Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [9960-9980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9074βιλαέτιβι-λα-έ-τι ουσ. (ουδ.) 1. ΙΣΤ. ευρύτερη διοικητική περιφέρεια επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. 2. (μτφ.) χώρος όπου κάποιος ασκεί αυθαίρετα εξουσία: Το κράτος δεν είναι δικό τους ~. ΣΥΝ. τσιφλίκι (2) [< τουρκ. vilâyet]
9075βιμπράτοβι-μπρά-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. (στα έγχορδα ή πνευστά όργανα ή στο τραγούδι) γρήγορη και ελάχιστα αισθητή διακύμανση του τονικού ύψους των μουσικών φθόγγων: εκφραστικό ~. Πβ. τρέμολο. [< ιταλ. vibrato]
9076βιμπραφωνίσταςβι-μπρα-φω-νί-στας ουσ. (αρσ.): ΜΟΥΣ. μουσικός που παίζει βιμπράφωνο: ~ της τζαζ. Βλ. σαξοφωνίστας, -ίστας. [< γαλλ. vibraphoniste, 1949, αγγλ. vibraphonist]
9077βιμπράφωνοβι-μπρά-φω-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ώνου} & βιμπραφόν: ΜΟΥΣ. κρουστό όργανο με δύο σειρές μεταλλικών πλήκτρων που πάλλονται καθώς τα χτυπά ο μουσικός με δύο μπαγκέτες: μέθοδοι τζαζ για ~. Πβ. μαρίμπα, μεταλλό-, ξυλό-φωνο. [< γαλλ. vibraphone, 1930, αγγλ. ~, 1926]
9078βινεγκρέτβι-νε-γκρέτ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. κρύα σάλτσα από λάδι, ξίδι και αλάτι, συνήθ. αρωματισμένη, που συνοδεύει κυρ. σαλάτες και λαχανικά: σος ~. ~ λεμονιού/μελιού/μουστάρδας/ντομάτας/πορτοκαλιού. Πβ. λαδόξιδο. Βλ. ντρέσινγκ. [< γαλλ. vinaigrette]
9079βινιέταβι-νιέ-τα & βι-νι-έ-τα ουσ. (θηλ.) 1. διακοσμητικό, διαφημιστικό ή άλλου είδους σχέδιο, σε έντυπο ή ιστοσελίδα· (ειδικότ. στα κόμικς) καρέ μέσα στο οποίο σχεδιάζεται ένα σκίτσο· (κυρ. παλαιότ.) σχεδίασμα στην πρώτη σελίδα ή στο τέλος των κεφαλαίων ενός βιβλίου ή περίγραμμα σελίδων. Βλ. σκιαγράφηση. 2. σύντομο πεζογράφημα τριών έως πέντε σελίδων· (κυρ. ΚΙΝΗΜ.) καθεμία από τις φαινομενικά ασύνδετες μεταξύ τους ιστορίες που αποτελούν ένα φιλμ: Επτά ξεκαρδιστικές ~ες συνθέτουν την τελευταία του ταινία. Πβ. στιγμιότυπο. 3. μικρό αυτοκόλλητο που επικολλάται συνήθ. σε αντικείμενο ή προϊόν με νομική ισχύ: ~ες διοδίων. Πβ. ένσημα. Βλ. -έτα. [< γαλλ. vignette, ιταλ. vignetta]
9080βινίλβλ. βινύλ
9081βιντάζβι-ντάζ επίθ. {άκλ.} & βίντατζ: που ακολουθεί την παλιά μόδα: ~ αυτοκίνητα/φωτογραφίες. Πβ. παλιομοδίτικος, ρετρό. Βλ. κλασικός, ντεμοντέ, πασέ. ΑΝΤ. μοντέρνος (2) [< γαλλ.-αγγλ. vintage]
