| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 8977 | βηματίζω | βη-μα-τί-ζω ρ. (αμτβ.) {βημάτι-σα, βηματί-σει, βηματίζ-οντας} (λόγ.): κάνω μικρά συνήθ. βήματα, περπατώ: Βημάτιζε αγέρωχος/αργά/νευρικά/πάνω κάτω. ~σαν ως την άκρη της σκηνής. Στρατιώτες που ~ουν συγχρονισμένα.|| (σπανιότ. μτφ.) ~ουμε προς το μέλλον. Πβ. βαδίζω, προχωρώ. [< μτγν. βηματίζω ‘μετρώ με βήματα’] | |
| 8978 | βηματικός | , ή, ό βη-μα-τι-κός επίθ. 1. ΤΕΧΝΟΛ. (για ηλεκτρομηχανή) που η λειτουργία της βασίζεται στη γρήγορη διαδοχή μικρών, σταθερά διακριτών κινήσεων: ~ός: κινητήρας. 2. (επιστ.) που γίνεται βήμα προς βήμα: ~ή: διαδικασία/κίνηση/μεταβολή. Πβ. σταδιακός. Βλ. βαθμιαίος, προοδευτικός. [< 1: αγγλ. stepping, 1957] | |
| 8979 | βηματισμός | βη-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): περπάτημα, βάδισμα: αργός/γρήγορος/κανονικός/ρυθμικός ~. Με στρατιωτικό ~ό. ~οί ίππου (βλ. καλπασμός, τριποδισμός, τροχασμός).|| (μτφ.) Συνεχίζουμε με σταθερό ~ό τις προσπάθειές μας. Πβ. βήμα, πορεία. Βλ. -ισμός. ● ΦΡ.: ανοίγω το βήμα/τον βηματισμό μου βλ. βήμα [< μτγν. βηματισμός] | |
| 8980 | βηματοδότης | βη-μα-το-δό-της ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. -ΤΕΧΝΟΛ. (για καρδιοπαθείς) συσκευή που εμφυτεύεται κυρ. στο θωρακικό τοίχωμα και απελευθερώνει μέσω ηλεκτροδίου ηλεκτρικά ερεθίσματα, τα οποία ρυθμίζουν τους χτύπους της καρδιάς: μόνιμος/τεχνητός ~. Εμφύτευση ~η. ~ες-απινιδωτές. Βλ. κολποκοιλιακός αποκλεισμός.|| Φυσιολογικός ~ της καρδιάς (= φλεβόκομβος). Βλ. -δότης. 2. (μτφ.) παράγοντας που καθορίζει μία κατάσταση: ~ των (κοινωνικών) εξελίξεων. [< αγγλ. (artificial) pacemaker, 1951] | |
| 8981 | βηματοδότηση | βη-μα-το-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. τοποθέτηση βηματοδότη: εξωτερική/κολποκοιλιακή/μόνιμη/προσωρινή/τεχνητή ~. Ηλεκτρόδια ~ης. Θεραπεία αρρυθμιών με ~. Βλ. απινίδωση, -δότηση. | |
| 8982 | βηματόμετρο | βη-μα-τό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονική φορητή συσκευή που υπολογίζει τα βήματα πεζού ή αθλούμενου και συνεπώς την απόσταση που διανύει: ψηφιακό ~. Φοράω (στη μέση) ~. Πβ. οδόμετρο. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. podomètre, αγγλ. pedometer] | |
| 8983 | βημόθυρο | βη-μό-θυ-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ύρου}: ΕΚΚΛΗΣ. η Ωραία Πύλη: ξυλόγλυπτο/χρυσοποίκιλτο ~. Το ~ του τέμπλου. ~ με παράσταση του Ευαγγελισμού. ● βημόθυρα (τα): οι θύρες, τα δύο φύλλα της Ωραίας Πύλης. [< μτγν. βημόθυρον] | |
