| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 8938 | βεραμάν | βε-ρα-μάν επίθ./ουσ. {άκλ.}: που έχει ανοιχτό πράσινο χρώμα: ~ τοίχοι.|| (ως ουσ.) Σου πάει το ~ (ενν. χρώμα). Πβ. τσαγαλί, φιστικί. [< γαλλ. vert amande] | |
| 8939 | βεράντα | βε-ρά-ντα ουσ. (θηλ.): εξωτερική, συνήθ. στεγασμένη, προέκταση οικήματος: άνετη/ευρύχωρη/ιδιωτική/ξύλινη/πλακόστρωτη/σκεπαστή ~. ~ ισογείου/ορόφου. Έπιπλα κήπου και ~ας. ~ με θέα/πέργκολα/τέντα. Διαμέρισμα με ~ες περιμετρικά. Πβ. μπαλκόνι. ● Υποκ.: βεραντούλα (η) [< ιταλ. veranda] | |
| 8940 | βεράτιο | & βεράτι βλ. μπεράτι | |
| 8941 | βερβένα | βερ-βέ-να ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Verbena officinalis) με φαρμακευτικές, καταπραϋντικές και χαλαρωτικές ιδιότητες: τσάι από ~. Βλ. σιτρονέλα. ΣΥΝ. σταυροβότανο [< γαλλ. verveine, ιταλ. verbena] | |
| 8942 | βέργα | βέρ-γα ουσ. (θηλ.) 1. λεπτή στενόμακρη ράβδος: μεταλλική/ξύλινη/σιδερένια ~. ~ αλουμινίου/μέτρησης. Βλ. σιδερόβεργα. 2. ίσιο και εύκαμπτο κλαδί χωρίς φύλλα: ~ες λυγαριάς. Πβ. βίτσα. Βλ. κληματό-, ξό-βεργα. ● Υποκ.: βεργίτσα (η), βεργούλα (η) [< μεσν. βέργα] | |
| 8943 | Βερενίκη | Βε-ρε-νί-κη ουσ. (θηλ.): μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: Κόμη της Βερενίκης: ΑΣΤΡΟΝ. αστερισμός του Β. Ημισφαιρίου που αποτελείται από πολλούς αμυδρούς αστέρες, οι οποίοι σχηματίζουν τρίγωνο. | |
| 8944 | βερεσέ | βε-ρε-σέ επίρρ. (λαϊκό): (για αγοραπωλησίες) χωρίς άμεση καταβολή του αντιτίμου: Πληρώνει/πουλάει/ψωνίζει ~. ΣΥΝ. επί πιστώσει ΑΝΤ. τοις μετρητοίς ● ΦΡ.: ακούω (κάτι) βερεσέ: δεν δίνω σημασία, δεν υπολογίζω αυτά που μου λένε: Αυτά εγώ τ' ~ ~, όλο έτσι λες και τίποτα δεν κάνεις., τζάμπα και βερεσέ βλ. τζάμπα [< τουρκ. veresiye] | |
| 8945 | βερεσές | βε-ρε-σές ουσ. (αρσ.) & βερεσέ (το) (λαϊκό-κυρ. παλαιότ.): αγορά ή πώληση με δυνατότητα πληρωμής στο μέλλον, με πίστωση: τεφτέρια για το ~έ. Αλισβερίσι με ~έδες. Βλ. -ές. ● βερεσέδια (τα) 1. χρηματικό ποσό που χρωστά όποιος αγοράζει κάτι με πίστωση: Απλήρωτοι λογαριασμοί και ~. 2. (μτφ.) υπόλοιπο, εκκρεμότητες σε μια συναλλαγή, συνεργασία, σχέση: τα ~ του παρελθόντος. Ανοίγω/κλείνω/σβήνω παλιά ~. [< μεσν. βερεσές, ο] | |
| 8946 | βερικοκί | βε-ρι-κο-κί επίθ./ουσ. {άκλ.} (προφ.): που έχει το χρώμα του βερίκοκου: ~ μπλούζα. ~ αποχρώσεις.|| (ως ουσ.) Το ~ (ενν. χρώμα). Βλ. ροδακινί. | |
| 8947 | βερικοκιά | βε-ρι-κο-κιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. οπωροφόρο φυλλοβόλο δέντρο (επιστ. ονομασ. Prunus armeniaca, οικογ. Rosaceae) με λευκά-ρόδινα άνθη, που παράγει βερίκοκα. Πβ. καϊσιά. Βλ. πυρηνόκαρπα. [< μεσν. βερικοκκία] | |
