Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [10080-10100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9192βιολογικός, ή, ό βι-ο-λο-γι-κός επίθ. 1. ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με τους ζωντανούς οργανισμούς ή/και τη βιολογία: ~ός: χρόνος. ~ή: αξία (πρωτεϊνών)/λειτουργία/μηχανική (= (εμ)βιομηχανική)/ποικιλότητα (= βιοποικιλότητα)/χημεία (= βιοχημεία). ~ό: πείραμα. ~οί: δείκτες/ρυθμοί (= βιορυθμοί). ~ές: ανάγκες (= σωματικές, φυσικές). ~ά: δεδομένα/όρια. Βλ. ανοσο~, ιατρο~, κοινωνιο~, μικρο~, νευρο~, ραδιο~, υδρο~. 2. ΟΙΚΟΛ. που βασίζεται στη χρήση μεθόδων φιλικών προς το περιβάλλον, σε αντίθεση προς τις χημικές, αποσκοπώντας στην προστασία του: ~ός: σταθμός (: ~ής επεξεργασίας αποβλήτων). Πβ. οικολογ-, οργαν-ικός.||~ή: διατροφή. ~ά: κοτόπουλα (βλ. βιολογική κτηνοτροφία). 3. ΒΙΟΛ. που αφορά μικροοργανισμούς βλαβερούς για τα έμβια όντα: ~ός: κίνδυνος (βλ. βιοασφάλεια). ~ή: μεγέθυνση (πβ. βιοσυσσώρευση). Βλ. αερο~. 4. (για γονείς ή παιδιά) που συνδέεται μέσω της γέννησης, που σχετίζεται γενετικά με κάποιον. ΣΥΝ. φυσικός (6) ΑΝΤ. θετός (1) ● επίρρ.: βιολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: βιολογικά όπλα βλ. όπλο, βιολογικά προϊόντα βλ. προϊόν, βιολογικές επιστήμες βλ. επιστήμη, βιολογική ηλικία βλ. ηλικία, βιολογική θεραπεία βλ. θεραπεία, βιολογική καταπολέμηση/βιολογικός έλεγχος βλ. καταπολέμηση, βιολογική κτηνοτροφία βλ. κτηνοτροφία, βιολογική μητέρα βλ. μητέρα, βιολογική τρομοκρατία βλ. τρομοκρατία, βιολογική/οικολογική/οργανική γεωργία/καλλιέργεια βλ. γεωργία, βιολογικό διαβατήριο βλ. διαβατήριο, βιολογικό ρολόι βλ. ρολόι, βιολογικός θάνατος βλ. θάνατος, βιολογικός καθαρισμός βλ. καθαρισμός, βιολογικός κύκλος βλ. κύκλος, βιολογικός/πυρηνικός/χημικός πόλεμος βλ. πόλεμος, τράπεζα βιολογικού υλικού βλ. τράπεζα [< μεσν. βιολογικός 'που αναφέρεται σε μίμο', γαλλ. biologique, αγγλ. biological]
9193βιολογισμόςβι-ο-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία που ερμηνεύει τα κοινωνικά φαινόμενα με βιολογικά κριτήρια. Βλ. κοινωνιοβιολογία, ντετερμινισμός, -ισμός. [< γαλλ. biologisme, 1936, αγγλ. biologism, 1920]
9194βιολόγοςβι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που έχει σπουδάσει βιολογία: μοριακός ~. ~-βιοχημικός/γενετιστής/ιχθυολόγος. Βλ. -λόγος, αστρο~, κοινωνιο~, μικρο~, νευρο~, υδρο~. [< πβ. μτγν. βιολόγος ‘αυτός που διηγείται τη ζωή, μίμος', γερμ. Biologe, γαλλ. biologiste, αγγλ. biologist]
9195βιολόλυραβιο-λό-λυ-ρα ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): ΜΟΥΣ. είδος κρητικής λύρας με τέσσερις χορδές και όμοιο με το βιολί σχήμα. Βλ. λυράκι.
