Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [9880-9900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
8995βιάζομαιβιά-ζο-μαι ρ. {βιά-στηκα, -στώ}: πιέζομαι χρονικά, κάνω κάτι γρήγορα: Πρέπει να ~στούμε, όπου να 'ναι έρχονται. Βιάσου, γιατί θα αργήσουμε. ~στηκαν να πανηγυρίσουν. ~ να φύγουμε διακοπές (πβ. αδημονώ, ανυπομονώ).|| Μην ξεχάσεις να μου φέρεις το βιβλίο, γιατί το ~ (: το χρειάζομαι αμέσως). Πβ. επείγομαι. ● ΦΡ.: όποιος βιάζεται σκοντάφτει (παροιμ.): ό,τι γίνεται βιαστικά μπορεί να αποτύχει. Βλ. το γοργό(ν) και χάριν έχει. ● βλ. βιάζω [< μεσν. βιάζομαι]
8996βιάζωβι-ά-ζω (σημ. 1,3) κ. βιά-ζω (σημ. 2) ρ. (μτβ.) {βία-σε, -στηκα, -στεί, -σμένος, βιάζ-οντας} 1. εξαναγκάζω σε συνουσία, ασκώντας σωματική βία ή απειλώντας. Πβ. ασελγώ, κακοποιώ σεξουαλικά. 2. επισπεύδω, επιταχύνω, πιέζω: Τίποτα δεν ~ει τις εξελίξεις. Ας μην αγχωνόμαστε, δεν μας ~ει κανείς. Θα περιμένω όσο χρειαστεί, χωρίς να ~ τα πράγματα. Βλ. εκ~, πρεσάρω.|| (αμτβ.) {γ' πρόσ.} Tο ζήτημα/το πράγμα/η υπόθεση ~ει (= επείγει). 3. (μτφ.) θίγω, προσβάλλω· αλλοιώνω, διαστρεβλώνω, παραποιώ: Εκπομπές/τραγούδια που ~ουν την αισθητική μας.|| ~ουν την αλήθεια/τη γλώσσα. Πβ. κακομεταχειρίζομαι, κακοποιώ. Βλ. παρα~. ● βλ. βεβιασμένος, βιάζομαι [< 1: αρχ. βιάζω 2: μεσν. βιάζω 3: γαλλ. violer]
3187Βιάζω

, η, ο [ἀναμεμειγμένος] α-να-με-μειγ-μέ-νος επίθ. & αναμεμιγμένος (λόγ.) & (προφ.) αναμειγμένος & αναμιγμένος 1. (μτφ.) μπλεγμένος, εμπλεκόμενος: Βρέθηκε/φέρεται ~ σε απάτη/υπόθεση διαφθοράς. ΑΝΤ. αμέτοχος 2. ανακατεμένος: ~α: υλικά. Μπλε ~ο με κίτρινο δίνει πράσινο.|| (μτφ.) Αγάπη ~η με μίσος. Μουσικά είδη ~α μεταξύ τους. ΣΥΝ. ανάμεικτος & ανάμικτος ● βλ. αναμειγνύω [< αρχ. ἀναμεμειγμένος, ἀναμεμιγμένος]

8997βιαιοπραγίαβι-αι-ο-πρα-γί-α ουσ. (θηλ.) {βιαιοπραγι-ών, συνηθέστ. στον πληθ.}: κάθε βίαιη πράξη, επίθεση με άσκηση φυσικής δύναμης κυρ. εναντίον προσώπου: κλιμάκωση/παύση των εχθροπραξιών και των ~ών. Διαπράχτηκαν/ξέσπασαν ~ες εις βάρος αμάχων. (ΑΘΛ.) ~ες παικτών κατά διαιτητών. Πβ. βιαιότητα.|| (ΝΟΜ.) ~ κατά ανωτέρου/κατωτέρου (στον στρατό). ~ και δυσφήμιση/εξύβριση/κακομεταχείριση. [< γερμ. Gewaltakt, γαλλ. acte de violence]
8998βιαιοπραγώ[βιαιοπραγῶ] βι-αι-ο-πρα-γώ ρ. (αμτβ.) {βιαιοπραγ-είς, -ώντας | βιαιοπράγ-ησε, -ήσει}: ασκώ σωματική βία συνήθ. εναντίον προσώπου: ~ησε σε βάρος της συζύγου/των παιδιών του. Πβ. επιτίθεμαι.