9082βίντεοβί-ντε-ο ουσ. (ουδ.) {άκλ. (προφ. -ου | -α)} 1. βιντεοκασέτα ή κυρ. το περιεχόμενό της (π.χ. ταινία): ερασιτεχνικό ~ (: που έχει γυριστεί από ερασιτέχνη). Αρχείο/μοντάζ/προβολή (= βιντεοπροβολή) ~. Έφτιαξε ένα ~ για την ιδιαίτερη πατρίδα του. Πβ. βιντεοταινία. Βλ. ντιβιντί.|| (ως παραθετικό σύνθ.) ~-ντοκουμέντο/σοκ. 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. συσκευή μαγνητικής καταγραφής εικόνας και ήχου που μεταδίδονται συνήθ. από τηλεόραση ή βιντεοκάμερα ή και αναπαραγωγής τους σε οθόνη· η αντίστοιχη διαδικασία, τεχνική: λήψη/σήμα (: που συμβάλλει στη μετάδοση μιας εικόνας, πβ. εικονοσήμα)/σύστημα ~. Γράφω ταινίες στο ~. Πβ. μαγνητοσκόπιο. ● Υποκ.: βιντεάκι (το): στη σημ. 1: ~ που κυκλοφορεί στο ίντερνετ. Τράβηξα ~ με το κινητό μου. [< αγγλ. video, 1935, γαλλ. vidéo, 1960]
9083βίντεο αρτβλ. βιντεοτέχνη
9084βίντεο γκέιμβλ. βιντεοπαιχνίδι
9085βίντεο γουόλβλ. βιντεοοθόνη
9086βιντεογράφησηβι-ντε-ο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.) & βιντεογραφία: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βιντεογραφώ: φωτογράφιση και ~ γάμων, βαπτίσεων και άλλων εκδηλώσεων. ~ και ηχογράφηση τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών εκπομπών. Πβ. βιντεοσκόπηση. Βλ. -γράφηση. [< αγγλ. videography, 1969, γαλλ. vidéographie, 1975]
9087βιντεογραφώ[βιντεογραφῶ] βι-ντε-ο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {βιντεογραφ-είς ... | βιντεογράφ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: καταγράφω σε βίντεο, μαγνητοσκοπώ: ~ησα την εκπομπή/τη σκηνή. ~ήθηκαν στιγμιότυπα. ~ημένο: ντοκουμέντο/υλικό. Βλ. -γραφώ. [< αγγλ. video, 1971]
9088βιντεοδίσκοςβι-ντε-ο-δί-σκος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ντιβιντί. [< αγγλ. videodisc, 1964, γαλλ. vidéodisque, 1972]
9089βιντεοεγγραφήβι-ντε-ο-εγ-γρα-φή ουσ. (θηλ.): εγγραφή σε βίντεο, μαγνητοσκόπηση: συσκευή ~ής. [< αγγλ. video (tape) recording, 1949]
9090βιντεοεγκατάστασηβι-ντε-ο-ε-γκα-τά-στα-ση ουσ. (θηλ.) & βίντεο εγκατάσταση: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. είδος σύγχρονης τέχνης στην οποία δημιουργίες προβάλλονται και με χρήση βίντεο, συνήθ. στο πλαίσιο έκθεσης ή φεστιβάλ. Πβ. βιντεοτέχνη. [< αγγλ. video installation]
9091βιντεοεπιτήρησηβι-ντε-ο-ε-πι-τή-ρη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. παρακολούθηση ιδιωτικών ή δημόσιων χώρων με κάμερες ασφαλείας: μέτρα/συστήματα ~ης. Βλ. κλειστό κύκλωμα. [< αγγλ. video surveillance]
9092βιντεοθήκηβι-ντε-ο-θή-κη ουσ. (θηλ.): συλλογή από βιντεοταινίες και κατ' επέκτ. ειδικός χώρος όπου φυλάσσονται: εκπαιδευτική/ηλεκτρονική/μουσική ~.|| Δανειστική ~. ~ με ντοκιμαντέρ/ρεπορτάζ. Σχολείο με βιβλιοθήκη και ~. Βλ. -θήκη. [< γαλλ. vidéothèque, 1970]
9093βιντεοκάμεραβι-ντε-ο-κά-με-ρα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. φορητή συσκευή μαγνητικής εγγραφής εικόνας και ήχου που προορίζονται για αναπαραγωγή σε οθόνη: επαγγελματική/ψηφιακή ~. Καταγραφή/λήψη με ~. Πήρε/τράβηξε με την ~ την τελετή του γάμου. [< αγγλ. video camera, 1939]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.