| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 8876 | Βέλγος, Βελγίδα | Βέλ-γος επίθ./ουσ. {κ. σπανιότ. θηλ. Βέλγα}: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στο Βέλγιο ή κατάγεται από αυτό ή έχει αποκτήσει τη βελγική υπηκοότητα. | |
| 8877 | βελέντζα | βε-λέ-ντζα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-κυρ. παλαιότ.): βαρύ και χοντρό κλινοσκέπασμα, συνήθ. μάλλινο. Πβ. κουβέρτα, μπατανία. Βλ. κιλίμι, κουρελού, φλοκάτη. [< μεσν. βαλέντζα, βελέντζα] | |
| 8878 | Βελζεβούλ | βλ. Βεελζεβούλ | |
| 8879 | βελζεβούλης | βελ-ζε-βού-λης ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Β) ο Διάβολος. Πβ. Βεελζεβούλ. 2. (μτφ.) κατεργάρης, παμπόνηρος. | |
| 8880 | βεληγκέκας | βε-λη-γκέ-κας ουσ. (αρσ.) 1. (κ. με κεφαλ. Β) ένας από τους χαρακτήρες του ελληνικού θεάτρου σκιών, Τουρκαλβανός στην καταγωγή, ο οποίος παίζει κυρ. το ρόλο του εκτελεστικού οργάνου του πασά. 2. (σπάν.-μτφ.) πρόσωπο που χρησιμοποιεί βία ή εκφοβίζει τους άλλους, για να επιβληθεί. Πβ. δερβέναγας. [< τουρκ. Veli-Gek, αλβ. ανθρ. Βεληγκέκας] | |
| 8881 | βεληνεκές | βε-λη-νε-κές ουσ. (ουδ.) {βεληνεκ-ούς | -ή} 1. ΣΤΡΑΤ. η οριζόντια απόσταση ανάμεσα στο σημείο εκτόξευσης του βλήματος και στο σημείο πτώσης του· γενικότ. η μέγιστη έκταση στην οποία μπορεί να λειτουργήσει κάτι αποτελεσματικά: δραστικό/ωφέλιμο ~. ~ όπλου/πυραύλου. Εκτός/εντός ~ούς. Οπλικά συστήματα μεγάλου ~ούς. Προσβολή στόχων σε ~ή μέχρι ... μέτρα.|| Ραντάρ με ~ ... χλμ. (: η μέγιστη απόσταση στην οποία μπορεί να ανιχνεύσει έναν στόχο). 2. (μτφ.) το εύρος της απήχησης κάποιου: εμπορικό/πολιτικό ~. Το ~ της φήμης του. Προσωπικότητες διεθνούς/παγκόσμιου ~ούς (= κύρους). Πβ. εμβέλεια. Βλ. ειδικό βάρος. [< γαλλ. portée] | |
| 8883 | βέλκρο | βέλ-κρο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αυτοκόλλητο κούμπωμα από νάιλον ύφασμα: ταινία (τύπου) ~. Πατ/τσέπη με ~. Θήκη που κλείνει με ~ ή φερμουάρ. Πβ. σκρατς. Βλ. κόπιτσα. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. velcro, 1958] | |
| 8884 | βέλο | βέ-λο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κάλυμμα του γυναικείου προσώπου από λεπτό, διάφανο, δικτυωτό ή δαντελωτό ύφασμα και ειδικότ. το πέπλο της νύφης: καπέλο με ~. Βλ. καλύπτρα, μαντίλα, πλερέζα. [< μεσν. βέλο < ιταλ. velo] | |
| 8885 | βελόνα | βε-λό-να ουσ. (θηλ.) {-ων κ. βελον-ών} & (λόγ.) βελόνη 1. μικρό λεπτό και στενόμακρο μεταλλικό αντικείμενο, με μυτερή άκρη και οπή στο άνω άκρο του για το πέρασμα κλωστής, το οποίο χρησιμοποιείται για ράψιμο και κέντημα: λεπτή/χοντρή ~. ~ες ραπτομηχανής. Το κεφάλι/η μύτη της ~ας. ~ες και μασουράκια. Έραψε το κουμπί/το σχισμένο ρούχο με ~. Τρύπησε το δάχτυλό της με τη ~. Δεν έχει πιάσει ~ στο χέρι της (= δεν έχει ράψει ποτέ της). Πβ. βελόνι, σακοράφα. Βλ. καρφίτσα. 2. (κατ' επέκτ.) αντικείμενο που μοιάζει με βελόνα, συνήθ. χωρίς οπή: ακίδα ~ας. ~ ελεύθερου σχεδίου. Αποτρίχωση με ~. (στον βελονισμό:) Τοποθέτηση ~ών στο σώμα.|| (ΙΑΤΡ.) Χειρουργικές ~ες ραφής εντέρων.