| 8948 | βερίκοκο | βε-ρί-κο-κο ουσ. (ουδ.): ο σφαιρικός σαρκώδης καρπός της βερικοκιάς, με χρώμα κίτρινο ή πορτοκαλί, βελούδινο περικάρπιο και ξυλώδη πυρήνα: μαρμελάδα ~. Πβ. καΐσι. ● ΦΡ.: τι εστί βερίκοκο (προφ.): σε περιπτώσεις απειλής ή προειδοποίησης για τις δυσκολίες μιας κατάστασης: Έλα, αν τολμάς, να σου δείξω ~ ~! Να στρωθεί να δουλέψει, να δει ~ ~! Πβ. πόσα απίδια πιάνει ο σάκος. [< μεσν. βερίκοκκον – παλαιότ. ορθογρ. βερύκοκο] | |
| 8949 | βεριτάμπλ | βε-ρι-τάμπλ επίθ. {άκλ.} (προφ.-συνήθ. ειρων.): γνήσιος, πραγματικός. Πβ. αληθινός. [< γαλλ. véritable] | |
| 8950 | βερμιγιόν | βερ-μι-γι-όν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κόκκινο χρώμα, ανάμεσα στο έντονο κόκκινο και στο κόκκινο-πορτοκαλί. [< γαλλ. vermillon] | |
| 8951 | βερμούδα | βερ-μού-δα ουσ. (θηλ.): κοντό παντελόνι με μήκος περ. στο ύψος του γονάτου: ποδηλατική ~. Μαγιό-~.|| ~ αδυνατίσματος/εφίδρωσης. Βλ. ζιπ κιλότ, κάπρι, σόρτ(ς). ● Υποκ.: βερμουδίτσα (η) [< αγγλ. πληθ. bermuda shorts, 1938] | |
| 8952 | βερμούτ | βερ-μούτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. οινοπνευματώδες ποτό που παρασκευάζεται από κρασί και εκχυλίσματα διαφόρων βοτάνων, κυρ. αψιθιάς, και προσφέρεται ως απεριτίφ ή αποτελεί συστατικό κοκτέιλ: γλυκό/κόκκινο/λευκό/ξηρό ~. Βλ. αψέντι, μαρτίνι. ● Υποκ.: βερμουτάκι (το) [< γαλλ. vermout(h)] | |
| 8953 | βερμπαλισμός | βερ-μπα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): χρήση λέξεων και ρητορικών σχημάτων χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο με σκοπό τον εντυπωσιασμό και (ιδ. κατ' επέκτ.) κενή ρητορεία: ακατάσχετος ~. Ποίηση χωρίς ~ούς. ~οί και αερολογίες/πομφόλυγες. Πβ. λογοκοπία, μεγαλοστομία, ρητορισμός. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. verbalisme, ιταλ. verbalismo] | |
| 27257 | βερμπαλισμούς | κω-δω-νο-κρου-σί-α {συνήθ. στον πληθ.}: επαναλαμβανόμενο, συνήθ. χαρούμενο, χτύπημα καμπάνας: χαρμόσυνες ~ες (των εκκλησιών). Ανάσταση με βεγγαλικά και ~ες. Δοξολογία με τη συνοδεία/υπό τον ήχο ~ών. Πβ. καμπάνισμα.|| Πένθιμη ~.|| (μτφ.) Πανηγυρισμοί και ~ες. Χωρίς βερμπαλισμούς και ~ες. Πβ. τυμπανοκρουσία. Βλ. εντυπωσιασμός, επίδειξη. | |
| 8954 | βερμπαλιστικός | , ή, ό βερ-μπα-λι-στι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από βερμπαλισμό: ~ός: λόγος. ~ά και στομφώδη κηρύγματα. Βλ. -ιστικός1. | |
| 8955 | βερμπάσκο | βερ-μπά-σκο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. φλόμος. | |
| 8956 | βερνίκι | βερ-νί-κι ουσ. (ουδ.) {βερνικ-ιού}: ΤΕΧΝΟΛ. ρευστό συνήθ. υλικό που απλώνεται σε επιφάνειες, δημιουργώντας σκληρή και γυαλιστερή επίστρωση με προστατευτική κυρ. δράση: αδιάβροχο/ακρυλικό/διαφανές/ματ/οικολογικό/στεγανωτικό ~. ~ νερού/πέτρας. ~ια επιπλοποιίας/μετάλλων/ξύλων. Βάφω/γυαλίζω/περνώ με ~ τα κάγκελα/παπούτσια. Πβ. (γομα)λάκα, λούστρο, μπογιά, χρώμα.|| ~ νυχιών (= μανό). [< μτγν. βερενίκιον, γαλλ. vernis] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