Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [9840-9860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
8957βερνικόχρωμαβερ-νι-κό-χρω-μα ουσ. (ουδ.): βερνίκι συνήθ. χρωματισμένο και αδιαφανές: αντισκωριακό ~. ~ για μέταλλα/ξύλα/σκουριασμένες επιφάνειες. Βλ. ελαιόχρωμα.
8958βερνίκωμαβερ-νί-κω-μα ουσ. (ουδ.): επικάλυψη επιφάνειας με βερνίκι: ~ μετάλλων/ξύλινων δαπέδων. Λείανση/τρίψιμο και ~ πατώματος. Πβ. λακάρ-, λουστράρ-ισμα, στίλβωση. Βλ. υαλο~. [< γαλλ. vernissage]
8959βερνικώνωβερ-νι-κώ-νω ρ. (μτβ.) {βερνίκω-σα, -θηκε, -μένος}: επικαλύπτω επιφάνεια με βερνίκι. Βλ. γυαλίζω, στιλβώνω. ΣΥΝ. λουστράρω (1) ● ΣΥΜΠΛ.: κέρατο βερνικωμένο βλ. κέρατο [< γαλλ. vernir, vernisser]
8960Βεροιώτης, ΒεροιώτισσαΒε-ροιώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Βέροια.
8961βεροιώτικος, η, ο βε-ροιώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τη Βέροια ή/και τους Βεροιώτες.
8962βέρος, α, ο βέ-ρος επίθ. (προφ.) : γνήσιος: ~οι: Θεσσαλονικείς (πβ. αυτόχθων, γηγενής, ντόπιος)/σοσιαλιστές. Πβ. ακραιφνής, αληθινός, αμιγής, αυθεντικός, βεριτάμπλ, καθαρόαιμος, ορίτζιναλ. [< ιταλ. vero]
8963βερσιόνβερ-σιόν ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: παραλλαγή, εκδοχή, μορφή ενός έργου: η αμερικάνικη/κινηματογραφική ~ ενός μιούζικαλ. Η ελληνική ~ ενός βιβλίου (πβ. μετάφραση)/μιας ξένης τηλεοπτικής σειράς (βλ. μεταγλώττιση). Η αρχική/καινούργια ~ μιας ταινίας (= διασκευή, ριμέικ). Τραγούδι σε ακουστική ~ (: ορχηστρική, χωρίς λόγια).|| Η τελευταία ~ (= έκδοση) ενός λογισμικού. [< γαλλ. version]
8964βέρσοβέρ-σο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΙΛΟΛ. η πίσω όψη χειρογράφου ή τυπωμένου κειμένου. ΑΝΤ. ρέκτο [< γαλλ. verso, νεολατ. (folio) verso]
8965βέρσουςβλ. vs
8966βέρτιγκοβέρ-τι-γκο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΙΑΤΡ. (συνήθ. για κυβερνήτη αεροσκάφους) ίλιγγος και γενικότ. κάθε μορφή ζάλης: Σε ~ του χειριστή αποδίδεται η πτώση μαχητικού αεροσκάφους. Πβ. σκοτοδίνη. 2. (μτφ.) σύγχυση, χαοτική κατάσταση: ~ στο χρηματιστήριο. [< αγγλ.-γαλλ. vertigo]
8967βερτισιλλίωσηβερ-τι-σιλ-λί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ασθένεια πυρηνόκαρπων δέντρων και ιδ. της ελιάς λόγω προσβολής από τον μύκητα Verticillium dahliae, η οποία εκδηλώνεται με μαρασμό και βραδεία αποξήρανση επιμέρους φύλλων, που τελικά πέφτουν στο έδαφος, ενώ αποξηραίνονται και οι προσβεβλημένοι κλάδοι. Βλ. μυκητίαση, χλώρωση. [< αγγλ. verticilliosis]
8968βεσέβε-σέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & WC (προφ.): αποχωρητήριο, μικρή τουαλέτα: Το διαμέρισμα έχει μπάνιο και ~. Βλ. λουτρό, μπάνιο. [< αγγλ. W(ater) C(loset), γαλλ. vécés, 1931]
8969βέσπαβέ-σπα ουσ. (θηλ.): τύπος μοτοσικλέτας μικρού κυβισμού. Βλ. μηχανάκι, παπάκι, σκούτερ. ● Υποκ.: βεσπάκι (το) [< ιταλ. εμπορ. ονομασ. vespa, 1942, γαλλ. ~, περ. 1950]