8999βίαιος, η, ο βί-αι-ος επίθ. 1. που χρησιμοποιεί ή γίνεται με βία: ~ος: άνθρωπος (ΑΝΤ. ήπιος, ήρεμος, πράος). ~η: αντιμετώπιση/απομάκρυνση/εισβολή/μετακίνηση (π.χ. πληθυσμών)/συμπεριφορά (πβ. επιθετική). ~ο: έγκλημα (πβ. άγριο, αποτρόπαιο, ειδεχθές, φρικιαστικό)/ξέσπασμα/συμβάν. ~οι: θάνατοι. ~ες: συγκρούσεις/συμπλοκές. ~α: επεισόδια. Πβ. βάναυσος. 2. (για καιρό) σφοδρός, μεγάλης έντασης: ~α καιρικά φαινόμενα (πβ. ακραία, επικίνδυνα, καταστροφικά). ● επίρρ.: βίαια & (λόγ.) βιαίως ● ΣΥΜΠΛ.: βίαιη προσαγωγή βλ. προσαγωγή [< 1: αρχ. βίαιος]
9000βιαιότηταβι-αι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. η ιδιότητα του βίαιου· (συνεκδ. στον πληθ.) οι αντίστοιχες ενέργειες: η ~ του πολέμου/του χαρακτήρα κάποιου. Απάνθρωπη ~ σε ζώα.|| Επεισόδια και ~ες. Διαπράχτηκαν/σημειώθηκαν ~ες (πβ. βιαιοπραγίες). Οι διαδηλωτές αντιμετωπίστηκαν με ~. Πβ. επιθετικότητα, οξύτητα. 2. (μτφ.) μεγάλη ένταση, σφοδρότητα: ~ του ανέμου/της σύγκρουσης. Πβ. ορμητικότητα. Βλ. -ότητα. [< αρχ. βιαιότης ‘βία’]
9001βιάσηβιά-ση ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): βιασύνη: Για πού το βάλατε με τόση ~; Ετοιμάστηκε χωρίς ~. Πβ. πρεμούρα, φούρια. ΣΥΝ. βια [< μεσν. βιάση]
9002βιασμόςβι-α-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΝΟΜ. έγκλημα σε βαθμό κακουργήματος το οποίο συνίσταται στον εξαναγκασμό κάποιου σε συνουσία με άσκηση σωματικής βίας ή απειλή: ομαδικός ~ (: που διαπράττεται από περισσότερα του ενός άτομα σε βάρος του ίδιου θύματος). ~ ανηλίκου. Μαζικοί/συστηματικοί ~οί κατά γυναικών. Απόπειρα/θύμα ~ού. Κατηγορείται για ~ό. ~ και σεξουαλική βία/κακοποίηση/παρενόχληση.|| Σεξουαλική πράξη χωρίς συναίνεση. Βλ. γενετήσια ελευθερία.|| (μτφ.) Ψυχ(ολογ)ικός ~. ~ (των) συνειδήσεων (: πίεση προς κάποιον να κάνει ή να δεχτεί κάτι ενάντια στις αρχές του). 2. (μτφ.) αλλοίωση, παραποίηση ή κακή χρήση: ~ της αλήθειας (= διαστρέβλωση)/των δικαιωμάτων (= καταπάτηση)/της φύσης (= καταστροφή). Βλ. εκ~. ΣΥΝ. κακοποίηση (2) [< αρχ. βιασμός 'χρήση βίας' 1: μτγν. ~ 2: γαλλ. viol]
