Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [9900-9920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9014βιβλιογραφίαβι-βλι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): κατάλογος βιβλίων ή/και δημοσιευμάτων με το όνομα του συγγραφέα, τον τίτλο, τόπο και χρόνο έκδοσής τους: βασική/γενική/διεθνής/(δια)δικτυακή (βλ. δικτυογραφία)/ειδική/εκλαϊκευμένη/ εκτενής/ελληνική/ενδεικτική/έντυπη/επιλεγμένη/επιλεκτική/επιστημονική/ηλεκτρονική/ξένη/προτεινόμενη/συμπληρωματική ~. Πλούσια/τεράστια ~. Αναζήτηση/ανασκόπηση/επιλογή/συλλογή ~ας. Παράθεση ~ας στο τέλος της εργασίας. Πρόσβαση στη ~ μέσω βάσης δεδομένων. Θεματικές ~ες και κατάλογοι. Ανέτρεξα στη/συμβουλεύτηκα τη ~. Βλ. -γραφία. ● ΣΥΜΠΛ.: γκρίζα βιβλιογραφία: εκπαιδευτικό και ερευνητικό υλικό σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή που δεν έχει διατεθεί στην αγορά (διπλωματικές, μεταπτυχιακές εργασίες, διδακτορικές διατριβές, σημειώσεις διδασκαλίας, φυλλάδια, προσωπικές ιστοσελίδες). [< αγγλ. grey literature, 1975] [< μτγν. βιβλιογραφία 'αντιγραφή βιβλίων', γαλλ. bibliographie, αγγλ. bibliography]
9015βιβλιογραφικός, ή, ό βι-βλι-ο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη βιβλιογραφία: ~ός: κατάλογος/οδηγός. ~ή: αναζήτηση/ανασκόπηση/καταγραφή/τεκμηρίωση. ~ό: δελτίο/υλικό. ~ές: βάσεις δεδομένων. ~ές (ενν. έντυπες) και διαδικτυακές αναφορές/παραπομπές/πηγές. ~ά: στοιχεία. Το ~ό μέρος/τμήμα μιας εργασίας. ● επίρρ.: βιβλιογραφικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. bibliographique, αγγλ. bibliographic(al)]
9016βιβλιογράφοςβι-βλι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με τη σύνταξη βιβλιογραφικών καταλόγων: ~-βιβλιοθηκονόμος. [< μτγν. βιβλιογράφος 'αντιγραφέας βιβλίων', γαλλ. bibliographe, αγγλ. bibliographer]
9017βιβλιογραφώ[βιβλιογραφῶ] βι-βλι-ο-γρα-φώ ρ. {-είς ... | (σπάν.) βιβλιογράφ-ησε, -ηθεί, -ημένος}: συντάσσω βιβλιογραφικούς καταλόγους ή εντάσσω σε αυτούς ένα έργο: Αποδελτιώνω και ~. ~ούνται κείμενα/μεταφράσεις/συγγράμματα. Έχουν ~ηθεί εξαντλητικά/συστηματικά έργα λογοτεχνικής κριτικής. ~ημένο: άρθρο/έντυπο. Βλ. -γραφώ. [< μεσν. βιβλιογραφώ 'αντιγράφω βιβλία', γαλλ. bibliographier, αγγλ. bibliographize]
9018βιβλιοδεσίαβι-βλι-ο-δε-σί-α ουσ. (θηλ.) & βιβλιοδέτηση: συρραφή συνήθ. φύλλων χαρτιού και κάλυψή τους με εξώφυλλο, ώστε να πάρουν τη μορφή βιβλίου: βιομηχανική/καλλιτεχνική/πανόδετη/πολυτελής/χειροποίητη ~. ~ εγγράφων/ημερολογίων. ~ από δέρμα/ύφασμα/χαρτί. Σύστημα ~ας με μεταλλική ράχη. Μηχανή ~ας με θερμοκόλληση/σπιράλ. Τόμοι περιοδικών για ~. Εκτυπώσεις/πλαστικοποιήσεις και ~ες. Πβ. δέσιμο, στάχωση.|| (κατ' επέκτ.) ~ των φωτογραφιών στο άλμπουμ. [< γερμ. Buchbinderei]
9019βιβλιοδετείο[βιβλιοδετεῖο] βι-βλι-ο-δε-τεί-ο ουσ. (ουδ.): εργαστήριο βιβλιοδεσίας: καλλιτεχνικό ~. Πιεστήριο/τυπογραφείο-~. [< γερμ. Buchbinderei]
9020βιβλιοδετημένος, η, ο βι-βλι-ο-δε-τη-μέ-νος επίθ.: που έχει δεθεί συνήθ. με κάλυμμα και έχει πάρει τη μορφή βιβλίου: ~ος: τόμος. ~ο: σημειωματάριο. ~α: αντίγραφα/τεύχη (περιοδικού). Παρέδωσα την πτυχιακή μου ~η με θερμοκόλληση/σπιράλ. Βλ. δερματόδετος. ΑΝΤ. άδετος (2)
9021βιβλιοδέτηςβι-βλι-ο-δέ-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με τη βιβλιοδεσία: ~ και τυπογράφος. Τεχνίτης-~. 2. {μόνο στο αρσ.} μηχάνημα βιβλιοδεσίας: επαγγελματικός/ηλεκτρικός/μηχανικός ~. ~ γραφείου. [< 1: μεσν. βιβλιοδέτης, γερμ. Buchbinder]
9022βιβλιοδετικός, ή, ό βι-βλι-ο-δε-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον βιβλιοδέτη ή τη βιβλιοδεσία: ~ά: μηχανήματα/συστήματα. Εκδοτικός και ~ οίκος. ● Ουσ.: βιβλιοδετική (η): η τεχνική ή τέχνη της βιβλιοδεσίας.