8970βεστιάριοβε-στι-ά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. χώρος θεάτρου όπου φυλάσσονται οι ενδυμασίες των ηθοποιών και το σύνολο των ενδυμάτων τους: ~ με κοστούμια εποχής. 2. (γενικότ.) μέρος για προσωρινή φύλαξη προσωπικών αντικειμένων (π.χ. καπέλα, ομπρέλες, πανωφόρια) σε δημόσιους χώρους: το ~ ενός εστιατορίου/θεάτρου/κέντρου διασκέδασης/μουσείου. Πβ. γκαρνταρόμπα, ιματιο-θήκη, -φυλάκιο. 3. ειδικό κατάστημα ενοικίασης στολών: ~ αποκριάτικων κοστουμιών. [< μεσν. βεστιάριον]
8971βετέξβε-τέξ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & βέτεξ & βιτέξ: απορροφητικό και ανθεκτικό συνθετικό πανί που χρησιμοποιείται συνήθ. βρεγμένο για τον καθαρισμό επιφανειών: ξεσκόνισμα/σκούπισμα με ~. Πετσέτα (βλ. σπογγοπετσέτα)/σφουγγάρι τύπου ~. Βλ. -έξ. [<σουηδική εμπορ. ονομασ. Wettex, 1949 < wet + tex(tile)]
8972βετεράνος[βετερᾶνος] βε-τε-ρά-νος ουσ. (αρσ.) ΣΥΝ. παλαίμαχος 1. απόμαχος πολέμου: ~οι του αμερικανικού στρατού/του Β' Παγκοσμίου Πολέμου/της (Εθνικής) Αντίστασης. (ως επίθ.) ~ στρατηγός. 2. {σπάν. θηλ. βετεράνα} (μτφ.-θετ. συνυποδ.) χαρακτηρισμός προσώπου με πολύχρονη και πολύτιμη πείρα σε κάποιον τομέα, που μπορεί να έχει αποσυρθεί από την ενεργό δράση: ~ της ροκ/του τένις. (ως επίθ.) ~ αθλητής/διαιτητής/πολιτικός. Πβ. παλιά καραβάνα.|| ~ στην πληροφορική. Πβ. αυθεντία, ειδήμων, εξπέρ, σπεσιαλίστας. [< μτγν. βετερᾶνος]
8973βετζετέριανβε-τζε-τέ-ρι-αν επίθ. {άκλ.} (προφ.): που αποτελείται μόνο από λαχανικά: δίαιτα/πίτσα ~. ● Ουσ.: βετζετέριαν (ο/η): άτομο που τρέφεται μόνο με φρούτα, λαχανικά και γενικότ. τροφές φυτικής προέλευσης, ενώ αποφεύγει συνειδητά αυτές που είναι ζωικής (κρέας, ψάρι) για λόγους υγείας, θρησκείας ή ιδεολογίας. Πβ. βίγκαν. ΣΥΝ. χορτοφάγος (1) [< αγγλ. vegetarian]
8974βέτοβέ-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. αρνησικυρία: άρση/άσκηση/χρήση (του) ~. Δικαίωμα (για) ~ στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Κυβέρνηση που έθεσε/θα προχωρήσει σε/προβάλλει ~. Η χώρα απειλεί να ασκήσει ~ για .../κατά του νομοσχεδίου/στην έναρξη των διαπραγµατεύσεων/σε ψήφισμα ... 2. (μτφ.) εναντίωση κάποιου σε κατάσταση ή απόφαση, με αποτέλεσμα την αλλαγή ή ακύρωσή της, αντίστοιχα. Βλ. συγκατάθεση, συναίνεση. [< γαλλ. veto]
8975βετούλιβε-τού-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΖΩΟΛ. κατσίκι ενός έτους. Βλ. ζυγούρι. [< βλάχικο vituliu, vitule]
8976βήμα[βῆμα] βή-μα ουσ. (ουδ.) {βήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. καθεμία από τις κινήσεις που κάνει κάποιος εναλλάξ, όταν περπατά, σηκώνοντας το ένα πόδι και κατεβάζοντάς το μπροστά από το άλλο· κατ' επέκτ. βηματισμός και ειδικότ. τρόπος βαδίσματος, περπατήματος: Προχωρούσε με μεγάλα (= δρασκελιές)/μικρά ~ατα. Έκανε μερικά ~ατα μπροστά/πίσω (πβ. οπισθοχωρώ)/προς την πόρτα.|| Αποφασιστικό/αργό/βαρύ/βιαστικό/γρήγορο/διστακτικό/ζωηρό/κουρασμένο/σταθερό/στρατιωτικό ~. Επιτάχυνε το ~ της. (για ζώο) Το ~ του αλόγου (βλ. καλπασμός). Ψηφιακός μετρητής ~άτων (: εργομετρικό όργανο γυμναστικής).