9003βιαστήςβι-α-στής ουσ. (αρσ.): που έχει διαπράξει βιασμό: κατά συρροή ~ (πβ. δράκος). ~ ανηλίκων (βλ. παιδεραστής, παιδόφιλος).|| Επίδοξος ~.|| (μτφ.) ~ές ψυχών και συνειδήσεων. Βλ. εκ~. [< μτγν. βιαστής 'αυτός που μεταχειρίζεται βία', γαλλ. violeur]
9004βιαστικός, ή, ό βια-στι-κός επίθ. 1. που βιάζεται, δεν έχει πολύ χρόνο στη διάθεσή του: ~ός: οδηγός/περαστικός. ~ και ανυπόμονος. Τώρα είμαι ~, θα τα πούμε αργότερα. Πού πας έτσι ~ή; Περπατούσαν/έφυγαν ~οί. Πβ. φουριόζος. 2. που γίνεται γρήγορα· κατ' επέκτ. πρόχειρος, επιπόλαιος, απερίσκεπτος: ~ή: βόλτα/επίσκεψη/κίνηση/ματιά.|| ~ή: απόφαση. ~ό: συμπέρασμα. Πβ. βεβιασμένος, εσπευσμένος.|| Έχω μια ~ή (= επείγουσα) δουλειά. Βλ. εκ~. ● επίρρ.: βιαστικά ● ΦΡ.: στα βιαστικά (προφ.): γρήγορα και πρόχειρα: Έκανα καφέ/τράβηξα φωτογραφίες ~ ~. Οι σωστές δουλειές δεν γίνονται ~ ~. ΣΥΝ. στο πόδι [< μεσν. βιαστικός]
9005βιασύνηβια-σύ-νη ουσ. (θηλ.): κατάσταση κατά την οποία κάποιος πιέζεται από έλλειψη χρόνου και, συνεπώς, κάνει κάτι γρήγορα: ~ και άγχος (π.χ. για το μέλλον). Λάθη λόγω ~ης. Μ' έπιασε (η) ~ να τα πω όλα. Δεν υπάρχει λόγος ~ης. Γιατί τόση ~; Από ~ ξέχασα να υπογράψω. Μετάφραση που δείχνει προχειρότητα και ~. Μέσα/πάνω στη ~ της να φύγει, σκόνταψε. Πβ. βιάση, πρεμούρα, φούρια.βιασύνες (οι): γρήγορες και για αυτό πρόχειρες ή επιπόλαιες ενέργειες: Δεν χρειάζονται ~, η δουλειά θα γίνει με προσοχή.
9006βίβαβλ. εβίβα
9007βίβερεβί-βε-ρε {άκλ.}: μόνο στη ● ΦΡ.: βίβερε περικολοζαμέντε (προφ.): επικίνδυνος τρόπος ζωής. [< ιταλ. vivere pericolosamente]
9008βιβλι-βλ. βιβλιο-
9009βιβλιακός, ή, ό βι-βλι-α-κός επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται στα βιβλία: το αρχειακό και ~ό υλικό μιας βιβλιοθήκης/ενός σπουδαστηρίου. [< μτγν. βιβλιακός]
9010βιβλιάριοβι-βλι-ά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. ειδικό έντυπο μικρού σχήματος, συνήθ. πολυσέλιδο, που περιέχει τα ατομικά στοιχεία του κατόχου του (ονοματεπώνυμο, φωτογραφία) και χρησιμοποιείται ως πιστοποιητικό για συναλλαγές με διάφορους φορείς, δημόσιους ή ιδιωτικούς: ~ ασθενείας/ενσήμων/επιταγών (πβ. μπλοκ, τσεκ)/εργασίας/καταθέσεων (= τραπεζικό ~)/νοσηλείας/σπουδών (βλ. τρίπτυχο)/ταμιευτηρίου. ~ του Δημοσίου. Ατομικό/οικογενειακό ~ υγείας. Ανανέωση/έκδοση/θεώρηση/χορήγηση ~ου. Βγάζω ~. (παλαιότ.) Εκλογικό/(ειδικότ.) μελισσοκομικό ~. [< μτγν. βιβλιάριον, γαλλ. livret]
