδιά: ΒΟΤ. είδος φυλλοβόλων ή αειθαλών δένδρων ή θάμνων (οικογ. Fagaceae, γένος Quercus)· συνεκδ. το άριστης ποιότητας ξύλο τους που χρησιμοποιείται ιδ. στην επιπλοποιία: ήμερη ~. Βλ. πουρνάρι, φηγός.|| Βαρέλι/επένδυση από ~. ΣΥΝ. δρυς | |
| 8872 | βέλασμα | βέ-λα-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του βελάζω. | |
| 8873 | βελατούρα | βε-λα-τού-ρα ουσ. (θηλ.): άσπρη μπογιά μεγάλης καλυπτικότητας, που χρησιμοποιείται ως υπόστρωμα πριν από το βάψιμο επιφανειών με το τελικό χρώμα: ~ νερού. Αντισκωριακά-~ες. Πβ. αστάρι. [< ιταλ. velatura] | |
| 8874 | βέλβετ | βέλ-βετ επίθ. {άκλ.}: ΤΥΠΟΓΡ. (για χαρτί που χρησιμοποιείται κυρ. σε αφίσες, διαφημιστικά φυλλάδια) λείο, ελαφρώς γυαλιστερό. Πβ. γλασέ, ιλουστρασιόν. Βλ. γκοφρέ. [< αγγλ. velvet] | |
| 8875 | βελγικός | , ή, ό βελ-γι-κός επίθ. & (προφ.) βέλγικος: που σχετίζεται με το Βέλγιο ή/και τους Βέλγους. [< γαλλ. belge] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