| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 8917 | βενζινοκίνητος | , η, ο βεν-ζι-νο-κί-νη-τος επίθ.: ΜΗΧΑΝΟΛ. (για μηχανήματα και μέσα μεταφοράς) που λειτουργεί με καύση βενζίνης: ~ο: αλυσοπρίονο/όχημα. Βλ. ντιζελο-, πετρελαιο-κίνητος. | |
| 8918 | βενζινόκολλα | βεν-ζι-νό-κολ-λα ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. εύκαμπτη κόλλα η οποία παρασκευάζεται με βάση τη βενζίνη: διαφανής/ρευστή ~. ~ βιομηχανικής/γενικής χρήσης. ~ σε μορφή σπρέι. ~ για δέρμα/ελαστικά/μέταλλα/ξύλο/ύφασμα/φορμάικα/χαρτί. ~ες ή κόλλες επαφής. Βλ. -κολλα. | |
| 8919 | βενζινομηχανή | βεν-ζι-νο-μη-χα-νή ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. βενζινοκινητήρας. Βλ. -μηχανή. | |
| 8920 | βενζινοπώλης | βεν-ζι-νο-πώ-λης ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης πρατηρίου βενζίνης. Βλ. -πώλης. ΣΥΝ. βενζινάς | |
| 8921 | βενζοδιαζεπίνες | βεν-ζο-δι-α-ζε-πί-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. βενζοδιαζεπίνη}: ΦΑΡΜΑΚ. κατηγορία αγχολυτικών φαρμάκων (σύμβ. C9H8N2) με υπνωτικές και μυοχαλαρωτικές ιδιότητες: βαρβιτουρικά και ~. [< αγγλ. benzodiazepine, 1934, γαλλ. benzodiazépine, περ. 1950] | |
| 8922 | βενζοϊκός | , ή, ό βεν-ζο-ϊ-κός επίθ.: ΧΗΜ. κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: βενζοϊκό νάτριο: κρυσταλλικό συνήθ. άλας που χρησιμοποιείται κυρ. ως συντηρητικό (Ε 211) και θεωρείται καρκινογόνο: Αναψυκτικά με ~ ~. Βλ. κιτρικό οξύ. [< αγγλ. sodium benzoate, περ. 1900] , βενζοϊκό οξύ: λευκή κρυσταλλική ουσία που βρίσκεται σε φυτικές ρητίνες και χρησιμοποιείται συνήθ. ως αντισηπτικό και συντηρητικό τροφίμων, σε αρώματα ή συνθετικές βαφές. [< γαλλ. acide benzoïque] | |
| 8923 | βενζόλιο | βεν-ζό-λι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} & βενζένιο & βενζόλη (η): ΧΗΜ. υγρή ανθρακούχος τοξική ένωση (σύμβ. C₆H₆) που χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική και χημική βιομηχανία, στην παρασκευή πλαστικών υλών και βαφών: Το ~ είναι εύφλεκτο, άχρωμο και δηλητηριώδες. Η βενζίνη/ο καπνός περιέχει ~. Βλ. αρωματικός, φαινόλη. [< γερμ. Benzol, αγγλ. benzene, γαλλ. benzène] | |
| 8924 | βενζυλικός | , ή, ό βεν-ζυ-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: βενζυλική αλκοόλη: άχρωμο υγρό που χρησιμοποιείται ως διαλύτης για χρώματα, βερνίκια και στην παρασκευή σαπουνιών, αρωμάτων και μιας ποικιλίας εστέρων. [< γαλλ. alcool benzylique] | |
| 8925 | βενθικός | , ή, ό βεν-θι-κός επίθ.: ΩΚΕΑΝ. που σχετίζεται με το βένθος: ~ή: βλάστηση. ~ό: οικοσύστηµα. [< γαλλ. benthique, 1905] | |
| 8926 | βένθος | βέν-θος ουσ. (ουδ.) {βένθ-ους | σπανιότ. -η} 1. ΩΚΕΑΝ. η χλωρίδα και η πανίδα στο βυθό των θαλασσών, λιμνών ή ποταμών. Βλ. νηκτόν, πλαγκτόν, ζωο~, φυτο~. 2. (λόγ.) ο βυθός, κυρ. της θάλασσας. Πβ. πυθμένας. [< αρχ. βένθος 'βυθός', γαλλ.-αγγλ. benthos] | |
| 8927 | βενιαμίν | βε-νι-α-μίν ουσ. (αρσ.) {άκλ.} (μετωνυμ.): το μικρότερο σε ηλικία κυρ. αγόρι μιας οικογένειας και σπανιότ. μιας παρέας, ομάδας. Πβ. στερνοπαίδι, υστερότοκος. [< μτγν. Βενιαμίν] | |
| 8928 | βενιζελικός | , ή, ό βε-νι-ζε-λι-κός επίθ.: ΙΣΤ. -ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον Ελευθέριο Βενιζέλο (1864-1936), τις πολιτικές του ιδέες ή την παράταξή του. Βλ. αντι~. ● Ουσ.: Βενιζελικός (ο): οπαδός του κόμματος των Φιλελευθέρων που ίδρυσε ο Ελ. Βενιζέλος. | |
