Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [10020-10040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9132βιογένεσηβι-ο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. θεωρία κατά την οποία κάθε ζωντανός οργανισμός προκύπτει από έναν άλλο, γενετικά όμοιό του: ~ µιτοχονδρίων. ~ και βιοτεχνολογία. Βλ. α~, -γένεση. [< γερμ. Biogenese, πβ. γαλλ. biogénèse, αγγλ. biogenesis]
9133βιογενετικήβι-ο-γε-νε-τι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Β): ΒΙΟΛ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με την αλλαγή του γενετικού υλικού σε έναν οργανισμό με σκοπό τη διαμόρφωση συγκεκριμένων ατομικών χαρακτηριστικών. Βλ. κλωνοποίηση. [< πβ. αγγλ. biogenetics, γερμ. Biogenetik]
9134βιογενετικός, ή, ό βι-ο-γε-νε-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με τη βιογενετική: ~ός: νόμος. ● επίρρ.: βιογενετικά [< γερμ. biogenetisch, αγγλ. biogenetic, πβ. γαλλ. biogénétique]
9135βιογενής, ής, ές βι-ο-γε-νής επίθ.: ΒΙΟΛ. που έχει παραχθεί από ζωντανούς οργανισμούς ή με βιολογικές διαδικασίες: ~ές: στοιχείο.|| (ΓΕΩΛ.) ~ές: πέτρωμα. ~ή: ιζήματα.|| (ΟΙΚΟΛ.-ΧΗΜ.) ~ές: καύσιμο (= βιοκαύσιμο). ~ή: αέρια.|| (ΒΙΟΧ.) ~ής: αμίνη. Βλ. -γενής. [< αγγλ. biogenic, γαλλ. biogène]
9136βιογεωγραφίαβι-ο-γε-ω-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΓΕΩΓΡ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τη γεωγραφική κατανομή φυτών και ζώων στη Γη και τους παράγοντες που την επηρεάζουν. Βλ. βιοκλιματολογία, ζωο-, φυτο-γεωγραφία. [< γαλλ. biogéographie, 1907, αγγλ. biogeography]
9137βιογεωγραφικός, ή, ό βι-ο-γε-ω-γρα-φι-κός επίθ.: ΒΙΟΓΕΩΓΡ. που σχετίζεται με τη βιογεωγραφία: η μεσογειακή ~ή περιοχή. [< γαλλ. biogéographique, 1907, αγγλ. biogeographic]
9138βιογεωχημικός, ή, ό βι-ο-γε-ω-χη-μι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: βιογεωχημικός κύκλος: ΓΕΩΧ. συνεχής, κυκλική μετακίνηση των χημικών στοιχείων και ενώσεων ανάμεσα στο ανόργανο περιβάλλον και τους ζωντανούς οργανισμούς ενός οικοσυστήματος: ο ~ ~ του αζώτου/άνθρακα. [< αγγλ. biogeochemical, 1929, γαλλ. biogéochimique]
9139βιογλωσσολογίαβι-ο-γλωσ-σο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) ΒΙΟΛ.-ΓΛΩΣΣ.: κλάδος που µελετά τον βαθμό συσχέτισης των γλωσσικών λειτουργιών με τα κοινά σε όλους τους ανθρώπους βιολογικά χαρακτηριστικά. [< αγγλ. biolinguistics, 1971]
9140βιογράφησηβι-ο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): η διαδικασία και το αποτέλεσμα του βιογραφώ: μυθιστορηματική ~. Βλ. αυτο~, -γράφηση.
9141βιογραφίαβι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): παρουσίαση της ζωής και του έργου συνήθ. μιας σημαντικής προσωπικότητας, κυρ. με τη μορφή μονογραφίας, τηλεοπτικής ή ραδιοφωνικής εκπομπής ή κινηματογραφικής ταινίας· συνεκδ. το ομώνυμο λογοτεχνικό είδος: σύντομη ~. ~ες Αγίων (πβ. βίοι)/καλλιτεχνών/συγγραφέων. Βλ. απομνημονεύματα, αυτο~, εργο~.|| (ΛΟΓΟΤ.) Αφηγηματική/μυθιστορηματική ~. Πβ. βιογράφηση. Βλ. -γραφία. [< μεσν. βιογραφία, γαλλ. biographie, αγγλ. biography]
9142βιογραφικός, ή, ό βι-ο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη βιογραφία: ~ή: εγκυκλοπαίδεια/ταινία. ~ό: λεξικό. ~ά: στοιχεία. Βλ. αυτο~, εργο~. ● ΣΥΜΠΛ.: βιογραφικό (σημείωμα): σύντομο συνήθ. κείμενο, στο οποίο αναφέρονται τα ατομικά στοιχεία (ονοματεπώνυμο, ημερομηνία γέννησης, τηλέφωνα) και τα προσόντα (σπουδές, διπλώματα ξένων γλωσσών, προϋπηρεσία) ενός προσώπου: αναλυτικό/επικαιροποιημένο/λεπτομερές/πλούσιο/συνοπτικό/φτωχό ~. Πβ. κουρίκουλουμ βίτε, σιβί. Βλ. υπόμνημα. [< γαλλ. biographique, αγγλ. biographic]
9143βιογράφοςβι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): συγγραφέας βιογραφίας. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. biographe, αγγλ. biographer, γερμ. Biograph]
9144βιογραφώ[βιογραφῶ] βι-ο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {βιογραφ-εί ..., -ώντας | -ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος}: περιγράφω τη ζωή και το έργο ενός σημαντικού συνήθ. προσώπου: Στο λεξικό αυτό ~ούνται χιλιάδες προσωπικότητες. Βλ. -γραφώ. [< γαλλ. biographier, αγγλ. biograph]
9145βιοδηλωτικός, ή, ό βι-ο-δη-λω-τι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: βιοδηλωτικά ίχνη βλ. ίχνος
9146βιοδιαθεσιμότηταβι-ο-δι-α-θε-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. ο βαθμός στον οποίο μια ουσία, ένα φάρμακο απορροφάται από τον οργανισμό: υψηλή/χαμηλή ~. ~ του ασβεστίου/των μετάλλων/του σιδήρου. Αύξηση/μείωση της ~ας. [< αγγλ. bioavailability, 1961]
9147βιοδιάσπασηβι-ο-δι-ά-σπα-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. βιοαποικοδόμηση.
9148βιοδιασπάσιμος, η, ο βι-ο-δι-α-σπά-σι-μος επίθ.: ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. βιοαποικοδομήσιμος.
9149βιοδιασπώ[βιοδιασπῶ] βι-ο-δι-α-σπώ ρ. (μτβ.) {βιοδιασπά ...| βιοδιασπ-άται ..., -άστηκε, -αστεί, -ώμενος, συνήθ. μεσοπαθ.}: ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. προκαλώ την αποσύνθεση ορισμένης ουσίας με φυσικά και φιλικά προς το περιβάλλον μέσα, κυρ. με βακτήρια: Ανακυκλώσιμο οικολογικό υλικό που ~άται γρήγορα/εύκολα/πλήρως. Επικίνδυνοι ρύποι που δεν ~ώνται. [< αγγλ. biodegrade, 1961]
9150βιοδιασπώμενος, η, ο βι-ο-δι-α-σπώ-με-νος επίθ.: ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. βιοαποικοδομήσιμος: ~ες: σακούλες. ~α: απορρυπαντικά.
9151βιοδραστικός, ή, ό βι-ο-δρα-στι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. βιοενεργός.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.