Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [9780-9800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
8897βελουτέβε-λου-τέ επίθ. {άκλ.} 1. (στην αφή) απαλός και μαλακός σαν βελούδο: ~ κουβέρτα (πβ. φλις)/υφή/χαρτί. 2. (στη γεύση) κρεμώδης, ελαφρύς: γιαούρτι/σούπα ~. ● Ουσ.: βελουτέ (το): είδος υφάσματος που μοιάζει με βελούδο., βελουτέ (η): ΜΑΓΕΙΡ. παχύρρευστη σάλτσα που δένεται συνήθ. με βούτυρο, αλεύρι, κρόκους αβγών ή κρέμα γάλακτος: ~ θαλασσινών/μανιταριών. [< γαλλ. velouté]
8898βελτιστοποιημένος, η, ο βελ-τι-στο-ποι-η-μέ-νος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που έχει βελτιστοποιηθεί: ~η: ανάλυση (εκτύπωσης). ~ο: λογισμικό. ~ες: ρυθμίσεις. ~α: γραφικά. Πβ. αναβαθμισμένος, τελειοποιημένος. [< αγγλ. optimized]
8899βελτιστοποίησηβελ-τι-στο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βελτιστοποιώ: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ της απόδοσης/της εικόνας/της εμπειρίας/του ήχου/της παραγωγής/του συστήματος. ~ ιστοσελίδων. Η νέα έκδοση συμπεριλαμβάνει αλλαγές, ~ήσεις και εξελιγμένες λειτουργίες. Η χρήση των νέων τεχνολογιών αποσκοπεί στη ~ των παρεχόμενων υπηρεσιών.|| (ΜΑΘ.) Αλγόριθμοι και Συνδυαστική ~. ΣΥΝ. αριστοποίηση, τελειοποίηση [< αγγλ. optimization, γαλλ. ~, περ. 1960]
8900βελτιστοποιώ[βελτιστοποιῶ] βελ-τι-στο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {βελτιστοποι-εί, -ώντας | βελτιστοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: ΤΕΧΝΟΛ. βελτιώνω στον μέγιστο βαθμό, ιδ. με τη χρήση συστηματικών μεθόδων: Η εταιρεία ~ησε τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Βλ. -ποιώ. ΣΥΝ. τελειοποιώ [< αγγλ. optimize, γαλλ. optimiser, περ. 1960]
8901βέλτιστος, η, ο βέλ-τι-στος επίθ. (λόγ.): ο καλύτερος δυνατός, ο άριστος: ~η: ποιότητα (εικόνας). Ο ~ σχεδιασμός/τρόπος. ~ες: πρακτικές. Η ~η λύση. Το ~ο αποτέλεσμα.|| (ως ουσ.) Εύχομαι τα ~α (= τα καλύτερα). ΣΥΝ. τέλειος (1) ΑΝΤ. κάκιστος, χείριστος ● επίρρ.: βέλτιστα ● ΦΡ.: εκ/μεταξύ δύο κακών το μη χείρον βέλτιστον (αρχαιοπρ.): από δύο αρνητικές καταστάσεις η λιγότερο αρνητική είναι καλύτερη. Βλ. (και) μη χειρότερα., επί τα βελτίω/επί τα χείρω βλ. επί & επ' & εφ' [< αρχ., υπερθ. βαθμός του συγκρ. βελτίων, αγγλ. optimal, γαλλ. ~, 1906]
8902βελτιώνωβελ-τι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {βελτίω-σα, -θηκα, -μένος, βελτιών-οντας}: καθιστώ κάτι καλύτερο απ' ό,τι είναι: ~ την απόδοσή μου. ~σε τις επιδόσεις του. Το κολλαγόνο ~ει την εμφάνιση του δέρματος. Η γυμναστική ~ει την υγεία. Ο καιρός ~εται βαθμιαία. Προσπαθώ να ~ομαι και να εξελίσσομαι. ~μένη: έκδοση. Πβ. ανανεώνω. ΣΥΝ. αναβαθμίζω (1), καλυτερεύω (2) ΑΝΤ. επιδεινώνω, χειροτερεύω (1) [< μτγν. βελτιῶ]
8903βελτίωσηβελ-τί-ω-ση ουσ. (θηλ.): εξέλιξη, πορεία, μεταβολή προς το καλύτερο: ~ των διαδικασιών/του καιρού/του κλίματος/της λειτουργίας του οργανισμού/της παραγωγικότητας/της ποιότητας/των συνθηκών ζωής. Έργα/προτάσεις/σημάδια/σχέδια ~ης. Μόρια ~ώσεων. Γενετική ~ φυτών. Αίτηση για ~ θέσης. Η κατάσταση της υγείας του ασθενούς παρουσίασε ελαφρά/σημαντική ~. Επιδέχεται/έχει υποστεί ~. Αλλαγές που επιφέρουν ~. Ο μαθητής έχει μεγάλα περιθώρια ~ης. Διεύθυνση Εγγείων ~ώσεων (πβ. εγγειο~). Πβ. αναβάθμιση, πρόοδος. Βλ. αυτο~. ΑΝΤ. επιδείνωση, χειροτέρευση ● βελτιώσεις (οι): διορθώσεις, αλλαγές στις οποίες υποβάλλεται κάποιος ή κάτι με σκοπό την καλυτέρευσή του: μηχανικές ~. ~ αυτοκινήτων/κινητήρων/οχημάτων. Ανταλλακτικά/Επισκευές-~. ● ΣΥΜΠΛ.: βελτίωση βαθμολογίας: δικαίωμα επανεξέτασης με στόχο μεγαλύτερη βαθμολογία: ~ ~ μαθημάτων. Βλ. αναβαθμολόγηση. [< μτγν. βελτίωσις]