|| (μτφ.) Τα έργα προχωρούν με γοργά ~ατα (= με γρήγορους ρυθμούς).|| (συνεκδ., συνήθ. στον πληθ., ο ήχος των ~άτων:) Άκουσα ~ατα πίσω μου.|| (συνεκδ., συνήθ. στον πληθ.) Άφησε τα ~ατά (= αποτυπώματα, ίχνη, πατημασιές, χνάρια) της στην άμμο.|| (μτφ., για να δηλωθεί κοντινή απόσταση) Στεκόταν δύο ~ατα πιο πέρα. Το σπίτι δεν είναι πολύ μακριά· λίγα/πέντε ~ατα από την πλατεία. 2. (μτφ.) ενέργεια, προσπάθεια ή συμβάν που οδηγεί προοδευτικά στην επίτευξη ενός στόχου: ~ατα βελτίωσης (της σχέσης τους)/προόδου (ενάντια στον καρκίνο)/προσέγγισης (μεταξύ των δύο χωρών). Έχουν γίνει αποφασιστικά/καθοριστικά/κρίσιμα/ουσιαστικά/σημαντικά ~ατα για την επίλυση του προβλήματος (βλ. άλμα). Έκαναν ένα ~ προς αυτή την κατεύθυνση. Ό,τι πετύχαμε είναι ένα πρώτο ~. Πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά/να σχεδιάσουμε προσεκτικά τα επόμενά μας ~ατα. Πβ. δραστηριότητα, κίνηση. Βλ. διάβημα. 3. (μτφ.) καθένα από τα στάδια μιας διαδικασίας: (σε οδηγίες) ~ 1ο(ν): κάνετε κλικ στο εικονίδιο ... ~ 2ο(ν): Πληκτρολογείτε ... Πέντε απλά/βασικά ~ατα για σύνδεση στο ίντερνετ. Ακολουθήστε τα ~ατα προσεκτικά. Τα ~ατα ενός αλγορίθμου. 4. {συνήθ. στον πληθ.} οποιαδήποτε από τις κινήσεις των ποδιών στον χορό: Μαθαίνω τα ~ατα του χασάπικου. (σε μάθημα) (Κάνεις) ένα ~ μπρος, ένα ~ αριστερά ... 5. (μτφ.) χώρος έκφρασης και ανταλλαγής απόψεων: ανοιχτό/δημόσιο/ελεύθερο ~. ~ διαλόγου/ιδεών/συζήτησης. Ας μας δοθεί ένα ~, για να πούμε τη γνώμη μας.|| (τίτλος ιστότοπου ή περιοδικού:) Εκπαιδευτικό ~. 6. βάθρο, εξέδρα, συνήθ. κοινοβουλίου: Ανέβηκε στο/κατέβηκε από το ~. Εξαπέλυσε δριμύ κατηγορώ/μίλησε από το ~ της Βουλής. Πβ. πόντιουμ. 7. {συνήθ. στον εν.} ρυθμικός βηματισμός (π.χ. σε παρέλαση): Έχασε το ~ του (: τον συγχρονισμό του με τους άλλους). Άλλαξε το ~ σου! Έδινε το ~ με τη σφυρίχτρα (: καθόριζε τον ρυθμό του βαδίσματος). 8. ΤΕΧΝΟΛ. {συνήθ. στον πληθ.} απόσταση ανάμεσα σε δύο διαδοχικές σπείρες (π.χ. βίδας) ή προεξοχές (π.χ. οδοντωτού τροχού). Πβ. πάσο.βήματα (τα): ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) παράβαση κατά την οποία ο κάτοχος της μπάλας μετακινεί τα πόδια του, χωρίς να τη χτυπήσει στο έδαφος, ή (π.χ. στο μπάσιμο) κάνει περισσότερα από τα δύο επιτρεπόμενα βήματα. ● Υποκ.: βηματάκι (το): στις σημ. 1-3. ● ΣΥΜΠΛ.: βήμα/βάδισμα (της) χήνας: στρατιωτικός βηματισμός κατά τον οποίο τα πόδια κινούνται ψηλά, χωρίς να κάμπτονται τα γόνατα: παρέλαση με ~ ~. [< γαλλ. pas de l'oie] , Ιερό/Άγιο Βήμα: ΕΚΚΛΗΣ. το ιερό χριστιανικού ναού. ΣΥΝ. άβατο (2), τα Άγια των Αγίων (1), βήμα κουκκίδας βλ. κουκκίδα ● ΦΡ.: ακολουθώ κατά βήμα/βήμα προς βήμα 1. βαδίζω πίσω από κάποιον, παρακολουθώντας τον στενά: (κυριολ.) Οι τηλεοπτικές κάμερες ακολουθούσαν ~ ~ το δημοφιλές ζευγάρι.