| 8984 | βηξ | ουσ. (αρσ.) {σπάν. βηχός} (λόγ.): βήχας, μόνο στη ● ΦΡ.: απορία ψάλτου, βηξ βλ. απορία [< αρχ. βήξ] | |
| 8985 | βήξιμο | βή-ξι-μο ουσ. (ουδ.) {βηξίμ-ατος}: βήχας: δυνατό/ξερό (πβ. ξερόβηχας)/σιγανό ~. Βλ. γκουχ-γκουχ. | |
| 8986 | βηρύλλιο | βη-ρύλ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. ελαφρύ, αργυρόχρωμο, σκληρό, δύστηκτο και τοξικό μέταλλο (σύμβ. Be, Ζ 4) που ανήκει στις αλκαλικές γαίες και χρησιμοποιείται στην πυρηνική τεχνολογία και τη μεταλλουργία. Βλ. επιβραδυντής. [< μτγν. βηρύλλιον (υποκ. του βήρυλλος), γαλλ. béryllium, αγγλ. beryllium] | |
| 8987 | βήρυλλος | βή-ρυλ-λος ουσ. (θηλ.) {βηρύλλ-ου}: ΟΡΥΚΤ. ορυκτό από πυριτικό βηρύλλιο και αργίλιο, με ποικιλίες που αποτελούν πολύτιμους λίθους. Βλ. ακουαμαρίνα, σμαράγδι. [< μτγν. βήρυλλος 'γαλαζοπράσινος πολύτιμος λίθος', γαλλ. béryl, αγγλ. beryl] | |
| 8988 | βήτα | [βῆτα] βή-τα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το δεύτερο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου: ~ κεφαλαίο (Β). ~ μικρό (β). Πβ. β. ● ΣΥΜΠΛ.: ακτινοβολία βήτα βλ. ακτινοβολία, β-/βήτα καροτίνη/καροτένιο βλ. καροτίνη ● ΦΡ.: άλφα ή βήτα βλ. άλφα, ο άλφα και ο βήτα βλ. άλφα [< αρχ. βῆτα] | |
| 8989 | βητάς | βη-τάς ουσ. (αρσ.) (στρατ. αργκό) 1. σπουδαστής στρατιωτικής σχολής που διανύει το δεύτερο έτος σπουδών. Βλ. αλφάς, -άς. 2. (κατ' επέκτ.) υποψήφιος έφεδρος αξιωματικός κατά το δεύτερο δίμηνο της εκπαίδευσής του για δόκιμος. Βλ. ΔΕΑ. | |
| 8990 | βήχας | βή-χας ουσ. (αρσ.) & (σπάν.-λόγ.) βηξ: βίαιη εκπνοή αέρα από τους πνεύμονες, η οποία προκαλείται από σπασμωδική και συχνά επαναλαμβανόμενη συστολή της θωρακικής κοιλότητας, λόγω ερεθισμού των αεροφόρων οδών και των κυψελίδων, και συνοδεύεται συνήθ. από χαρακτηριστικό ήχο: αλλεργικός/ασφυκτικός/ελαφρύς/δυνατός/ενοχλητικός/επίμονος/νυχτερινός/οξύς/σπασμωδικός/σπαστικός/χρόνιος ~. Ξηρός ~ (= ξερόβηχας). Παραγωγικός ~ (: με φλέγματα). ~ από το κάπνισμα (= τσιγαρόβηχας). Άσθμα/δύσπνοια/συνάχι και ~. Βρογχίτιδα με έντονο ~α. Σιρόπι για τον ~α (βλ. αντιβηχικός). Δάκρυσε/κόντεψε να πνιγεί από τον ~α. Μ' έπιασε ένας ~ (: άρχισα να βήχω πάρα πολύ)! Πβ. βήξιμο. Βλ. γκουχ-γκουχ. ● ΣΥΜΠΛ.: παροξυσμικός βήχας βλ. παροξυσμικός ● ΦΡ.: κόβω τη φόρα/τον αέρα/το(ν) βήχα (σε κάποιον) βλ. φόρα1, ο έρωτας κι ο βήχας δεν κρύβονται βλ. κρύβω ● Υποκ.: βηχαλάκι (το) [< αρχ. βήξ, μεσν. βήχας] | |
