| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 9172 | βιοκαταναλωτές | βι-ο-κα-τα-να-λω-τές ουσ. (αρσ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. βιοκαταναλωτής}: καταναλωτές βιολογικών προϊόντων. | |
| 9173 | βιοκαύσιμο | βι-ο-καύ-σι-μο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. καύσιμο που παράγεται από βιολογικά υλικά: αέρια/στερεά/υγρά ~α. Βλ. αγροκαύσιμα, βιοαέριο, βιοαιθανόλη, βιομάζα, βιοντίζελ. [< αγγλ. biofuel, 1974, γαλλ. biocarburant, 1977] | |
| 9174 | βιοκεντρικός | , ή, ό βι-ο-κε-ντρι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. που σχετίζεται με τον βιοκεντρισμό: ~ές: αξίες. Βλ. -κεντρικός. ΣΥΝ. οικοκεντρικός [< γαλλ. biocentrique, αγγλ. biocentric] | |
| 9175 | βιοκεντρισμός | βι-ο-κε-ντρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. αντίληψη σύμφωνα με την οποία η φύση και κάθε ζωντανός οργανισμός έχουν την ίδια σπουδαιότητα με την ανθρώπινη ύπαρξη. Βλ. ανθρωποκεντρισμός, -ισμός. [< γαλλ. biocentrisme, αγγλ. biocentrism] | |
| 9176 | βιοκινητική | βι-ο-κι-νη-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. μελέτη κάθε κίνησης στο εσωτερικό ενός αναπτυσσόμενου οργανισμού. Βλ. αθλητιατρική, βιοδυναμική, εργοφυσιολογία. [< αγγλ. biokinetics, γαλλ. biocinétique] | |
| 9177 | βιοκινητικός | , ή, ό βι-ο-κι-νη-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη βιοκινητική: Μεγιστοποίηση της επίδοσης σε αθλήματα με ~ές μεθόδους. Βλ. αθλητική βιομηχανική. [< αγγλ. biokinetic, γαλλ. biocinétique] | |
| 9178 | βιοκλιματικός | , ή, ό βι-ο-κλι-μα-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. που σχετίζεται με την επίδραση του κλίματος στους ζωντανούς οργανισμούς: ~οί: δείκτες/παράγοντες. ~ές: αλλαγές. || ~ή: ανάπλαση. ~ό: σπίτι/ σχολείο. ● ΣΥΜΠΛ.: βιοκλιματική αρχιτεκτονική: ΑΡΧΙΤ. σχεδιασμός κτιρίων κατά τρόπο ώστε να αξιοποιούνται οι φυσικές πηγές ενέργειας και οι κλιματολογικές συνθήκες, με στόχο τη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης και των παραγόμενων ρύπων. [< γαλλ. bioclimatique, 1966, αγγλ. bioclimatic, 1917] | |
| 9179 | βιοκλιματολογία | βι-ο-κλι-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τις επιδράσεις του κλίματος στους ζωντανούς οργανισμούς. Βλ. βιογεωγραφία. [< γαλλ. bioclimatologie, 1960, αγγλ. bioclimatology, 1922] | |
| 9180 | βιοκοινότητα | βι-ο-κοι-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & βιοκοινωνία: ΒΙΟΓΕΩΓΡ. το σύνολο των φυτικών και ζωικών πληθυσμών ενός βιότοπου σε δεδομένη χρονική περίοδο. Βλ. βιομάζα, οικοσύστημα, φυτοκοινωνία. [< γαλλ. biocénose, 1908, αγγλ. biocenosis, γερμ. Biozönese] | |
| 9181 | βιόκοσμος | βι-ό-κο-σμος ουσ. (αρσ.): η χλωρίδα και η πανίδα μιας περιοχής: θαλάσσιος ~. Βλ. -κοσμος. [< αγγλ. biota, 1901 < αρχ. βιοτή ‘ζωή’, γαλλ. biote, 1955] | |
| 9182 | βιοκτόνος | , ος, ο βι-ο-κτό-νος επίθ.: ΧΗΜ. που καταστρέφει έμβια όντα, κυρ. μικροοργανισμούς: ~α: προϊόντα (βλ. εντομο-, ζιζανιο-, μυκητο-κτόνο). Βλ. -κτόνος.|| (ως ουσ.) Ισχυρό ~ο. Βλ. φυτοφάρμακο. [< αγγλ. biocide, 1947, γαλλ. ~, 1969] | |
| 9183 | βιόλα1 | βιό-λα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. γένος ποωδών φυτών (επιστ. ονομασ. Viola), με κυριότερα είδη τη βιολέτα και τον πανσέ. [< μτγν. βιόλα < ιταλ. viola] | |
| 9184 | βιόλα2 | βιό-λα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. έγχορδο όργανο, συγγενικό με το βιολί, αλλά μεγαλύτερο σε μέγεθος και με βαθύτερο ήχο. [< μεσν. βιόλα < ιταλ. viola] | |
