Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [9920-9940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9034βιβλιοπαραγωγήβι-βλι-ο-πα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.): το σύνολο των βιβλίων που εκδίδονται: εγχώρια/ελληνική/ξένη/παιδική/σύγχρονη ~. Βλ. -παραγωγή.
9035βιβλιοπαρουσίασηβι-βλι-ο-πα-ρου-σί-α-ση ουσ. (θηλ.): παρουσίαση στο κοινό βιβλίου που εκδόθηκε πρόσφατα: ~ και συζήτηση με τον συγγραφέα. Εκδήλωση ~ης. Σελίδες/στήλη ~ης και βιβλιοκριτικής.
9036βιβλιοπρότασηβι-βλι-ο-πρό-τα-ση ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: πρόταση για ανάγνωση βιβλίων που γίνεται κυρ. από περιοδικό, εφημερίδα ή ιστοσελίδα.
9037βιβλιοπωλείο[βιβλιοπωλεῖο] βι-βλι-ο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα βιβλίων και συχνά γραφικής ύλης και ειδών δώρων: κεντρικό/ξενόγλωσσο ~. Το λεξικό βρίσκεται ήδη στις προθήκες/στα ράφια των ~ων. Βλ. παλαιο~.|| Διαδικτυακό/ηλεκτρονικό/ψηφιακό ~. Πβ. βιβλιοχαρτοπωλείο. Βλ. -πωλείο. [< μτγν. βιβλιοπωλεῖον]
9038βιβλιοπώληςβι-βλι-ο-πώ-λης ουσ. (αρσ.) {θηλ. βιβλιοπώλισσα}: ιδιοκτήτης ή υπάλληλος βιβλιοπωλείου. Πβ. βιβλιοχαρτοπώλης. Βλ. -πώλης. [< αρχ. βιβλιοπώλης]
9039βιβλιόσημοβι-βλι-ό-ση-μο ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.): έντυπο ή εγχάρακτο σήμα ή σφραγίδα που δηλώνει τον κάτοχο, τον εκδοτικό οίκο ή τη βιβλιοθήκη όπου ανήκει ένα βιβλίο και τοποθετείται συνήθ. στο εσώφυλλό του: επικολλημένο ~. Βλ. οικόσημο, -σημο.
9040βιβλιοστάσιοβι-βλι-ο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.): τμήμα βιβλιοθήκης, με περιορισμένη συνήθ. πρόσβαση, στο οποίο φυλάσσονται ή αποθηκεύονται βιβλία σε ειδικά ράφια: ανοικτά/κλειστά ~α. Βλ. -στάσιο.
9041βιβλιοστάτηςβι-βλι-ο-στά-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.): βάση που συγκρατεί τα βιβλία όρθια σε βιβλιοθήκη: μεταλλικός/ξύλινος ~. Πβ. γωνίες βιβλίων. Βλ. -στάτης. [< γαλλ. serre-livre(s), 1936]
9042βιβλιοφαγίαβι-βλι-ο-φα-γί-α ουσ. (θηλ.): πάθος για ανάγνωση βιβλίων. Πβ. βιβλιο-μανία, -φιλία. Βλ. -φαγία.
9043βιβλιοφάγοςβι-βλι-ο-φά-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): φανατικός αναγνώστης βιβλίων: βιβλιόφιλος και ~. Πβ. πολυδιαβασμένος. Βλ. -φάγος. [< γαλλ. bibliophage, αγγλ. bibliophagist]
9044βιβλιοφιλίαβι-βλι-ο-φι-λί-α ουσ. (θηλ.): η αγάπη για τα βιβλία, το διάβασμα. Πβ. βιβλιομανία. Βλ. φιλαναγνωσία, -φιλία. [< γαλλ. bibliophilie, γερμ. Bibliophilie]
9045βιβλιοφιλικός, ή, ό βι-βλι-ο-φι-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον βιβλιόφιλο ή τη βιβλιοφιλία: ~ό: μπλογκ/παζάρι.
9046βιβλιόφιλος, η, ο βι-βλι-ό-φι-λος επίθ./ουσ. {γεν. αρσ. ουσ. -ων (λόγ.) -ίλων}: πρόσωπο που του αρέσει το διάβασμα και συνήθ. συλλέγει πολύτιμες και σπάνιες εκδόσεις βιβλίων: το ~ο κοινό. Βλ. φιλαναγνώστης, -φιλος. [< ιταλ. bibliofilo, γαλλ. bibliophile, γερμ. bibliophil]
9047βιβλιοχαρτοπωλείο[βιβλιοχαρτοπωλεῖο] βι-βλι-ο-χαρ-το-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα πώλησης βιβλίων και χαρτικών. Πβ. βιβλιοπωλείο.