9023βιβλιοθεραπείαβι-βλι-ο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. μορφή ψυχοθεραπείας κατά την οποία ο ασθενής διαβάζει επιλεγμένα βιβλία για την επίλυση προβλημάτων του ή για άλλους θεραπευτικούς σκοπούς. Βλ. -θεραπεία. [< αγγλ. bibliotherapy, 1914, γαλλ. bibliothérapie, 1970]
9024βιβλιοθηκάριοςβι-βλι-ο-θη-κά-ρι-ος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -αρίου}: υπάλληλος βιβλιοθήκης, υπεύθυνος κυρ. για θέματα λειτουργίας της, για την τακτοποίηση, ταξινόμηση, φύλαξη και συντήρηση του υλικού και την εξυπηρέτηση του κοινού. [< μεσν. βιβλιοθηκάριος, γαλλ. bibliothécaire, γερμ. Bibliothekar]
9025βιβλιοθήκηβι-βλι-ο-θή-κη ουσ. (θηλ.) 1. κτίριο, αίθουσα ή δωμάτιο κατοικίας για φύλαξη, ανάγνωση ή/και δανεισμό κυρ. ταξινομημένων βιβλίων, χειρογράφων, περιοδικών, πολυμέσων· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος οργανισμός· συνεκδ. συλλογή από τέτοια έργα: δημοτική/Εθνική/κεντρική/πανεπιστημιακή/σχολική ~. Ίδρυση/λειτουργία/το προσωπικό/υπεύθυνος (= βιβλιοθηκάριος) ~ης. Πβ. σπουδαστήριο. Βλ. πρόσκτηση. || Ενημερωμένη/ιδιωτική/μουσική/πλούσια ~. Εμπλουτίζει την προσωπική του ~ με καινούργιες εκδόσεις. Δώρισε τη ~ της στο πανεπιστήμιο. 2. έπιπλο με ράφια για τοποθέτηση κυρ. βιβλίων: ξύλινη ~. ~ γραφείου. Βλ. -θήκη. 3. σειρά βιβλίων του ίδιου επιστημονικού κλάδου που εκδίδονται συνήθ. από εκδοτικό οίκο και αναφέρονται σε συγκεκριμένο θέμα: ιστορική/λαογραφική/μαθηματική/μεσαιωνική/νομική/φιλοσοφική ~. ~ αρχαίων κλασικών συγγραφέων. 4. ΠΛΗΡΟΦ. συλλογή από προγράμματα ή ρουτίνες που χρησιμοποιούνται συχνά. ● Υποκ.: βιβλιοθηκούλα (η): κυρ. στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: δανειστική βιβλιοθήκη: που επιτρέπει τον δανεισμό., κινητή βιβλιοθήκη: όχημα που προσφέρει υπηρεσίες της κεντρικής μόνιμης βιβλιοθήκης μιας περιφέρειας σε απομακρυσμένους οικισμούς και χωριά: παιδική ~ ~. Επισκέψεις της ~ής ~ης σε κατασκηνωτικά κέντρα. [< γαλλ. bibliothèque itinérante, bibliobus, 1930] , φορητή βιβλιοθήκη: ΠΛΗΡΟΦ. ψηφιακή συσκευή μικρού μεγέθους, που χρησιμοποιείται ως αποθηκευτικός χώρος κυρ. για ηλεκτρονικά βιβλία ή μουσικά αρχεία. [< αγγλ. portable library] , ψηφιακή/ηλεκτρονική βιβλιοθήκη: ΠΛΗΡΟΦ. συλλογή πληροφοριακού υλικού (βιβλίων, περιοδικών, αρχείων, εικόνων) σε ηλεκτρονική μορφή: ~ ~ για την εκπαίδευση. Διαπανεπιστημιακό σύστηµα ~ής ~ης. ~ές ~ες ανοιχτού κώδικα. Πβ. ψηφιοθήκη. Βλ. ιδρυματικό καταθετήριο. [< αγγλ. digital library/electronic, e-library], γονιδιωματική βιβλιοθήκη βλ. γονιδιωματικός, κατάλογος βιβλιοθήκης βλ. κατάλογος ● ΦΡ.: είναι ζωντανή/κινητή βιβλιοθήκη/εγκυκλοπαίδεια βλ. εγκυκλοπαίδεια [< 1: μτγν. βιβλιοθήκη, γαλλ. bibliothèque, γερμ. Bibliothek]