9011βιβλικός, ή, ό βι-βλι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Βίβλο: ~ός: (ΕΚΚΛΗΣ.) κανόνας/κατακλυσμός. ~ή: ρήση. ~ό: θαύμα. ~ές: διηγήσεις/σκηνές. Πβ. αγιογραφικός. ● ΣΥΜΠΛ.: βιβλική ερμηνευτική: ΘΕΟΛ. κλάδος που ασχολείται με την ερμηνεία της Αγίας Γραφής., βιβλική καταστροφή & (σπάν.) κατακλυσμιαία καταστροφή (μτφ.): πολύ μεγάλες ζημιές, συνήθ. λόγω ακραίων καιρικών φαινομένων: ~ ~ από τις πλημμύρες/τις πυρκαγιές/τον σεισμό/τον τυφώνα. Πβ. όλεθρος., βιβλική μορφή (μτφ.): χαρακτηρισμός ηλικιωμένου με επιβλητική και σεβάσμια εμφάνιση. [< γαλλ. biblique]
9012βιβλίοβι-βλί-ο ουσ. (ουδ.) 1. έντυπο σε μορφή σελίδων με γραπτό ή/και εικονογραφικό υλικό, δεμένων στη μία τους πλευρά, το οποίο διαθέτει εξώφυλλο και οπισθόφυλλο και έχει εκδοθεί σε πολλά αντίτυπα· κυρ. το περιεχόμενό του (π.χ. κείμενο): δερματόδετο/χαρτόδετο ~. Το κάλυμμα/τα κεφάλαια/το παράρτημα/ο πρόλογος/το σχήμα/ο τίτλος ενός ~ου. (εμφατ.) Το ~ των ~ων (= η Αγία Γραφή). ~-οδηγός μαγειρικής (βλ. τσελεμεντές). ~ τσέπης (: μικρού μεγέθους και σε προσιτή τιμή, πβ. βίπερ). Έκθεση ~ου. Μεταχειρισμένα/παλιά/σπάνια ~α (βλ. παλαιοβιβλιοπωλείο). Ράφια με ~α. ~ που εξαντλήθηκε και επανεκδόθηκε. Αγοράζω/ανοίγω/βγάζω (= εκδίδω)/διαβάζω/κλείνω/ξεφυλλίζω/φυλλομετρώ ένα ~. Μοιράστηκαν τα ~α στους μαθητές (ενν. τα σχολικά).|| Απολαυστικό/βαρετό/διασκεδαστικό/ενδιαφέρον/μεταφρασμένο/πολυδιαβασμένο (βλ. τιράζ)/συναρπαστικό/χρήσιμο ~. Διδακτικά/εξωσχολικά/επιστημονικά/λογοτεχνικά/παιδικά/πανεπιστημιακά (πβ. σύγγραμμα) ~α. (Συγ)γράφει ένα ~ για/πάνω σε ... (βλ. πνευματικά δικαιώματα). Τόποι που ξέρουμε μόνο από τα ~α (: όχι από κοντά). Βλ. άλμπουμ, ανθολόγιο, εγχειρίδιο, κατάλογος, λεύκωμα, μπροσούρα, μυθιστόρημα.|| (μτφ.) Το ~ της ζωής/της φύσης. 2. (ειδικότ.) μεγάλο τετράδιο με χοντρό συνήθ. εξώφυλλο, το οποίο χρησιμοποιείται για καταγραφή, καταχώριση στοιχείων: (ΟΙΚΟΝ.-ΛΟΓΙΣΤ.) ~ αποθήκης/επιταγών (= τσεκ, μπλοκ)/μεταγραφών (υποθηκοφυλακείου)/μετόχων. Τραπεζικά ~α. Πβ. κατάστιχο, τεφτέρι.