| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 9054 | βιγλάτορας | βι-γλά-το-ρας ουσ. (αρσ.) (παρωχ.-λογοτ.): πρόσωπο που εποπτεύει μια περιοχή από τη βίγλα. Πβ. παρατηρητής, σκοπός, φρουρός. Βλ. -τορας. [< μεσν. βιγλάτορας] | |
| 9055 | βιγλίζω | βι-γλί-ζω ρ. (μτβ.) {συνήθ. στο γ' πρόσ.} (παρωχ.-λογοτ.): εποπτεύω, παρατηρώ μια περιοχή από τη βίγλα· κατ' επέκτ. αγναντεύω. Βλ. κατοπτεύω, παρακολουθώ. [< μεσν. βιγλίζω] | |
| 9056 | βιγόνια | βλ. μπιγκόνια | |
| 9057 | βίδα | βί-δα ουσ. (θηλ.) {βιδών}: καρφί ποικίλων διαστάσεων με ελικοειδείς αυλακώσεις στον κορμό και εσοχή στην κεφαλή, το οποίο με περιστροφικές κινήσεις εισχωρεί συνήθ. σε οπές ανάλογου μεγέθους, για να στερεωθούν ή να συναρμολογηθούν αντικείμενα ή κατασκευές: ανοξείδωτες/εξάγωνες/μεταλλικές/φρεζάτες ~ες. Οι βόλτες/το σπείρωμα μιας ~ας. ~ες ασφάλισης/ρύθμισης (π.χ. της παροχής νερού)/συγκράτησης (π.χ. της κόρνας στο τιμόνι). Τοποθέτηση των ραφιών με ~ες στον τοίχο. (Ξε)βιδώνω/σφίγγω τη ~. Οι ~ες του τραπεζιού έχουν (ξε)λασκάρει/χαλαρώσει. Πβ. κοχλίας. Βλ. γκρόβερ, ούπα, παξιμάδι, ροδέλα, ξυλό-, σταυρό-βιδα. ● βίδες (οι): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. φουζίλι. Βλ. λαζάνια, πένες, φαρφάλες. ● Υποκ.: βιδάκι (το), βιδούλα & βιδίτσα (η) ● ΦΡ.: γίναμε/θα γίνουμε βίδες (αργκό): για άσχημο τσακωμό: Πρόσεξε πώς μιλάς, γιατί θα γίνουμε ~ εδώ μέσα! ΣΥΝ. γίναμε από δυο χωριά (χωριάτες), γίνομαι μπίλιες (με κάποιον), κάνω βίδες (λαϊκό-μτφ.) 1. (για αντικείμενα, συσκευές, μηχανές) διαλύω, αποσυναρμολογώ ή καταστρέφω: Έκανε ~ το κινητό/τον υπολογιστή.|| (για ατύχημα) Το αυτοκίνητο έγινε βίδες (= σμπαράλια). Πβ. φύλλο (και) φτερό. ΣΥΝ. κάνω κομμάτια (1), σμπαραλιάζω (1) 2. (για πρόσ.) αποστομώνω, νικώ: Τους έκανε όλους ~., του 'στριψε/του λασκάρισε/του 'φυγε η/καμιά βίδα (μτφ.-προφ.): τρελάθηκε, παλάβωσε: Γιατί κάνει έτσι; Του ~ ~; Τελικά δεν θέλει και πολύ για να σου στρίψει η βίδα. [< βεν. vida] | |
| 9058 | βιδολόγος | βι-δο-λό-γος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο κοπής του σπειρώματος της βίδας· κατσαβίδι: ηλεκτρικός ~. ~ μπαταρίας. ~οι και τρυπάνια. Πβ. κολαούζο, σπειροτόμος, φιλιέρα. Βλ. γλύφανο, ξύστρα, -λόγος. | |
| 9059 | βίδρα | βί-δρα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. υδρόβιο θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Lutra-Lutra), στο μέγεθος της νυφίτσας, με νηκτικές μεμβράνες στα δάχτυλα των ποδιών, το οποίο απειλείται με εξαφάνιση, γι' αυτό και είναι αυστηρά προστατευόμενο είδος. Βλ. λουτρ. ΣΥΝ. ενυδρίδα [< σλαβ. vidră] | |
| 9060 | βίδωμα | βί-δω-μα ουσ. (ουδ.) {βιδώμ-ατος} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βιδώνω: μαλακό/σκληρό ~. ~ με δράπανο/ούπα. ~ για τη συναρμολόγηση αρμών. Εργαλεία ~ατος. ΑΝΤ. ξεβίδωμα | |
| 9061 | βιδώνω | βι-δώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {βίδω-σα, βιδώ-σω, -θηκε, -θεί, -μένος, βιδών-οντας}: κάνω μία βίδα να εισχωρήσει σε οπή με περιστροφικές κινήσεις· κατ' επέκτ. στερεώνω, συνδέω κάτι, περιστρέφοντάς το: ~ το καπάκι/τη λάμπα. Προβολέας που ~ει (: στηρίζεται με βίδα) στον προφυλακτήρα. Κοχλίας που ~ει δεξιόστροφα. Δεν ~θηκε καλά/σωστά η τάπα. Μεντεσέδες ~μένοι στην πόρτα.|| (μτφ.-προφ.) Δεν ξέρω τι ~θηκε (= καρφώθηκε) στο μυαλό μου εκείνη τη στιγμή.|| Άνθρωποι ~μένοι (= ακινητοποιημένοι, καθηλωμένοι, κολλημένοι) στον καναπέ. ΑΝΤ. ξεβιδώνω (1) ● ΦΡ.: μου τη βιδώνει (αργκό) 1. για ενέργεια ή σκέψη που γίνεται αυθόρμητα, απερίσκεπτα, ξαφνικά ή αυθαίρετα: Έτσι του τη βίδωσε κι έφυγε. ΣΥΝ. μου καπνίζει, μου κατεβαίνει (στο κεφάλι/στο μυαλό), μου μπαίνει/καρφώνεται (κάτι) στο μυαλό/κεφάλι (1), μου την καρφώνει 2. με εκνευρίζει: ~ ~ το υφάκι της. ΣΥΝ. μου τη βαράει, μου τη δίνει/μου τη σπάει | |