| 8929 | βεντάλια | βε-ντά-λια ουσ. (θηλ.) 1. γυναικείο αξεσουάρ, πτυσσόμενο ή μη, ημικυκλικού συνήθ. σχήματος, το οποίο δημιουργεί ρεύμα αέρα, κινούμενο με το χέρι: πολύχρωμη/σπανιόλικη ~. Γιαπωνέζικες/κινέζικες/κορεάτικες ~ιες. ~ από ελεφαντόδοντο/μετάξι/ξύλο/φτερά. Πβ. ριπίδιο. Βλ. ανεμιστηράκι χειρός. 2. (κατ' επέκτ.) καθετί που μοιάζει με βεντάλια: (ως παραθετικό σύνθ.) Διάγραμμα-/πινέλο-/σκούπα-/χρωματολόγιο-~. Φύλλωμα σε σχήμα ~ιας. 3. (μτφ.) ποικιλία, φάσμα στοιχείων: Στη συζήτηση ανοίξαμε όλη τη ~ (= γκάμα) των θεμάτων. [< ιταλ. ventaglio] | |
| 8930 | βεντέτα1 | βε-ντέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. διάπραξη φόνων ανάμεσα στα μέλη δύο οικογενειών για λόγους εκδίκησης ή αντεκδίκησης: άγρια/αιματηρή/κρητική/μανιάτικη ~. Παλιά ~ χωρίζει τα δύο σπίτια. Πβ. γδικιωμός. 2. (κατ' επέκτ.) κατάσταση εχθρικής ή εκδικητικής διάθεσης ανάμεσα σε δύο πρόσωπα ή ομάδες: ιδεολογική/κομματική/πολιτική ~. [< μεσν. βεντέτα < ιταλ. vendetta] | |
| 8931 | βεντέτα2 | βε-ντέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. εξαιρετικά δημοφιλές πρόσωπο, συνήθ. του καλλιτεχνικού ή του αθλητικού χώρου, με εκκεντρική συχνά συμπεριφορά: ~ του θεάτρου/της τηλεόρασης/του τραγουδιού. Πβ. είδωλο. ΣΥΝ. αστέρι (3), σταρ, φίρμα (3) 2. (γενικότ.) χαρακτηρισμός προσώπου που έχει υπεροπτικό, περιφρονητικό ύφος: Την έχει δει/το παίζει ~. [< γαλλ. vedette, ιταλ. vedetta] | |
| 8932 | βεντετισμός | βε-ντε-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) βεντετιλίκι (το): αλαζονική, υπεροπτική και εκκεντρική συμπεριφορά: Καλλιτέχνης χαμηλών τόνων χωρίς έπαρση και ~ό. Πβ. πόζα, τουπέ. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. vedettisme] | |
| 8933 | βεντιλατέρ | βε-ντι-λα-τέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & βαντιλατέρ: ΤΕΧΝΟΛ. ανεμιστήρας για τον εξαερισμό χώρων ή για την ψύξη κινητήρων αυτοκινήτων: ηλεκτρικό ~. Μοτέρ ~. Πβ. (εξ)αεριστήρας. [< γαλλ. ventilateur] | |
| 8934 | βεντονίτης | βλ. μπεντονίτης | |
| 8935 | βεντούζα | βε-ντού-ζα ουσ. (θηλ.) 1. αντικείμενο από ελαστικό προϊόν το οποίο προσκολλάται σε επίπεδη επιφάνεια, με τη δημιουργία κενού αέρος: κουκλάκια με ~ κολλημένα στο παρμπρίζ/στο τζάμι. 2. ΙΑΤΡ. (κοινό) μαιευτικό όργανο σε σχήμα κυπέλλου συνδεδεμένου με αντλία, το οποίο εφαρμόζεται στο κεφάλι του νεογνού, προκειμένου να αναρροφηθεί έξω από τον γεννητικό σωλήνα: παρεμβατικός τοκετός με ~ (: σε περιπτώσεις ασφυξίας, ανώμαλης προβολής του βρέφους ή αδυναμίας σύσπασης της μήτρας). Πβ. εμβρυουλκός. 3. (μτφ.) άνθρωπος επίμονος και ενοχλητικός, από την παρουσία του οποίου δύσκολα μπορεί κάποιος να απαλλαγεί: Μου έχει γίνει (σωστή) ~! ΣΥΝ. βδέλλα (2), κολλιτσίδα (1), ταγάρι (2), τσιμπούρι (2) ● βεντούζες (οι) 1. (παλαιότ., στη λαϊκή-παραδοσιακή ιατρική) γυάλινα σκεύη που εφαρμόζονταν με το στόμιό τους στην πλάτη του αρρώστου με σκοπό την επίτευξη υπεραιμίας, αφού προηγουμένως εισαγόταν σε καθένα από αυτά αναμμένο βαμβάκι εμποτισμένο με οινόπνευμα: κούφιες/κοφτές ~. Μου βάζουν/κόβουν/ρίχνουν ~ στην πλάτη. ~ για το κρυολόγημα/την πνευμονία. Βλ. έμπλαστρο, κομπρέσα. 2. ΖΩΟΛ. συλληπτήρια όργανα στα πλοκάμια των κεφαλόποδων: ~ χταποδιού. Πβ. κοτύλη, μυζητήρας. [< βεντούζα, 17ος αι. < βεν.-ιταλ. ventosa, γαλλ. ventouse] | |
| 8937 | βέρα | βέ-ρα ουσ. (θηλ.): το δαχτυλίδι του αρραβώνα ή του γάμου και συνεκδ. ο γαμήλιος δεσμός: κλασική/λευκόχρυση/τετράγωνη/τετραγωνισμένη/χρυσή ~. Φοράει ~ (= είναι παντρεμένος/η).|| Σέβεται/τιμά τη ~ (= τον γάμο) του. ● ΦΡ.: άλλαξαν/πέρασαν/φόρεσαν βέρες(/δαχτυλίδια) (λαϊκό): αρραβωνιάστηκαν. Πβ. λογοδίνομαι. [< βεν.-ιταλ. vera] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