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ βαλβίδας/τροφοδοσίας καυσίμου (: που ρυθμίζει την ποσότητα). Ρουλεμάν με ~ες. 3. ΙΑΤΡ. στενόμακρη σωληνοειδής μεταλλική ράβδος με αιχμηρό άκρο που προσαρμόζεται σε σύριγγα για εισαγωγή ή εξαγωγή υγρών από το σώμα: αποστειρωμένη/υποδερμική ~. Αφαίμαξη/παρακέντηση με ~. Μετάδοση ιού από μολυσμένη ~. ~ες για ενδοφλέβιες εγχύσεις. 4. το αιχμηρό άκρο βραχίονα σε συσκευή: ~ σεισμογράφου.|| (παλαιότ.) ~ γραμμοφώνου/πικάπ/φωνογράφου. 5. ΤΕΧΝΟΛ. δείκτης -συνήθ. με μορφή βέλους- σε όργανα μέτρησης ή προσανατολισμού: μαγνητική ~/η ~ της πυξίδας. ~ αμπερόμετρου/κοντέρ/πιεσόμετρου/ραδιοφώνου. ● βελόνες (οι) 1. οι δύο μακρόστενες μεταλλικές ή συνήθ. πλαστικές ράβδοι, με αμβλύ το άνω άκρο τους και μυτερό το κάτω, που χρησιμοποιούνται για το πλέξιμο. Βλ. βελονάκι. 2. ΒΟΤ. τα βελονοειδή φύλλα των κωνοφόρων: οι ~ες του πεύκου (= πευκοβελόνες). ● Υποκ.: βελονίτσα (η) ● ΦΡ.: κόλλησε η βελόνα 1. (μτφ.-ειρων.) για κάποιον που επαναλαμβάνει διαρκώς τα ίδια πράγματα και γίνεται κουραστικός. 2. (παλαιότ.-κυριολ.) στο πικάπ ή στο γραμμόφωνο., (γυρεύει/ψάχνει/ζητά) ψύλλους (/ψύλλο)/βελόνα (/βελόνες) στ' άχυρα βλ. άχυρο, δεν πέφτει καρφίτσα βλ. καρφίτσα, περνώ (κάτι) από την τρύπα/το μάτι της βελόνας βλ. τρύπα [< αρχ. βελόνη] | |
| 8886 | βελονάκι | βε-λο-νά-κι ουσ. (ουδ.): είδος βελόνας που λεπταίνει προς την αιχμή, σχηματίζοντας άγκιστρο· συνεκδ. το πλέξιμο με αυτό: Εργόχειρο φτιαγμένο με το ~. Δαντέλα/κέντημα με ~. Πβ. κροσέ, τσιγκελάκι. | |
| 8887 | βελόνι | βε-λό-νι ουσ. (ουδ.) 1. βελόνα ραψίματος, πλεξίματος. 2. εργαλείο με μυτερή απόληξη: ~ και καλέμι. ~ για την κατεργασία της πέτρας. Γερανός με υδραυλικά ~ια. 3. (αργκό) το ναρκωτικό που εισάγεται στον οργανισμό με σύριγγα. ● ΦΡ.: δεν θα χάσει/σιγά μη χάσει η Βενετιά βελόνι (μτφ.-ειρων.): για απώλεια χωρίς σημαντικές συνέπειες: Αν θέλει να φύγει, ας φύγει, ~ ~. Θα βρούμε άλλο υπάλληλο. [< μεσν. βελόνιν] | |
| 8888 | βελονιά | βε-λο-νιά ουσ. (θηλ.): τρύπημα υφάσματος με βελόνα και κλωστή και συνεκδ. οι διαφορετικοί τρόποι ραφής, κεντήματος: σταυρωτή ~ (πβ. σταυρο~). Διακοσμητικές/παραδοσιακές ~ιές. Βλ. γκομπλέν, κοπανέλι, ψαροκόκαλο. ● βελονιές (οι) (μτφ.-λαϊκό): πόνος αιφνίδιος και διαπεραστικός σαν τσίμπημα με βελόνα: Νιώθω ~, μουδιάσματα στην πλάτη. Πβ. σουβλιά. | |
| 8889 | βελονίδα | βε-λο-νί-δα ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. ζαργάνα. [< μεσν. βελονίδα] | |
| 8890 | βελονισμός | βε-λο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): κινέζικη μέθοδος θεραπείας διαφόρων παθήσεων, κατά την οποία εισάγονται ειδικές βελόνες σε συγκεκριμένα σημεία του σώματος. Βλ. ηλεκτρο~, ωτο~, -ισμός. ΣΥΝ. βελονοθεραπεία [< γαλλ. acupuncture, αναβίωσε τον 20ό αι.] | |
| 8891 | βελονιστής, βελονίστρια | βε-λο-νι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με τον βελονισμό: ιατρός/φυσιοθεραπευτής-~. ~-ομοιοπαθητικός. [< αγγλ. acupuncturist, 1962] | |
| 8892 | βελονοειδής | , ής, ές βε-λο-νο-ει-δής επίθ.: που μοιάζει με βελόνα στο σχήμα: ~ής: βαλβίδα. ~ή: φύλλα. Βλ. -ειδής. [< μτγν. βελονοειδής] | |