9026βιβλιοθηκονομίαβι-βλι-ο-θη-κο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): επιστημονικός κλάδος που σχετίζεται με την επεξεργασία, οργάνωση, διαχείριση και διάθεση γνώσεων και πληροφοριών σε βιβλιοθήκες ή άλλα κέντρα πληροφόρησης (π.χ. αρχεία, μουσεία): ~ και Επιστήμη της Πληροφόρησης. Τμήμα Αρχειονομίας-~ας. Βλ. καταλογογράφηση. [< γαλλ. bibliothéconomie]
9027βιβλιοθηκονομικός, ή, ό βι-βλι-ο-θη-κο-νο-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον βιβλιοθηκονόμο ή τη βιβλιοθηκονομία: ~ή: εκπαίδευση/επεξεργασία (υλικού). (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: υποστήριξη χρηστών συστήματος. ~ό: πρόγραμμα. Διεθνή ~ά πρότυπα. [< γαλλ. bibliothéconomique]
9028βιβλιοθηκονόμοςβι-βλι-ο-θη-κο-νό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο ειδικευμένο στη βιβλιοθηκονομία: αρχειονόμος-~. Σχολικός ~. Βλ. -νόμος.
9029βιβλιοκαφέβι-βλι-ο-κα-φέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: βιβλιοπωλείο με ειδικά διαμορφωμένο χώρο για καφέ και σνακ, όπου συνήθ. πραγματοποιούνται παρουσιάσεις νέων βιβλίων, αφιερώματα σε συγγραφείς ή μικρές μουσικές εκδηλώσεις. Βλ. καφεθέατρο, καφωδείο.
9030βιβλιοκρισίαβι-βλι-ο-κρι-σί-α ουσ. (θηλ.): βιβλιοκριτική: εκτενής/σύντομη. ~ες και βιβλιοπαρουσιάσεις.
9031βιβλιοκριτικός, ή, ό βι-βλι-ο-κρι-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη βιβλιοκρισία: ~ή: μελέτη. ~ό: δοκίμιο. ~ά: άρθρα/σημειώματα. ● Ουσ.: βιβλιοκριτική (η): δημοσιευμένη κριτική ενός συνήθ. πρόσφατα εκδοθέντος έργου: στήλη ~ής σε περιοδικό. Βλ. βιβλιοπαρουσίαση, δισκοκριτική. ΣΥΝ. βιβλιοκρισία, βιβλιοκριτικός (ο/η): πρόσωπο που ασχολείται με τη βιβλιοκρισία.
9032βιβλιολογίαβι-βλι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): μελέτη του βιβλίου ως φυσικού αντικειμένου (π.χ. τεχνικές κατασκευής, προώθησης στο εμπόριο) ή μέσω διαφόρων επιστημονικών κλάδων (π.χ. βιβλιογραφία, ιστορία του βιβλίου). Βλ. -λογία. [< γαλλ. bibliologie, αγγλ. bibliology]
9033βιβλιομανίαβι-βλι-ο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.) (συχνά με αρνητ. συνυποδ.): πάθος για ανάγνωση ή/και συλλογή βιβλίων. Πβ. βιβλιο-φαγία, -φιλία. Βλ. -μανία. [< γερμ. Bibliomanie, γαλλ. bibliomanie]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.