| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 9152 | βιοδυναμική | βι-ο-δυ-να-μι-κή ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΠ. οικολογική μέθοδος καλλιέργειας της γης, χωρίς χημικά συνθετικά παρασκευάσματα, η οποία βασίζεται στην αντίληψη ότι το αγρόκτημα είναι ζωντανός οργανισμός. Πβ. βιολογική/οικολογική/οργανική γεωργία. 2. ΒΙΟΛ. κλάδος που μελετά την επίδραση της κίνησης, της ενέργειας και άλλων παραγόντων στους ζώντες οργανισμούς. Βλ. βιοκινητική, εμβιομηχανική. [< αγγλ. biodynamics, γαλλ. biodynamique] | |
| 9153 | βιοενέργεια | βι-ο-ε-νέρ-γει-α ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. ενέργεια που προέρχεται από βιοκαύσιμα: ~ για παραγωγή ηλεκτρισµού/θερμότητας. Βλ. βιομάζα. 2. ΨΥΧΟΛ. θεραπευτική μέθοδος που στοχεύει στην αποκατάσταση της υγείας του ατόμου μέσω της απελευθέρωσης της ζωτικής του ενέργειας. Βλ. βιοθεραπεία, ζωτικότητα. [< 1: αγγλ. bioenergy, 1978 2: γαλλ. bioénergie, περ. 1975] | |
| 9154 | βιοενεργειακός | , ή, ό βι-ο-ε-νερ-γει-α-κός επίθ. 1. ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. (για οργανική ύλη) που σχετίζεται με την παραγωγή βιοενέργειας από βιοκαύσιμα: ~ά: φυτά. 2. που αφορά τη βιοενέργεια ως θεραπευτική μέθοδο: ~ό: μασάζ. Βλ. βελονισμός, ρεφλεξολογία, σιάτσου. | |
| 9155 | βιοενεργητική | βι-ο-ε-νερ-γη-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΦΥΣ. μελέτη της ενεργειακής μετατροπής στους ζωντανούς οργανισμούς. Βλ. καταβολ-, μεταβολ-ισμός, φωτοσύνθεση. [< γαλλ. bioénergétique, 1911, αγγλ. bioenergetics, 1907] | |
| 9156 | βιοενεργός | , ή, ό βι-ο-ε-νερ-γός επίθ.: ΒΙΟΛ. που επιδρά στους ζωντανούς οργανισμούς: ~ές: ουσίες. ~ά: συστατικά (: που συμβάλλουν στη βελτίωση της υγείας ή της λειτουργίας των συστημάτων του οργανισμού). Βλ. προβιοτικός. ΣΥΝ. βιοδραστικός [< αγγλ. bioactive, 1938] | |
| 9157 | βιοεπιστήμες | [βιοεπιστῆμες] βι-ο-ε-πι-στή-μες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. βιοεπιστήμη} & βιολογικές επιστήμες: ΒΙΟΛ. το σύνολο των επιστημονικών κλάδων που ασχολούνται με τη δομή και συμπεριφορά των ζωντανών οργανισμών. Βλ. βιοηθική, βιοπληροφορική, βιοτεχνολογία, γονιδιωματική, επιστήμες της ζωής. [< αγγλ. biosciences, 1941, γαλλ. ~, 1982, γερμ. Biowissenschaften] | |
| 9158 | βιοεπιστήμονας | βι-ο-ε-πι-στή-μο-νας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΒΙΟΛ. ειδικός σε κάποια από τις βιοεπιστήμες. Βλ. φυσιογνώστης. [< αγγλ. bioscientist, 1959] | |
| 9159 | βιοζώνη | βι-ο-ζώ-νη ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. μεσοδιάστημα γεωλογικών στρωμάτων που καθορίζεται βάσει των απολιθωμάτων του: υποσαχάρια ~. ~ αμμωνιτών. [< αγγλ. biozone, 1902] | |
| 9160 | βιοηθική | βι-ο-η-θι-κή ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΦΙΛΟΣ. κλάδος της εφαρμοσμένης Ηθικής που ασχολείται με τα ηθικά προβλήματα, τα οποία αναφέρονται στη γέννηση, τη ζωή και τον θάνατο και ανακύπτουν από την πρόοδο που έχει σημειώσει η τεχνολογία, η βιολογία και η ιατρική: βιοτεχνολογία/δίκαιο και ~. Εθνική Επιτροπή ~ής & Τεχνοηθικής. Βλ. ευθανασία, κλωνοποίηση. [< αγγλ. bioethics, 1970, γαλλ. bioéthique, 1982] | |