| 9185 | βιολέτα | βιο-λέ-τα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. μενεξές. Βλ. -έτα. [< ιταλ. violetta, γαλλ. violette] | |
| 9186 | βιολετής | , -ιά, -ί βιο-λε-τής επίθ. & βιολετί {άκλ.} (προφ.): που έχει το μοβ χρώμα της βιολέτας: ~ιά/ί: μάτια. Πβ. ιώδης, μελιτζανής, μενεξεδής. ● Ουσ.: βιολετί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα. [< γαλλ. violet] | |
| 9187 | βιολί | βιο-λί ουσ. (ουδ.) {βιολ-ιού}: ΜΟΥΣ. τετράχορδο όργανο, κουρδισμένο σε διαστήματα πέμπτης, το οποίο στηρίζεται ανάμεσα στον ώμο και το πιγούνι του μουσικού και παίζεται με δοξάρι· συνεκδ. βιολιστής: ηλεκτρικό/κλασικό/παραδοσιακό ~. Ο βραχίονας/η γέφυρα (/ο καβαλάρης)/τα κλειδιά/το σώμα (= σκάφος) του ~ιού. Τσιγγάνικα ~ιά. ~ για παιδιά/παιδικό ~. Βλ. βιόλα, κοντραμπάσο, τσέλο.|| Είναι το καλύτερο ~.|| (λαϊκό) {στον πληθ.} Στον γάμο του έφερε ~ιά (: μικρή ορχήστρα). ● Υποκ.: βιολάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: πρώτο/δεύτερο βιολί 1. ΜΟΥΣ. (σε ορχήστρα) πρώτος (και κορυφαίος)/δεύτερος στη σειρά βιολιστής. 2. (μτφ.) πρόσωπο που έχει πρωταγωνιστικό, ηγετικό ή αντίστοιχα δευτερεύοντα ρόλο σε μια κατάσταση, έναν τομέα. Πβ. πρωτ-, δευτερ-αγωνιστής. ● ΦΡ.: παιδί-κουμπί/βιολί (προφ.): χαζό, ανόητο., πού θα πάει αυτό τo βιολί: πού θα οδηγηθεί αυτή η κατάσταση, κυρ. ως έκφρ. αγανάκτησης: Να δούμε, ~ ~., το βιολί βιολάκι του & το βιολί του & το ίδιο βιολί & αυτό το βιολί & αυτός το βιολί του (μτφ.-προφ.): ως δήλωση αγανάκτησης για κάτι επαναλαμβανόμενο, όπως λόγος, ισχυρισμός, συνήθεια, πράξη: Όσο και να του το εξηγούσα, αυτός (εκεί) το βιολί βιολάκι/το βιολί του ... Άρχισε πάλι/βαρέθηκα/συνεχίζει το ίδιο ~. Πόσο θα τραβήξει/πού θα πάει αυτό το ~; Πβ. το(ν) χαβά του, τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου., αλλάζω τροπάρι(ο)/βιολί/σκοπό/χαβά βλ. αλλάζω, τι ρόλο/τι βιολί βαράει/παίζει; βλ. βαρώ [< μεσν. βιολί] | |
| 9188 | βιολίστας, βιολίστα | βιο-λί-στας ουσ. (αρσ. + θηλ.): μουσικός που παίζει βιόλα. [< ιταλ. violista, γαλλ. violiste] | |
| 9189 | βιολιστής, βιολίστρια | βιο-λι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): μουσικός που παίζει βιολί. ΣΥΝ. βιολονίστας | |
| 9190 | βιολιτζής | βιο-λι-τζής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): βιολιστής. ● ΦΡ.: βαράτε βιολιτζήδες (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί έλλειψη σοβαρότητας, οργάνωσης, συστήματος ή παντελής αδιαφορία ή σπανιότ. κέφι: Αυτό δεν ήταν σουτ, ~ ~ ήταν! Πβ. στον γάμο του καραγκιόζη. | |
| 9191 | βιολογία | βι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Β) ΒΙΟΛ. 1. επιστήμη που ασχολείται με τη μελέτη των ζωντανών οργανισμών και των φαινομένων της ζωής: αναπτυξιακή/γενική/εξελικτική/περιβαλλοντική/πληθυσμιακή/υπολογιστική ~. ~ ζώων (= ζωολογία)/μικροοργανισμών (= μικροβιολογία)/φυτών (= βοτανική, φυτο~). Βλ. αγρο~, αερο~, ανθρωπο~, ανοσο~, αστρο~, γεω~, εξω~, ιατρο~, κοινωνιο~, κρυο~, μικρο~, νευρο~, ραδιο~, υδρο~, φωτο~, χρονο~, ψυχο~, βιοεπιστήμες, -λογία. 2. (συνεκδ.) το διδασκόμενο μάθημα και το αντίστοιχο βιβλίο: ~ Γυμνασίου/Λυκείου. ● ΣΥΜΠΛ.: κυτταρική βιολογία: κλάδος που έχει ως αντικείμενό του τη δημιουργία, την προέλευση, τη δομή, τη λειτουργία, τον πολλαπλασιασμό και την παθολογία των κυττάρων. ΣΥΝ. κυτταρολογία, μοριακή βιολογία: επιστημονικός κλάδος που μελετά τη φύση των βιολογικών φαινομένων σε μοριακό επίπεδο. Βλ. νουκλεοτίδιο, πρωτεΐνη. [< αγγλ. molecular biology] [< πβ. μεσν. βιολογία 'φόρος περιουσίας', γερμ. Biologie, γαλλ. biologie, αγγλ. biology] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