| 9062 | βιδωτός | , ή, ό βι-δω-τός επίθ.: που συνδέεται ή στερεώνεται με βίδες ή βίδωμα: ~ή: κατασκευή/λάμπα (βλ. μπαγιονέτ). ~ό: βύσμα/καπάκι. Δοχεία με ~ά ή κουμπωτά πώματα. Πβ. κοχλιωτός. | |
| 9063 | βιενουά | βιε-νου-ά επίθ. {άκλ.}: (για ρόφημα ή φαγητό) που ο τρόπος παρασκευής του προέρχεται από την Βιέννη: καφές/σοκολάτα ~ (: με σαντιγί).|| Σνίτσελ ~. Βλ. πανέ. [< γαλλ. viennois] | |
| 9064 | βίζα | βί-ζα ουσ. (θηλ.): θεώρηση διαβατηρίου που επιτρέπει την είσοδο και παραμονή σε χώρα ή την έξοδο από αυτή, η οποία χορηγείται στον αιτούντα από τις διπλωματικές της Αρχές (πρεσβεία, προξενείο): μεταναστευτική/τουριστική/φοιτητική ~. Ανανέωση/έγκριση/έκδοση/κάτοχος/χορήγηση ~ας. Νόμιμες/παράνομες ~ες. [< γαλλ.-αγγλ. visa] | |
| 9065 | βιζαβί | βι-ζα-βί επίρρ. (προφ.): πρόσωπο με πρόσωπο, αντικριστά: Βρέθηκαν/ήρθαν/κάθισαν/στάθηκαν ~. Πβ. ανφάς, ενώπιος ενωπίω, φάτσα με φάτσα, φέις του φέις. [< γαλλ. vis-à-vis] | |
| 9066 | βίζιτα | βί-ζι-τα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. (μειωτ.) συνουσία επί πληρωμή, συνήθ. στον χώρο του πελάτη· συνεκδ. εκδιδόμενη γυναίκα, πόρνη: Κάνει/παίρνει ~ες (= εκδίδεται). Βγαίνει για ~ες.|| ~ πολυτελείας. Πβ. βιζιτού. 2. (παλαιότ.) επίσκεψη φίλων ή γιατρού. ● ΣΥΜΠΛ.: αρμένικη βίζιτα βλ. αρμενικός [< μεσν. βίζιτα, ιταλ. visita] | |
| 9067 | βιζιτού | βι-ζι-τού ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): πόρνη. Πβ. βίζιτα. Βλ. -ού1. | |
| 9068 | βιζόν | βι-ζόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. σαρκοφάγο θηλαστικό που συγγενεύει με τη νυφίτσα (επιστ. ονομασ. Mustela vison, M. lutreola) και (κυρ.-συνεκδ. κ. στο θηλ.) η πολύτιμη γούνα του: ετόλ/ζακέτα/παλτό (από) ~. ΣΥΝ. μινκ. Βλ. ερμίνα, ρακούν, ρενάρ. [< γαλλ. vison] | |
| 9069 | βικάριος | βι-κά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΕΚΚΛΗΣ. (στην Καθολική Εκκλησία) αναπληρωτής επισκόπου, ο οποίος έχει συνήθ. μικρότερο βαθμό. Βλ. τοποτηρητής. [< μτγν. βικάριος] | |
| 9070 | βικιπαίδεια | βι-κι-παί-δει-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) γουικιπαίδεια: ΔΙΑΔΙΚΤ. διεθνής, διαδικτυακή εγκυκλοπαίδεια με ελεύθερο περιεχόμενο, το οποίο διαμορφώνεται με τη συμμετοχή των χρηστών της. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Wikipedia, 2001, χαβανέζικο wiki ‘γρήγορα’ + pedia] | |
| 9071 | βίκος | βί-κος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. φυτικό είδος (επιστ. ονομασ. Vicia sativa) της οικογένειας των ψυχανθών που χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή και για χλωρή λίπανση. Βλ. ρόβι. [< πβ. μτγν. βικία, η < λατ. vicia] | |
| 9072 | βικτωριανός | , ή, ό βι-κτω-ρια-νός επίθ.: πουριτανικός: ~ή: ηθική. ~ές: αξίες. ~ό και συντηρητικό πνεύμα. [< αγγλ. victorian] | |
| 9073 | βίλα | βί-λα ουσ. (θηλ.): μεγάλη, πολυτελής κατοικία, συνήθ. στην εξοχή ή σε προάστια: διώροφη (πβ. μεζονέτα)/ενοικιαζόμενη/νεοκλασική/παραδοσιακή ~. ~ με θέα/κήπο/πισίνα. Ξενοδοχείο-~. Βλ. τροχο~. ΣΥΝ. έπαυλη ● Υποκ.: βιλίτσα (η) ● Μεγεθ.: βιλάρα (η) [< ιταλ.-γαλλ. villa] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