| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 9114 | βινύλιο | βι-νύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} & βινίλιο: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. μονοσθενής οργανική ρίζα (CH2=CH-), από τις ενώσεις της οποίας παράγονται ρητίνες με χρήση στην τεχνολογία· το αντίστοιχο υλικό και κυρ.-συνεκδ. δίσκος μουσικής κατασκευασμένος από αυτό: μονομερές οξικό ~. Χλωρίδιο του ~ου.|| Ανθεκτικό/γυαλιστερό/διάφανο ~. Βαράκια/δίσκος ~ου. Γάντια/κάλυμμα από ~. Εκτύπωση σε αυτοκόλλητο ~. Πβ. βινύλ.|| Διπλό/συλλεκτικό ~. Ψηφιοποίηση ~ου. Τραγούδι που κυκλοφόρησε σε ~ 45 στροφών. Βλ. mp3, πικάπ, σιντί, πολυ~. [< γαλλ. vinyle, αγγλ. vinyl] | |
| 9115 | βιο- & βιό- | α' συνθετικό λέξεων με αναφορά 1. στον ανθρώπινο βίο: βιο-γραφία/~παλαιστής/~πορισμός. 2. (επιστ.) σε έμβιους οργανισμούς ή στο σύνολό τους: βιο-γένεση/~ενέργεια/~ηλεκτρισμός.|| Βιο-κοινότητα. Βιό-τοπος. 3. σε παραγωγικούς τομείς που σχετίζονται με τη βελτίωση των συνθηκών ζωής: βιο-μηχανία/~τεχνία. | |
| 9226 | ΒΙΟ.ΠΑ. | (το): Βιοτεχνικό Πάρκο. | |
| 9116 | βιοαγρόκτημα | βι-ο-α-γρό-κτη-μα ουσ. (ουδ.): βιολογικό, οικολογικό αγρόκτημα. | |
| 9117 | βιοαέριο | βι-ο-α-έ-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. μίγμα μεθανίου και διοξειδίου του άνθρακα, το οποίο παράγεται από την αποσύνθεση οργανικής ύλης και χρησιμοποιείται ως πηγή ενέργειας: καύση ~ίου από απορρίμματα. Βλ. βιοαιθανόλη, βιοκαύσιμο, βιομάζα, βιοντίζελ. [< αγγλ. biogas, 1971, γαλλ. biogaz, 1975] | |
| 9118 | βιοαιθανόλη | βι-ο-αι-θα-νό-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. ανανεώσιμο καύσιμο που παράγεται από φυτά ή βιομάζα. Βλ. βιοαέριο, βιοκαύσιμο, βιοντίζελ. ΣΥΝ. αιθανόλη (2) [< αγγλ. bioethanol, 1980, γαλλ. bioéthanol, 1987] | |
| 9119 | βιοαισθητήρας | βι-ο-αι-σθη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. -ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή προσδιορισμού πολύ μικρών ποσοτήτων χημικής ή βιοχημικής ουσίας, μέσω ανίχνευσης αντιδράσεων σχετικών με αυτή (την ουσία) και μετατροπής τους σε αριθμητικά δεδομένα: ακουστικοί/εμφυτεύσιμοι/ηλεκτροχημικοί/οπτικοί ~ες. ~ για ανίχνευση γλυκόζης στο αίμα. [< αγγλ. biosensor, 1961] | |
| 9120 | βιοακουστική | βι-ο-α-κου-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τους ήχους που παράγουν οι ανώτεροι ζωικοί οργανισμοί (π.χ. φάλαινες, δελφίνια, νυχτερίδες) και την επίδρασή τους στον άνθρωπο. [< αγγλ. bioacoustics, 1955] | |
| 9121 | βιοανάδραση | βι-ο-α-νά-δρα-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. -ΨΥΧΟΛ. θεραπευτική τεχνική η οποία στηρίζεται στην καταγραφή των ακούσιων σωματικών λειτουργιών, όπως της αναπνοής ή της αρτηριακής πίεσης, με σκοπό τον συνειδητό έλεγχό τους από τον εκπαιδευόμενο: αντιμετώπιση ακράτειας με ~. Βλ. εναλλακτική ιατρική. ΣΥΝ. βιοανατροφοδότηση [< αγγλ. biofeedback, 1969] | |