8904βελτιώσιμος, η, ο βελ-τι-ώ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που επιδέχεται βελτίωση: ~ος: κινητήρας. ~ο: αυτοκίνητο/μοτέρ. [< γαλλ. améliorable]
8905βελτιωτήςβελ-τι-ω-τής ουσ. (αρσ.) (επιστ.): συσκευή, μηχάνημα ή σπανιότ. πρόσωπο που συντελεί στη βελτίωση της λειτουργίας ή της ποιότητας: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ ήχου/καυσίμου.|| ~ φυτών (: γεωπόνος).|| ~ αυτοκινήτων (: μηχανικός που αναβαθμίζει τη μηχανή). [< μτγν. βελτιωτής ‘μεταρρυθμιστής’, αγγλ. improver]
8906βελτιωτικός, ή, ό βελ-τι-ω-τι-κός επίθ.: που συμβάλλει στη βελτίωση: ~ός: οίκος (αυτοκινήτων)/παράγοντας. ~ή: αξιολόγηση. ~ές: αλλαγές/παρεμβάσεις του χαρακτήρα/ρυθμίσεις. ~ά: έργα/μέτρα/υλικά. Βλ. εγγειο~. ● Ουσ.: βελτιωτικό (το): κάθε χημική ουσία που βελτιώνει τις ιδιότητες προϊόντος, στοιχείου: ~ά αλεύρων/αρτοποιίας/εδάφους/νερού/σκυροδέματος.|| ~ γεύσης. Πβ. πρόσθετα (τροφίμων). [< γαλλ. améliorant] [< μτγν. βελτιωτικός]
8907βενεδικτίνηβε-νε-δι-κτί-νη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ονομασία λικέρ γαλλικής προέλευσης που παρασκευάζεται με τη διάλυση αρωματικών φυτών σε αλκοόλη. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. bénédictine]
8908βενετικός, ή, ό & βενετσιάνικος, η, ο βλ. ενετικός
8909Βενετοκρατίαβλ. ενετοκρατία
8910βενζένιοβλ. βενζόλιο
8911βενζίναβεν-ζί-να ουσ. (θηλ.) & μπενζίνα (λαϊκό) 1. βενζίνη. 2. (παλαιότ.) καΐκι με βενζινοκινητήρα. [< ιταλ. benzina]
8912βενζινάδικοβεν-ζι-νά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): πρατήριο υγρών καυσίμων, κυρ. βενζίνης: διανυκτερεύον ~. ~ πλυντήριο-λιπαντήριο. Βλ. -άδικο.
8913βενζινάκατοςβεν-ζι-νά-κα-τος ουσ. (θηλ.) (λόγ.): βενζινοκίνητο πλοιάριο. Πβ. βενζίνα, λάντζα.
8914βενζινάςβεν-ζι-νάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): βενζινοπώλης. Βλ. -άς.
8915βενζίνηβεν-ζί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. άχρωμο, πτητικό και πολύ εύφλεκτο υγρό μείγμα υδρογονανθράκων, που παράγεται με απόσταξη αργού πετρελαίου, έχει χαρακτηριστική οσμή και χρησιμοποιείται κυρ. ως καύσιμο μηχανών εσωτερικής καύσης ή ως διαλύτης: αμόλυβδη/απλή (: μολυβδούχος)/νοθευμένη/συνθετική ~. ~ σούπερ. Αντλία/κάνιστρο/κινητήρας/ντεπόζιτο/πρατήριο (= βενζινάδικο)/στάθμη/τάπα/τιμή (ανά λίτρο)/φίλτρο ~ης. ~ υψηλών (/95/100) οκτανίων. Βάζω ~/γεμίζω με ~ (το ρεζερβουάρ). Έμεινε από ~. (προφ.) Το αυτοκίνητο έχει ένα σωρό έξοδα, ασφάλειες, ~ες. Πβ. βενζίνα. Βλ. ντίζελ.|| ~ εκχύλισης/καθαρισμού. ~ για ισχυρούς λεκέδες. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. benzine, γερμ. Benzin]
8916βενζινοκινητήραςβεν-ζι-νο-κι-νη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. μηχανή εσωτερικής καύσης που παράγει ενέργεια με την κατανάλωση μίγματος βενζίνης και αέρα: εξακύλινδρος/τετρακύλινδρος/τετράχρονος ~. ~ δύο λίτρων/μέσου κυβισμού. ~ με απόδοση 150 ίππους. Λιπαντικά για ~ες. Βλ. ντιζελο-, πετρελαιο-κινητήρας. ΣΥΝ. βενζινομηχανή [< γαλλ. moteur à essence]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.