Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [9980-10000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9094βιντεοκασέταβι-ντε-ο-κα-σέ-τα ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): κασέτα μαγνητικής εγγραφής και αναπαραγωγής εικόνας και ήχου: ~ες με εκπαιδευτικά προγράμματα/κινούμενα σχέδια. Ταινία που κυκλοφόρησε σε ~. Νοίκιαζα ~ες. Πβ. βιντεοταινία. Βλ. ντιβιντί. [< αγγλ. video cassette, 1969, γαλλ. vidéocassette, 1971]
9095βιντεοκλάμπβι-ντε-ο-κλάμπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & βίντεο κλαμπ (κυρ. παλαιότ.): κατάστημα ενοικίασης ή/και πώλησης βιντεοκασετών. Πβ. βιντεολέσχη. Βλ. δισκοπωλείο. [< αγγλ. video club, γαλλ. vidéoclub, περ. 1980]
9096βιντεοκλήσηβι-ντε-ο-κλή-ση ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. κλήση με ταυτόχρονη αποστολή και λήψη εικόνας και ήχου: κάμερα για ~. Κινητό με δυνατότητα ~ης. ~ήσεις μέσω ίντερνετ. Βλ. σκάιπ. [< αγγλ. video-call]
9097βιντεοκλίπβι-ντε-ο-κλίπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & βίντεο κλιπ: μικρής διάρκειας ταινία, που αποτελεί οπτική παρουσίαση συνήθ. τραγουδιού: μουσικό ~. Πβ. κλιπ1. [< αγγλ. video clip]
9098βιντεολέσχηβι-ντε-ο-λέ-σχη ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): λέσχη προβολής, ενοικίασης ή πώλησης βιντεοκασετών στα εγγεγραμμένα μέλη της. Πβ. βιντεοκλάμπ. [< αγγλ. video club]
9099βιντεολόττοβι-ντε-ο-λότ-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & βιντεολότο: το ηλεκτρονικό τυχερό παιχνίδι 'φρουτάκια'. Βλ. στοίχημα.|| (κατ' επέκτ., ως επίθ.) ~ μηχανές (= τερματικές).
9100βιντεομήνυμαβι-ντε-ο-μή-νυ-μα ουσ. (ουδ.): ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. βιντεοσκοπημένο μήνυμα· συνήθ. σύντομο βιντεοκλίπ που αποστέλλεται προς ή από κινητό τηλέφωνο. [< αγγλ. video message, 1979]
9101βιντεοοθόνηβι-ντε-ο-ο-θό-νη ουσ. (θηλ.) & βίντεο γουόλ: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. σύστημα αποτελούμενο από πολλά μόνιτορ που σχηματίζουν στο σύνολό τους μία μεγάλη οθόνη προβολής εικόνας και ήχου. Πβ. γιγαντοοθόνη. [< αγγλ. video wall, πβ. ιταλ. videowall, 1993]
9102βιντεοπαιχνίδιβι-ντε-ο-παι-χνί-δι ουσ. (ουδ.) & βίντεο γκέιμ: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. ηλεκτρονικό παιχνίδι που αναπαράγεται σε οθόνη τηλεόρασης ή υπολογιστή: ~ια δράσης. [< αγγλ. video game, 1973]
9103βιντεοπροβολέαςβι-ντε-ο-προ-βο-λέ-ας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που λαμβάνει σήμα βίντεο και προβάλλει εικόνα σε οθόνη μέσω συστήματος φακών: ψηφιακός ~. Βλ. διαφανο-, επιδια-σκόπιο, προτζέκτορας. [< αγγλ. video projector]
9104βιντεοπροβολήβι-ντε-ο-προ-βο-λή ουσ. (θηλ.): παρουσίαση θέματος με βίντεο: οθόνη ~ής. Αίθουσα ~ών.|| (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) Έκθεση φωτογραφίας και ~ές. Βλ. βιντεοτέχνη. [< αγγλ. video projection]