| 9122 | βιοαναλυτικός | , ή, ό βι-ο-α-να-λυ-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που ασχολείται με βιοχημικές αναλύσεις: ~ή: χημεία. ~ό: εργαστήριο. ~ές: τεχνικές. [< αγγλ. bioanalytical] | |
| 9123 | βιοανατροφοδότηση | βι-ο-α-να-τρο-φο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. -ΨΥΧΟΛ. βιονάδραση. | |
| 9124 | βιοαντιδραστήρας | βι-ο-α-ντι-δρα-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΧ. -ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή μέσα στην οποία μικροοργανισμοί συνθέτουν χρήσιμες ουσίες ή καταστρέφουν τις βλαβερές: ~ επεξεργασίας λυμάτων. ~ για τον καθαρισμό θαλάσσιων υδάτων από πετρελαιοκηλίδες. [< αγγλ. bioreactor, 1974, γαλλ. bioréacteur, 1982] | |
| 58667 | βιοαπόβλητα | βι-ο-α-πό-βλη-τα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. βιολογικά απόβλητα, που προέρχονται από βιολογικές διαδικασίες: αποτέφρωση/κομποστοποίηση ~ήτων. Πβ. βιοαπορρίμματα. [αγγλ. biowaste, 1963, γαλλ. biodéchet, 1908, διαδόθηκε περ. το 2000] | |
| 9125 | βιοαποικοδόμηση | βι-ο-α-ποι-κο-δό-μη-ση ουσ. (θηλ.) & βιοαποδόμηση: ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. αποσύνθεση (οργανικής) ύλης από μικροοργανισμούς: ~ αποβλήτων/πετρελαιοειδών. Βλ. αποδόμηση, κομποστο-, χουμο-ποίηση. ΣΥΝ. βιοδιάσπαση [< αγγλ. biodegradation, 1961, γαλλ. biodégradation, 1966] | |
| 9126 | βιοαποικοδομήσιμος | , η, ο βι-ο-α-ποι-κο-δο-μή-σι-μος επίθ. & βιοαποδομήσιμος: ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. που μπορεί να αποσυντεθεί από μικροοργανισμούς: ~οι: ρύποι. ~α: απόβλητα/πλαστικά. Ουσίες άμεσα/εύκολα/πλήρως ~ες. Βλ. εδαφοβελτιωτικός. ΣΥΝ. βιοδιασπάσιμος, βιοδιασπώμενος [< αγγλ. biodegradable, 1959, γαλλ. biodégradable, 1966] | |
| 9127 | βιοαποικοδομησιμότητα | βι-ο-α-ποι-κο-δό-μη-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. Η ιδιότητα του βιοαποικοδομήσιμου: αναερόβια ~. [< αγγλ. biodegradation, γαλλ. biodégradabilité,περ. 1970] | |
| 9128 | βιοαποκατάσταση | βι-ο-α-πο-κα-τά-στα-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. απομάκρυνση των ρύπων με τη χρήση κυρ. μικροοργανισμών που προκαλούν αποσύνθεση των ανεπιθύμητων ουσιών: ~ εδαφών. Βλ. βιοαποικοδόμηση. [< αγγλ. bioremediation, 1986] | |
| 9129 | βιοαπορρίματα | βι-ο-α-πορ-ρίμ-μα-τα (ουδ.) (τα): βιοαπόβλητα. | |
| 9130 | βιοαστροναυτική | βι-ο-α-στρο-ναυ-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝΑΥΤ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τις επιδράσεις, σε ιατρικό και βιολογικό επίπεδο, των διαστημικών πτήσεων και της παραμονής κυρ. ανθρώπων στο Διάστημα. [< αγγλ. bioastronautics, 1957] | |
| 9131 | βιοασφάλεια | βι-ο-α-σφά-λει-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. προστασία των οικοσυστημάτων και του ανθρώπου από επιθέσεις βιοτρομοκρατίας ή από μολύνσεις που προκαλεί η βιοτεχνολογία: πρωτόκολλο για τη ~. Μέτρα ~ας για τη νόσο των πουλερικών. [< αγγλ. biosafety, 1969, biosecurity, 1973, γαλλ. biosécurité, 1990] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