|| (κυρ. για την Εφορία:) (Χειρόγραφο) ~ αγορών/εξόδων/εσόδων/πωλήσεων. Εμπορικά ~α και ~α επιτηδευματιών. Άνοιγμα/ενημέρωση/κλείσιμο (των) ~ων (βλ. ισολογισμός). Ανακρίβεια ~ων. Απόρριψη/έλεγχος (των) ~ων (: από τη ΔΟΥ). Επιχειρήσεις που τηρούν ~α Α'/Β'/Γ' κατηγορίας (= ~α Εφορίας). (για λογιστή) Κρατάω τα ~ (ενν. εταιρείας ή ιδιώτη).|| (γενικότ.) ~ δρομολογίων/ευχών/παραπόνων/πρακτικών/συλλυπητηρίων. Υπέγραψε στο ~ επισκεπτών. 3. σε ΦΡ. για πρόσωπο πολύ μελετηρό, βιβλιόφιλο ή το αντίθετο: άνθρωπος του ~ου. Είναι συνέχεια πάνω από ένα ~. Δεν έχει ανοίξει/πιάσει ~ στη ζωή/στα χέρια του. 4. καθένα από τα ξεχωριστά τμήματα ενός ευρύτερου γραπτού έργου: στο δεύτερο ~ της τριλογίας ... Πβ. τόμος. ● Υποκ.: βιβλιαράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ακουστικό/ηχητικό/(σπάν.) ομιλούν βιβλίο & βιβλίο ήχου: εγγραφή σε κασέτα ή κυρ. σιντί, κειμένου (συνήθ. λογοτεχνικού) που διαβάζεται συχνά από ηθοποιό ή συγγραφέα και διατίθεται στο εμπόριο: ψηφιακά ακουστικά/ομιλούντα ~α. ~ ~ για τυφλούς. [< αγγλ. audiobook, 1942, γαλλ. audiolivre, 1949], ανοιχτό βιβλίο (μτφ.): για πρόσωπο που φανερώνει τον χαρακτήρα του, που διακρίνεται από ειλικρίνεια: Σε διαβάζω/σε ξέρω σαν ~ ~., ηλεκτρονικό βιβλίο & ψηφιακό βιβλίο: κείμενο σε ψηφιακή μορφή ή υλικό που διαβάζεται ψηφιακά: διαδραστικά/ενισχυμένα/κανονικά ~ά ~α. Βλ. ηλεκτρονική έκδοση, ηλεκτρονικό χαρτί, ψηφιακή/ηλεκτρονική βιβλιοθήκη. [< αγγλ. electronic/e-book, 1988, γαλλ. e-book, 1998], βιβλίο/έργο αναφοράς βλ. αναφορά, Ιερό Βιβλίο/Κείμενο βλ. ιερός, κανονικά βιβλία βλ. κανονικός, Λευκή Βίβλος/Λευκό Βιβλίο βλ. βίβλος, ληξιαρχικά βιβλία βλ. ληξιαρχικός, λογιστικά βιβλία βλ. λογιστικός, Μπλε Βίβλος βλ. βίβλος ● ΦΡ.: τρώω/καταβροχθίζω/ρουφάω ένα βιβλίο (μτφ.): το διαβάζω γρήγορα, γιατί το βρίσκω ενδιαφέρον, συναρπαστικό., Βιβλίο Μητρώου Μαθητών/Μητρώο Μαθητών βλ. μητρώο, κλείνω τα βιβλία βλ. κλείνω [< αρχ. βιβλίον, αγγλ. book, γαλλ. livre, γερμ. Buch]
9013βιβλιο- & βιβλιό- & βιβλι-: α' συνθετικό κυρ. ουσιαστικών με αναφορά στο βιβλίο: βιβλιο-θήκη/~παρουσίαση/~πώλης. Βιβλιόφιλος.|| Bιβλιο-γραφικός.|| Bιβλιο-δετώ.|| Βιβλι-άριο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.