9105βιντεοσκόπησηβι-ντε-ο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.): μαγνητοσκόπηση με βιντεοκάμερα: παράνομη/ψηφιακή ~. Φωτογραφίσεις-~ήσεις γάμων και βαπτίσεων. Πβ. βιντεο-, οπτικο-γράφηση. Βλ. ηχο-, κινηματο-γράφηση, -σκόπηση. [< αγγλ. videotape recording, 1954]
9106βιντεοσκοπώ[βιντεοσκοπῶ] βι-ντε-ο-σκο-πώ ρ. (μτβ.) {βιντεοσκοπ-είς ..., -ώντας | βιντεοσκόπ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: καταγράφω με βιντεοκάμερα: Η εκδήλωση/παράσταση/συναυλία ~ήθηκε. Ο χώρος ~είται από κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης. (ελλειπτ.) ~ σε απόσταση είκοσι μέτρων. ~εί με το κινητό του. ~ημένο: μήνυμα (πβ. βιντεομήνυμα)/υλικό. ~ημένες: διαλέξεις/συνομιλίες. ~ημένα: μαθήματα/στιγμιότυπα. Πβ. μαγνητοσκοπώ, τραβώ βίντεο. Βλ. ηχογραφώ, -σκοπώ. [< αγγλ. videotape, 1957]
9107βιντεοταινίαβι-ντε-ο-ται-νί-α ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. μαγνητική ταινία για την εγγραφή εικόνας και ήχου και κυρ.-συνεκδ. το περιεχόμενό της. Πβ. βιντεοκασέτα. Βλ. ντιβιντί. [< αγγλ. videotape, 1953]
9108βιντεοτέξτβι-ντε-ο-τέξτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & βιντεοτέξ: ΤΗΛΕΠ. σύστημα μεταβίβασης πληροφοριών σε κειμενική μορφή από βάσεις δεδομένων προς τηλεοπτικούς δέκτες ή άλλες τερματικές συσκευές. Πβ. τελετέξτ. ΣΥΝ. τηλεεικονογραφία [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. videotex(t), 1977]
9109βιντεοτέχνηβι-ντε-ο-τέ-χνη ουσ. (θηλ.) & βίντεο αρτ: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης που βασίζεται στην προβολή εικόνων σε οθόνη μέσω τεχνολογίας βίντεο: έκθεση/έργα/φεστιβάλ ~ης. Πβ. βιντεοεγκατάσταση. [< αγγλ. video art, 1972]
9110βιντεοτηλέφωνοβι-ντε-ο-τη-λέ-φω-νο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ειδική τηλεφωνική συσκευή εξοπλισμένη με οθόνη που προσφέρει αμφίδρομη οπτικοακουστική επικοινωνία μεταξύ των συνομιλητών. ΣΥΝ. εικονοτηλέφωνο [< αγγλ. videophone, 1944, γαλλ. vidéophone, 1970]
9111βιντζότραταβι-ντζό-τρα-τα ουσ. (θηλ.): αλιευτικό εργαλείο, το οποίο σέρνεται με βίντσι πάνω σε προστατευόμενα λιβάδια ποσειδωνίας και αλιεύει σε μεγάλο βαθμό γόνους, θέτοντας σε κίνδυνο τα ιχθυαποθέματα και τη θαλάσσια βιοποικιλότητα. Πβ. γρίπος.
9112βίντσιβί-ντσι ουσ. (ουδ.) {βιντσ-ιού} & βίντζι: βαρούλκο: υδραυλικό ~. Ανέλκυση/ρυμούλκηση με ~. Με τη βοήθεια ~ιού βιράρουν τα σκοινιά. Βλ. γερανός. ● ΦΡ.: ούτε με βίντσι (εμφατ.-λαϊκό): με κανένα τρόπο: Δεν ξεκολλούσε από πάνω του ~ ~. Πάω για ύπνο, ~ ~ δεν θα σηκώνομαι αύριο. [< αγγλ. winch]
9113βινύλβι-νύλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & βινίλ: ΤΕΧΝΟΛ. πλαστικό υλικό που μοιάζει με δέρμα, με ποικίλες εφαρμογές σε είδη ρουχισμού και επίπλωσης: γυαλιστερό ~. Πβ. δερματίνη.|| (ως επίθ.) ~ μπότες. [< γαλλ. vinyle]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.