9196βιολονίσταςβιο-λο-νί-στας ουσ. (αρσ.) {θηλ. βιολονίστα κ. βιολονίστρια}: ΜΟΥΣ. βιολιστής. Βλ. -ίστας. [< ιταλ. violonista, γαλλ. violoniste]
9197βιολοντσελίσταςβιο-λον-τσε-λί-στας ουσ. (αρσ.) {θηλ. βιολοντσελίστα & βιολοντσελίστρια}: ΜΟΥΣ. μουσικός που παίζει βιολοντσέλο. ΣΥΝ. τσελίστας [< ιταλ. violoncellista, γαλλ. violoncelliste]
9198βιολοντσέλοβιο-λον-τσέ-λο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. τετράχορδο όργανο, παρόμοιο με το βιολί, αλλά μεγαλύτερο σε μέγεθος, που παίζεται με δοξάρι από καθιστό μουσικό, ο οποίος το τοποθετεί ανάμεσα στα πόδια του και το στηρίζει στο έδαφος με τη βοήθεια ρυθμιζόμενης μεταλλικής ράβδου. ΣΥΝ. τσέλο [< ιταλ. violoncello, γαλλ violoncelle]
9199βιομαγνητικός, ή, ό βι-ο-μα-γνη-τι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με την ευαισθησία και αντιδραστικότητα των ζωντανών οργανισμών στα μαγνητικά πεδία: ~ή: θεραπεία (βλ. βελονισμός). [< γαλλ. biomagnétique, αγγλ. biomagnetic]
9200βιομάζαβι-ο-μά-ζα ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΛ. το σύνολο των προϊόντων, αποβλήτων και καταλοίπων της φυτικής, ζωικής, δασικής, αστικής και βιομηχανικής παραγωγής που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βιοκαύσιμο: αεριοποίηση/πυρόλυση ~ας. Σύστημα θέρμανσης με ~. 2. ΒΙΟΛ. η μάζα ενός ζωντανού οργανισμού ή του συνόλου των έμβιων όντων μιας βιοκοινότητας σε δεδομένη μονάδα επιφάνειας. [< αγγλ. biomass, 1931, γαλλ. biomasse, 1966]
9201βιομαθηματικάβι-ο-μα-θη-μα-τι-κά ουσ. (ουδ.) (τα): ΜΑΘ. μαθηματικά με ειδικές εφαρμογές στη βιολογία και την ιατρική. [< αγγλ. biomathematics, 1923]
9202βιομεμβράνηβλ. βιοφίλμ
9203βιομετατροπήβι-ο-με-τα-τρο-πή ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. μετατροπή οργανικών υλικών, όπως ζωικών ή φυτικών αποβλήτων, σε χρήσιμα προϊόντα ή πηγές ενέργειας μέσω βιολογικών διαδικασιών ή ορισμένων μικροοργανισμών. Βλ. βιο-αέριο, -αιθανόλη, -γένεση, -ενέργεια, -καύσιμο, μεθάνιο. [< αγγλ. bioconversion, 1952]
9204βιομετεωρολογίαβι-ο-με-τε-ω-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ.-ΟΙΚΟΛ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τις σχέσεις μεταξύ ζωντανών οργανισμών και ατμοσφαιρικών φαινομένων και έχει εφαρμογές κυρ. στη γεωργία. Βλ. μικρομετεωρολογία. [< αγγλ. biometeorology, 1939]
9205βιομετρίαβι-ο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ.-ΑΝΘΡΩΠ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τα βιολογικά και φυσικά φαινόμενα με τη βοήθεια ειδικών στατιστικών αναλύσεων: δασική ~. Πβ. βιοστατιστική. Βλ. ανθρωπομετρία. 2. βιομετρική. Βλ. -μετρία. [< 1: γαλλ. biométrie, αγγλ. biometry, 1901, γερμ. Biometrie]
9206βιομετρικήβι-ο-με-τρι-κή ουσ. (θηλ.): τεχνική αναγνώρισης και εξακρίβωσης της ταυτότητας ενός ατόμου με βάση τα φυσικά χαρακτηριστικά του (π.χ. δακτυλικά αποτυπώματα, φωνή, χρώμα ίριδας). ΣΥΝ. βιομετρία (2) [< γαλλ. biométrique, αγγλ. biometrics, 1902]