| 8991 | βήχω | βή-χω ρ. (αμτβ.) {έβηξα, βήξω, βήχ-οντας}: έχω βήχα ή σπανιότ. μιμούμαι ηθελημένα τον ήχο του: ~ει από τον καπνό/σαν φυματικός. ~ συνέχεια και έχω καταρροή/λαρυγγίτιδα/πυρετό. ~ει και φτερνίζεται. Στραβοκατάπιε κι άρχισε να ~ει.|| Έβηξε δυνατά/έντονα για να καθαρίσει ο λαιμός του/για να την προσέξουν. Βλ. ξερο~. ● ΦΡ.: ούτε να βήξω (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί άσκηση έντονης πίεσης ή επιβολή αυστηρών περιορισμών: Με την αλλαγή δουλειάς και τη μετακόμιση, δεν προλαβαίνω ~ ~ (πβ. πνίγομαι). Δεν μπορεί/δεν τολμάει ~ ~ει. [< μεσν. βήχω] | |
| 9285 | ΒΙ.ΠΑ. | (το): Βιομηχανικό Πάρκο. | |
| 9286 | ΒΙ.ΠΕ. | (η): Βιομηχανική Περιοχή. | |
| 8992 | βια | ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): βιασύνη. ΣΥΝ. βιάση [< αρχ. βία με συνίζηση] | |
| 8993 | βία | βί-α ουσ. (θηλ.) 1. κάθε μορφή κακοποίησης ανθρώπου ή ζώου, η οποία του προκαλεί σωματική ή/και ψυχική βλάβη, αποσκοπώντας συνήθ. στον εξαναγκασμό του, την κυριαρχία επί της προσωπικότητάς του ή την απομόνωσή του: αδικαιολόγητη/ανεξέλεγκτη/απρόκλητη/αστυνομική/ασύστολη/ένοπλη/κρατική/κτηνώδης/παράνομη/συστηματική/τηλεοπτική/φυσική ~. Συντροφική ~ (: μέσα στο ζευγάρι). Νεανική ~ και παραβατικότητα. ~ κατά/σε βάρος γυναικών/διαδηλωτών/παιδιών.|| Μαιευτική ~.|| Μορφές/πράξεις/σκηνές/χρήση ~ας. Νέος κύκλος ~ας. Αναζωπύρωση/έκρηξη/έξαρση/θύματα/καταπολέμηση/κλιμάκωση της ~ας στην εμπόλεμη περιοχή. Το φαινόμενο της ~ας στα γήπεδα (= χουλιγκανισμός). Διαδήλωση ενάντια στη ~/κατά της ~ας. Άσκησε πάνω της/μεταχειρίστηκε/χρησιμοποίησε ~. Ενεργεί/συμπεριφέρεται με ~. Αναγκάστηκε να καταφύγει στη ~. Πβ. βαναυσ-, βιαι-, επιθετικ-ότητα, καταναγκασμός. Βλ. αντι~.|| Έπεσε πάνω του/τον έριξε κάτω με ~ (= με δύναμη, ορμή). Πβ. σφοδρότητα. 2. & (λαϊκό) βια (σπάν.) βιασύνη: Γιατί τόση ~; Δεν μας πιέζει κανείς. Πβ. πρεμούρα, φούρια. 3. (ως επίρρ., προφ.) το πολύ: Tο δωμάτιο χωράει δύο, ~ (= με το ζόρι) τρία άτομα. Πρέπει να έχω φύγει σε μισή, ~ μία ώρα. Πβ. μάξιμουμ. ● ΣΥΜΠΛ.: (ενδο)οικογενειακή βία/βία στην οικογένεια: πρόκληση σωματικής, σεξουαλικής ή ψυχικής βλάβης σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της, κυρ. στη γυναίκα ή τα παιδιά. Βλ. ενδοσυζυγικός, ενδοσυντροφικός., (ενδο)σχολική βία/βία στο σχολείο (/στα σχολεία): λεκτική-ψυχολογική, σωματική ή/και σεξουαλική βία, βανδαλισμοί