|| (μτφ.) Η ομάδα ακολουθεί ~ ~ την πρωτοπόρο της βαθμολογίας. ΣΥΝ. ακολουθώ κατά πόδας (3) 2. (μτφ.) εφαρμόζω κάτι χωρίς παρεκκλίσεις: Ακολούθησα ~ τις συμβουλές του. 3. (μτφ.) αντιγράφω πιστά, μιμούμαι: Το νέο μοντέλο ακολουθεί ~ το προηγούμενο της ίδιας εταιρείας., ακολουθώ τα/βαδίζω στα βήματα/χνάρια & ακολουθώ τα/βαδίζω στα ίχνη κάποιου (μτφ.): κινούμαι στην ίδια κατεύθυνση με κάποιον, έχοντάς τον ως πρότυπο, ακολουθώ το παράδειγμά του: ~εί ~ του πατέρα/προκατόχου του. Η ελληνική αγορά ~εί τα χνάρια/~ει στα χνάρια της ευρωπαϊκής. [< γαλλ. marcher sur les pas de quelqu'un] , ανοίγω το βήμα/τον βηματισμό μου 1. περπατώ πιο γρήγορα: Άνοιξε το ~ του για να την προλάβει. 2. (μτφ.) επεκτείνω τις δραστηριότητές μου: Η εταιρεία είναι έτοιμη ν' ανοίξει ~ της στην Ευρώπη. Πβ. ανοίγω/απλώνω (τα) φτερά μου., βήμα-βήμα/βήμα προς βήμα/κατά βήμα: προσεκτικά, πιστά (και χωρίς παρεκκλίσεις)· αργά και σταθερά: Ακολουθήστε ~ ~ τις οδηγίες εγκατάστασης!|| Οι προσπάθειες προσέγγισης πάνε/προχωρούν βήμα-βήμα. [< γαλλ. pas à pas] , δεν κάνω (ούτε ένα) βήμα 1. (κυριολ.) δεν (μετα)κινούμαι: Όλη μέρα δεν ~ει ~ από τον καναπέ.|| (μτφ.) Η μητέρα του δεν τον αφήνει να κάνει ~ μακριά της (: τον παρακολουθεί στενά, δεν τον αφήνει ελεύθερο). 2. (μτφ.) δεν υποχωρώ: Δεν θα ~ουμε ~ πίσω από τις διεκδικήσεις μας., δεν κάνω βήμα χωρίς ...: δεν προβαίνω σε κάποια ενέργεια, χωρίς κάποιον ή κάτι πολύ απαραίτητο: Δεν ~ει ~ χωρίς τον άνδρα της/το κινητό του. Δεν μπορεί να κάνει ~ χωρίς τα γυαλιά του. ΣΥΝ. δεν κάνω χωρίς κάποιον/κάτι [< γαλλ. ne pas faire un pas sans] , ένα βήμα (πριν) από (μτφ.): λίγο πριν από κάτι: Απέχει ~ ~ την τρέλα/τη χρεοκοπία., ένα βήμα μπρος/μπροστά και δυο (βήματα) πίσω (μτφ.): για ανακοπή της αναπτυξιακής ή εξελικτικής πορείας, πισωγύρισμα: Οι διαπραγματεύσεις πάνε ~ ~., ένα βήμα πιο κοντά: για να δηλωθεί πλησίασμα, προσέγγιση: Έλα ~ ~ (= πλησίασε)!|| Εμβόλιο που φέρνει τους επιστήμονες ~ ~ στην αντιμετώπιση της ασθένειας., κάνει τα πρώτα (του) βήματα 1. (μτφ.) βρίσκεται στο ξεκίνημα, στις αρχές: Στην επαρχία έκανε τα πρώτα της (δειλά/διστακτικά) ~ στο τραγούδι.|| Τα πρώτα βήματα του διαδικτύου/του κινηματογράφου. 2. μαθαίνει να περπατά: (κυριολ. για παιδί) Μόλις άρχισε να κάνει ~ ~.|| (μτφ.) Μαζί κάναμε τα πρώτα μας ~ατα (= μεγαλώσαμε παρέα)., κάνω το πρώτο βήμα (μτφ.): κάνω την αρχή, την πρώτη κίνηση: Περιμένει απ' αυτόν να ~ει ~.|| Έγινε το πρώτο βήμα για ... [< γαλλ. faire le premier pas] , τα βήματά μου με οδηγούν/φέρνουν (κάπου) (μτφ.): κατευθύνομαι ενστικτωδώς: Τα ~ατά του τον έφεραν/οδήγησαν γρήγορα στο κέντρο της πόλης., το μετέωρο βήμα: για κάτι που επιχειρείται διστακτικά, με έλλειψη αποφασιστικότητας και χωρίς ελπίδα ή πιθανότητες επιτυχίας: ~ ~ προς την εγκαθίδρυση της ειρήνης., ένα βήμα μπροστά/βήματα μπροστά βλ. μπροστά, με βήμα σημειωτόν βλ. σημειωτόν, με ρυθμούς χελώνας βλ. χελώνα, σέρνω τα πόδια/τα βήματά μου βλ. σέρνω [< αρχ. βῆμα, γαλλ. pas, αγγλ. step]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.