| 8893 | βελονοθεραπεία | βε-λο-νο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): βελονισμός. | |
| 8894 | βέλος | βέ-λος ουσ. (ουδ.) {βέλ-ους | -η, -ών} 1. λεπτή, μακρόστενη και συνήθ. ξύλινη ράβδος με συνήθ. μεταλλική αιχμή στο εμπρόσθιο άκρο της και φτερά στο οπίσθιο, η οποία εξακοντίζεται από τόξο προς συγκεκριμένο στόχο: δηλητηριασμένα ~η. Εκτόξευσε/έριξε/πέταξε το ~. Βλ. φαρέτρα.|| (μτφ.) Τον χτύπησαν τα ~η του έρωτα (= ερωτεύτηκε). ΣΥΝ. σαΐτα (2) 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε μοιάζει με βέλος και δηλώνει κατεύθυνση, φορά, συνεπαγωγή: διπλό/φωτεινό ~. ~ προς τα αριστερά (: αριστερό ~)/δεξιά/κάτω/πάνω. Σελιδοδείκτης/σηματοδότης σε σχήμα ~ους. Πινακίδα με ~. Ακολουθήστε τα ~η! Βλ. βελόνα, τόξο.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Πλήκτρα ~ους. Το ποντίκι γίνεται ~ στη οθόνη (βλ. κέρσορας).|| (ΜΗΧΑΝ.) ~ κάμψης δοκού. 3. ΑΣΤΡΟΝ. (με κεφαλ. Β) μικρός αστερισμός του Βόρειου Ημισφαιρίου. Βλ. Κύκνος, Λύρα. ● βελάκια (τα): νταρτς: μπιλιάρδο και ~., βέλη (τα) (μτφ.): μομφές, υπαινιγμοί: Εξακόντισε/εξαπέλυσε τα αιχμηρά/δηλητηριώδη/φαρμακερά ~ του κατά ... Πβ. αιχμές, βολές, πυρά. ● Υποκ.: βελάκι (το): στις σημ. 1, 2. ● ΣΥΜΠΛ.: κόκκινα βέλη: διάσημο ακροβατικό σμήνος της βρετανικής πολεμικής αεροπορίας. [< αγγλ. Red Arrows] , πάρθιο(ν) βέλος βλ. πάρθιος ● ΦΡ.: βέλη στη φαρέτρα (μτφ.): όπλα, λύσεις, διέξοδοι: Με όλα τα ~ ~ της θα παραταχθεί η ομάδα (: χωρίς απουσίες βασικών παικτών). Έχει κι άλλα ~ ~ της η ελληνική αντιπροσωπεία (: εναλλακτικές προτάσεις. Πβ. άσος στο μανίκι, χρυσή εφεδρεία)., εξ οικείων/εξ ιδίων τα βέλη (λόγ.): για ύπουλο χτύπημα ή κατηγορίες που δέχεται κάποιος, κυρ. χωρίς να το περιμένει, από πρόσωπα του περιβάλλοντός του, συνήθ. στενούς συνεργάτες., σαν βέλος/ρουκέτα/σαΐτα: πολύ γρήγορα: Έφυγε ~ ~ (= αστραπή, βολίδα, σφαίρα). [< πβ. γαλλ. comme une flèche] [< 1: αρχ. βέλος 2: αγγλ. arrow 3: γαλλ. Flèche] | |
| 8895 | βελούδινος | , η, ο βε-λού-δι-νος επίθ. & βελουδένιος, ια, ιο 1. που έχει επένδυση ή είναι από βελούδο: ~ος: καναπές. ~η: κασετίνα/κουρτίνα. ~ο: κάθισμα/καπέλο/παλτό/ύφασμα/φόρεμα. ~α: καλύμματα. 2. (μτφ.) απαλός, μαλακός κυρ. στην αφή ή τη γεύση: ~ος: πουρές. ~η: αίσθηση/επιδερμίδα/υφή. ~ο: δέρμα/χάδι. ~α: χέρια.|| ~ος: ήχος. ~η: φωνή. Βλ. μεταξένιος. 3. (μτφ.) που επιτυγχάνεται με ήπιο τρόπο: ~ο: διαζύγιο (παίκτη-ομάδας)/πραξικόπημα (: χωρίς αιματοχυσίες). ● ΣΥΜΠΛ.: βελούδινη επανάσταση (κ. με κεφαλ. Β, Ε): ΙΣΤ. η αναίμακτη πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Τσεχοσλοβακία και κατ' επέκτ. κάθε ήπια, αλλά σημαντική κοινωνική αλλαγή. [< αγγλ. velvet revolution, 1989] | |
| 8896 | βελούδο | [βελοῦδο] βε-λού-δο ουσ. (ουδ.) 1. είδος υφάσματος, χνουδωτού στη μία του όψη, από βαμβάκι, μαλλί, μετάξι ή συνθετικό υλικό: βυσσινί/μαύρο/μπλε ~. Κοτλέ-~. Γάντια/μαξιλάρι/πολυθρόνα από ~. Χαρτί με υφή ~ου. Πβ. φέλπα. 2. (μτφ.) για κάτι απαλό, μαλακό: Έχει φωνή ~. [< μεσν. βελούδο] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