9207βιομετρικός, ή, ό βι-ο-με-τρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη βιομετρική: ~ός: αισθητήρας/έλεγχος (π.χ. επιβατών αεροπλάνων). ~ή: τεχνολογία. ~ά: δεδομένα/στοιχεία (π.χ. ψηφιακά δακτυλικά αποτυπώματα)/συστήματα ασφαλείας. ● ΣΥΜΠΛ.: βιομετρικό/ηλεκτρονικό διαβατήριο βλ. διαβατήριο [< γαλλ. biométrique, αγγλ. biometric, 1901]
9209βιομηχανίαβι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. ο δευτερογενής τομέας της οικονομίας που αφορά την παραγωγή υλικών αγαθών μέσω της μεταποίησης πρώτων υλών, κυρ. με μηχανικά ή/και χημικά μέσα· ειδικότ. κάθε επιμέρους κλάδος του ή συνεκδ. το εργοστάσιο: γεωργική/εξορυκτική/ηλεκτρονική/μεταλλουργική (= μεταλλουργία)/ναυπηγική/οικολογική/πολεμική/πυρηνική/φαρμακευτική/χημική ~. Η εγχώρια/εθνική/παγκόσμια ~. ~ αλουμινίου/αυτοκινήτων (= αυτοκινητο~)/γάλακτος (= γαλακτο~)/δέρματος (= βυρσοδεψία)/ελαστικών/επίπλων (= επιπλοποιία)/ηλεκτρισμού/λιπασμάτων/όπλων (βλ. ΕΒΟ)/πετρελαίου (= πετρελαιο~, βλ. διυλιστήριο)/ποτών (= ποτοποιία)/σιδήρου (= σιδηρουργία)/τροφίμων/υποδημάτων/φαρμάκων (= φαρμακο~)/χάρτου (= χαρτο~). Σύνδεσμος Eλληνικών ~ών (ΣEB). Τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών ~ας.|| Τα απόβλητα/οι εγκαταστάσεις/οι εργάτες μιας ~ας. || Γλωσσική/διαφημιστική/δημιουργική/πολιτιστική ~. Η μουσική ~ (: εταιρείες μουσικής παραγωγής). Η ~ του ελεύθερου χρόνου/της ομορφιάς (: μόδα και καλλυντικά, καλλιστεία)/του σεξ. Πβ. φάμπρικα. Βλ. βιοτεχνία, εκβιομηχάνιση, -βιομηχανία, -ουργία, -ποιία. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) κάθε μαζική και τυποποιημένη παραγωγή, κυρ. για οικονομική εκμετάλλευση: ~ ονείρων/πτυχίων. ● ΣΥΜΠΛ.: αμυντική βιομηχανία: ΟΙΚΟΝ. σύνολο βιομηχανικών μονάδων που κατασκευάζουν και πωλούν οπλικά συστήματα, βαρέα οχήματα και άρματα μάχης., βαριά βιομηχανία 1. ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των βιομηχανιών που απαιτούν πολύ υψηλό κεφάλαιο για την κατασκευή μεγάλων εργοστασιακών μονάδων, την αγορά και συντήρηση βαρέος μηχανολογικού εξοπλισμού και την απασχόληση πολλών εργαζομένων. Βλ. αυτοκινητο-, μεγαλο-, πετρελαιο-βιομηχανία. 2. (μτφ.) σημαντικός, ισχυρός τομέας: Ο τουρισμός και η ναυτιλία αποτελούν τη ~ ~ της χώρας μας. [< αγγλ. heavy industry, 1944] , βιομηχανία του θεάματος: επιχειρήσεις που σχετίζονται κυρ. με την τηλεόραση, τον κινηματογράφο, το θέατρο, τη μουσική και τον αθλητισμό. ΣΥΝ. σοουμπίζ [< αγγλ. entertainment industry, 1951] , ελαφρά βιομηχανία & ελαφριά βιομηχανία: που παράγει είδη πρώτης ανάγκης και καταναλωτικά αγαθά, όπως η βιομηχανία τροφίμων, ενδυμάτων, υποδημάτων, ηλεκτρικών ειδών και η υφαντουργία., τουριστική βιομηχανία & ταξιδιωτική βιομηχανία: τουριστικές επιχειρήσεις (ξενοδοχεία, ταξιδιωτικά γραφεία) και γενικότ. υπηρεσίες που σχετίζονται με τον τουρισμό και αφορούν τη διαμονή, τη διατροφή ή/και τη διασκέδαση. [< αγγλ. tourist industry, 1938] [< μτγν. βιομηχανία 'εξεύρεση των απαραίτητων για τη ζωή', γαλλ. industrie, γερμ. Industrie, αγγλ. industry]