9048βιβλιοχαρτοπώληςβι-βλι-ο-χαρ-το-πώ-λης ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης ή υπάλληλος βιβλιοχαρτοπωλείου. Πβ. βιβλιοπώλης. Βλ. -πώλης.
9049βίβλοςβί-βλος ουσ. (θηλ.) 1. ΘΡΗΣΚ. (με κεφαλ. το αρχικό Β) η Αγία Γραφή: τα βιβλία/χωρία της ~ου. Πβ. Ιερά Γράμματα, Παλαιά και Καινή Διαθήκη. Βλ. Ιερές Γραφές, Κοράνι, Ταλμούδ. 2. σύγγραμμα, εγχειρίδιο που θεωρείται το πιο έγκυρο σε κάποιον τομέα: η ~ του καλού/σύγχρονου επιχειρηματία. ● ΣΥΜΠΛ.: Λευκή Βίβλος/Λευκό Βιβλίο: ΠΟΛΙΤ. καθένα από τα επίσημα έγγραφα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που περιέχουν προτάσεις κοινοτικής δράσης σε συγκεκριμένους τομείς: ~ ~ για την ανάπτυξη/την ανταγωνιστικότητα και την απασχόληση. [< αγγλ. White Paper] , Μαύρη Βίβλος: βιβλίο ή σύνολο κειμένων που αναφέρονται σε αρνητικά και κατακριτέα στοιχεία (καθεστώτος, κράτους, προσώπου): η ~ ~ του καπιταλισμού/του φασισμού. [< γαλλ. Livre Noir] , Μπλε Βίβλος & Βιβλίο: ΠΟΛΙΤ. καθένα από τα επίσημα έγγραφα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που περιέχουν τους στρατηγικούς στόχους και τις συστάσεις της Επιτροπής για κοινοτική δράση στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών. [< αγγλ. Blue Paper] , Πράσινη Βίβλος/Πράσινο Βιβλίο: ΠΟΛΙΤ. καθένα από τα επίσημα έγγραφα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αποσκοπούν στην προώθηση του προβληματισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο για συγκεκριμένο θέμα: ~ ~ για την ενέργεια/την επιχειρηματικότητα. [< αγγλ. Green Paper, 1967] , χαρτί βίβλου: ΤΥΠΟΓΡ. λεπτό αδιαφανές χαρτί εκτύπωσης [< αγγλ. Bibel paper, 1903, γαλλ. Papier bible] , χρυσή βίβλος 1. (μτφ., συνήθ. στον αθλητισμό) καταγραφή των πιο λαμπρών ονομάτων, στιγμών ή περιστατικών που αφορούν έναν χώρο: η ~ ~ του κυπέλλου/των μεταλλίων/των πρωταθλητών/των τελικών. 2. ΙΣΤ. κατάλογος με τα ονόματα των ευγενών την περίοδο της Ενετοκρατίας, κυρ. στα Επτάνησα. ΣΥΝ. λίμπρο ντ' όρο [< ιταλ. libro d'oro] [< 1: μτγν. Βίβλος 2: γαλλ.-αγγλ. bible]
9050βιβούρνο[βιβοῦρνο] βι-βούρ-νο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. καλλωπιστικoί θάμνοι (γένος Viburnum) με πυκνό πράσινο φύλλωμα, αρωματικά άνθη λευκού ή ροζ χρώματος και σκουρόχρωμους καρπούς. Πβ. χιονόσφαιρα. [< ιταλ. viburno]
9051βίγκανβί-γκαν & βέγκαν (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: άτομο που δεν καταναλώνει κρέας, ψάρι και γενικά κάθε είδους ζωικά προϊόντα, αυστηρός χορτοφάγος. || (ως επίθ.) ~ διατροφή/κουζίνα/συνταγές. Πβ. βετζετέριαν. [< αγγλ. vegan, 1944 < veg(etari)an, ιταλ. ~, 1993]
9052βιγκανισμόςβι-γκα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): φιλοσοφία και τρόπος ζωής των βίγκαν που συνδέεται κατά βάθος με τις ηθικές αξίες του σεβασμού στα ζώα και το περιβάλλον. ΣΥΝ. αυστηρή/ολική χορτοφαγία. [< αγγλ. veganism, 1944, γαλλ. véganisme, 1963, ιταλ. veganismo, 1977]
9053βίγλαβί-γλα ουσ. (θηλ.) (παρωχ.-λογοτ.): θέση σε ψηλό σημείο από την οποία μπορεί κάποιος να εποπτεύει, να ελέγχει μια περιοχή. Πβ. καραούλι, παρατηρητήριο, σκοπιά. [< μεσν. βίγλα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.