και ενίοτε εγκληματικές ενέργειες που εκδηλώνονται κυρ. μεταξύ μαθητών (ή μεταξύ μαθητών και εξωσχολικών ατόμων). [< αγγλ. school violence, school bullying, γαλλ. violence à l' école] , ανωτέρα βία (επίσ.): κάθε απρόβλεπτο και αναπόφευκτο γεγονός (απεργία, ασθένεια, διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος, κακοκαιρία, πυρκαγιά) που απαλλάσσει κάποιον από υποχρέωση: ακύρωση της πτήσης λόγω ~ας ~ας. Η προθεσμία θα παραταθεί σε περίπτωση ~ας ~ας. [< γαλλ. force majeure] , ηλεκτρονική βία: βίαιες σκηνές σε ηλεκτρονικά παιχνίδια, στο ίντερνετ. [< αγγλ. electronic violence] , λεκτική βία: φωνές, βρισιές, τσακωμοί, εξευτελισμοί, απειλές, σαρκασμοί-ειρωνείες, τρομοκράτηση, εκφοβισμός ή εκβιασμός., μη βία: δόγμα αποχής από κάθε μορφής βία. [< αγγλ. non violence, γαλλ. non-violence, 1921] , οικονομική βία: έλεγχος της περιουσίας και των εσόδων του θύματος, κατάχρησή τους, καταναγκαστική ή άμισθη εργασία, απαγόρευση εύρεσης απασχόλησης. [< αγγλ. economic violence] , σεξουαλική βία: γενικός όρος για δήλωση διαφόρων μορφών σεξουαλικής κακοποίησης, όπως εκπόρνευση, βιασμός, αιμομιξία, ασέλγεια, σεξουαλική παρενόχληση: ~ ~ κατά γυναικών και παιδιών. [< αγγλ. sexual violence] , σωματική βία: κάθε μορφής σωματική βλάβη που προκαλείται από ένα άτομο σε κάποιο άλλο και δημιουργεί πόνο, τραυματισμό, ακρωτηριασμό (π.χ. χαστούκι, βασανιστήρια, βιασμός, στέρηση τροφής, απόπειρα φόνου)., τυφλή βία: μαζική και αδιάκριτη βία, χωρίς συγκεκριμένο στόχο: ~ ~ κατά αθώων πολιτών. Η ~ ~ του πολέμου. [< γαλλ. violence aveugle] , ψυχολογική βία: που εκδηλώνεται ως περιφρόνηση, ταπείνωση, προσβολές, αδιαφορία, παραμέληση, καταπίεση. [< αγγλ. psychological violence] , παιδική βία βλ. παιδικός, ωμή βία βλ. ωμός ● ΦΡ.: (μόλις και) μετά βίας (λόγ.): με πολύ μεγάλη δυσκολία: Η πόρτα ~ ~ έκλεινε. ~ ~ μπορούσε να σταθεί όρθιος., με τη βία & (λόγ.) διά της βίας: με βίαιο τρόπο, με εξαναγκασμό: Τους ανάγκασαν/έβγαλαν έξω/μετέφεραν/υποχρέωσαν ~ ~. Εισέβαλαν/επέβαλε τις απόψεις του/κατέλαβε την εξουσία ~ ~. Πβ. με το ζόρι/στανιό. [< 1: αρχ. βία, γαλλ. violence 2: λόγ. επίδρ. στη λ. βια] | |
| 8994 | βιάγκρα | βι-ά-γκρα ουσ. (ουδ.): ΦΑΡΜΑΚ. χάπι που περιέχει την ουσία σιλδεναφίλη και χορηγείται σε άνδρες με στυτική δυσλειτουργία. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Viagra, 1996] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