9210βιομηχανικήβι-ο-μη-χα-νι-κή ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΦΥΣ. εμβιομηχανική. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αθλητική βιομηχανική: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κλάδος που εξετάζει τους μηχανισμούς κίνησης των αθλητών, λαμβάνοντας υπόψη τις εσωτερικές και εξωτερικές δυνάμεις που δρουν κατά την εκτέλεση μιας άσκησης: εργοφυσιολογία και ~ ~. Βλ. αθλητιατρική, ανθρωπομετρία, βιοκινητική, ηλεκτρομυογραφία. [< αγγλ. biomechanics, 1933]
9211βιομηχανικός, ή, ό βι-ο-μη-χα-νι-κός επίθ. 1. ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τη βιομηχανία ή παράγεται από αυτή: ~ός: δείκτης/εξοπλισμός/όμιλος/πολιτισμός/τομέας (πβ. δευτερογενής, βλ. πρωτο-, τριτο-γενής). ~ή: ασφάλεια/επεξεργασία (πβ. μεταποίηση)/έρευνα (πβ. εφαρμοσμένη)/εταιρεία/κουλτούρα/μονάδα/παραγωγή/περιοχή/ρύπανση. ~ό: απόρρητο/ατύχημα (πβ. εργατικό)/συγκρότημα. ~οί: αυτοματισμοί/εργάτες/κλάδοι/λέβητες/χώροι. ~ές: εγκαταστάσεις/σχέσεις (πβ. εργασιακές). ~ά: αγαθά/απόβλητα/είδη/εργαλεία/μηχανήματα/ορυκτά (π.χ. άργιλος)/υλικά. Εμπορικό και ~ό Επιμελητήριο. Οι ~ές (= ανεπτυγμένες) χώρες (του Βορρά/της Δύσης). Βλ. βιοτεχνικός, εμπορο~, προ-/μετα~.|| (γνωστικά αντικείμενα) ~ή Διοίκηση/Λογιστική/Οικονομία/Οργάνωση/Χημεία. ~ό Μάρκετινγκ. 2. (ειδικότ.) που προορίζεται για μεταποίηση: ~ά: ροδάκινα (για κονσερβοποίηση)/φυτά (π.χ. βαμβάκι, ζαχαρότευτλο, καπνός). ● επίρρ.: βιομηχανικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: βιομηχανική επανάσταση (συχνά με κεφαλ. Β, Ε): ΙΣΤ. ραγδαία και μεγάλη αλλαγή στην οικονομία (18ος αι.), με βασικά χαρακτηριστικά τη χρήση τεχνικών μεθόδων παραγωγής και νέων πηγών ενέργειας και γενικότ. τη μηχανοποίηση της εργασίας. Η τρίτη ~ ~ (: η ψηφιακή). Η τέταρτη (: συγκερασμός τεχνολογιών από το φυσικό, ψηφιακό και βιολογικό κόσμο). [< αγγλ. industrial revolution, 1848, γαλλ. révolution industrielle] , βιομηχανική κοινωνία (κ. με κεφαλ. Β, Κ): ΙΣΤ. που βασίζεται στη μηχανοποίηση για παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών. Βλ. Κοινωνία της Πληροφορίας. [< αγγλ. industrial society] , βιομηχανικό πάρκο (ακρ. ΒΙ.ΠΑ.): μεγάλη έκταση, συνήθ. στα περίχωρα μιας πόλης, με συγκεντρωμένα εργοστάσια, όπου ασκείται βιομηχανική και βιοτεχνική δραστηριότητα μέσης και χαμηλής όχλησης. Βλ. βιοτεχνικό πάρκο, τεχνόπολη. [< αγγλ. industrial park, 1955] , βιομηχανική αισθητική βλ. αισθητική, βιομηχανική αρχαιολογία βλ. αρχαιολογία, βιομηχανική ζώνη βλ. ζώνη, βιομηχανική ιδιοκτησία βλ. ιδιοκτησία, βιομηχανική κατασκοπεία βλ. κατασκοπεία, βιομηχανική κοινωνιολογία βλ. κοινωνιολογία, βιομηχανική πίστη βλ. πίστη, βιομηχανική ψυχολογία βλ. ψυχολογία, βιομηχανικό χιόνι βλ. χιόνι, βιομηχανικός μελανισμός βλ. μελανισμός, βιομηχανικός σχεδιασμός βλ. σχεδιασμός [< γαλλ. industriel, γερμ. industriell]
9212βιομηχανοποίησηβι-ο-μη-χα-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. εκβιομηχάνιση: ~ της γεωργίας. Βλ. -ποίηση. 2. (αρνητ. συνυποδ.) μαζική προσφορά πνευματικών και καλλιτεχνικών αγαθών: ~ της διασκέδασης/τέχνης. Πβ. εμπορευματοποίηση. Βλ. μαζική κουλτούρα. [< γαλλ. industrialisation]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.