| 9161 | βιοηθικός | , ή, ό βι-ο-η-θι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.-ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τη βιοηθική: ~ός: προβληματισμός. ~ές: αρχές/θέσεις/προκλήσεις. ~ά: διλήμματα/ζητήματα/προβλήματα. [< αγγλ. bioethical, 1974] | |
| 9162 | βιοηλεκτρικός | , ή, ό βι-ο-η-λε-κτρι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.-ΦΥΣ. που σχετίζεται με τον βιοηλεκτρισμό: ~ή: αγωγιμότητα/αντίσταση. Η ~ή δραστηριότητα του εγκεφάλου/της καρδιάς. [< αγγλ. bioelectric, 1914] | |
| 9163 | βιοηλεκτρισμός | βι-ο-η-λε-κτρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ.-ΦΥΣ. παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος χαμηλής τάσης στους ζωντανούς οργανισμούς. Βλ. εμβιομηχανική. [< αγγλ. bioelectricity, 1949] | |
| 9164 | βιοθεραπεία | βι-ο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΟΛ. θεραπευτική μέθοδος που συνίσταται στη μεταβίβαση ζωτικής ενέργειας από έναν ζωντανό οργανισμό σε άλλο. Βλ. βιοενέργεια. 2. ΟΙΚΟΛ. διαδικασία κατά την οποία έμβια όντα αλλοιώνουν επικίνδυνα για το περιβάλλον τοξικά, οργανικά ή ανόργανα συστατικά: ~ και διαχείριση αποβλήτων. 3. ΙΑΤΡ. θεραπεία ορισμένων νόσων με ουσίες ζώντων οργανισμών. Βλ. -θεραπεία. [< 3: γαλλ. biothérapie, 1909, αγγλ. biotherapy, 1914] | |
| 9165 | βιοθεωρία | βι-ο-θε-ω-ρί-α ουσ. (θηλ.): τρόπος θεώρησης, αντίληψης της ζωής. Πβ. κοσμοθεωρία. | |
| 9166 | βιοϊατρική | βι-ο-ϊ-α-τρι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Β) 1. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. εφαρμογή των αρχών των φυσικών επιστημών, ειδικότ. της βιολογίας και της βιοχημείας, στην ιατρική: μοριακή ~. Βλ. αναγεννητική ιατρική. ΣΥΝ. ιατροβιολογία 2. (σπάν.) μελέτη της ικανότητας του σώματος να αντέχει σε συνθήκες άγχους. [< αγγλ. biomedicine, 1922, γαλλ. biomédecine] | |
| 9167 | βιοϊατρικός | , ή, ό βι-ο-ϊ-α-τρι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη βιοϊατρική: ~ός: εξοπλισµός. ~ή: έρευνα/μηχανική/τεχνολογία. ~ές: εφαρμογές. ΣΥΝ. ιατροβιολογικός [< αγγλ. biomedical, 1955, γαλλ. biomédical, 1965] | |
| 9168 | βιοϊσοδυναμία | βι-ο-ϊ-σο-δυ-να-μί-α ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. η επίτευξη του ίδιου βιολογικού αποτελέσματος από τη χορήγηση στον οργανισμό διαφορετικών ιδιοσκευασμάτων, αλλά με φαρμακευτικές ουσίες της ίδιας χημικής σύστασης: βιοδιαθεσιμότητα και ~. Βλ. γενόσημα, φαρμακοκινητική. [< αγγλ. bioequivalence, γαλλ. bioéquivalence] | |
| 9169 | βιοκαλλιέργεια | βι-ο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. βιολογική καλλιέργεια: ~ ελιάς. Προϊόντα ~ας (= βιολογικά). Εφαρμοσμένες ~ες. Βλ. -καλλιέργεια. [< αγγλ. bioagriculture, biological agriculture] | |
| 9170 | βιοκαλλιεργητής | βι-ο-καλ-λι-ερ-γη-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που παράγει πρωτογενώς προϊόντα βιολογικής καλλιέργειας. | |
| 9171 | βιοκαταλύτες | βι-ο-κα-τα-λύ-τες ουσ. (αρσ.) (οι): ΒΙΟΧ. ουσίες (π.χ. ένζυμα, ορμόνες) που ενεργοποιούν ή επιταχύνουν μια βιοχημική αντίδραση. [< αγγλ. biocatalysts, 1918, γαλλ. biocatalyseurs, περ. 1950] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