| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 9213 | βιομηχανοποιώ | [βιομηχανοποιῶ] βι-ο-μη-χα-νο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {βιομηχανοποιεί | βιομηχανοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, συνήθ. στην παθ. φωνή}: ΟΙΚΟΝ. χρησιμοποιώ βιομηχανικές μεθόδους για παραγωγή αγαθών, εκβιομηχανίζω: ~είται η γεωργία. Πρώτες ύλες που ~ήθηκαν. ~ημένες: χώρες. ~ημένα: προϊόντα (= τυποποιημένα).|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Άθλημα που έχει ~ηθεί. ~ημένος: τουρισμός. Πβ. εμπορευματοποιώ. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. industrialiser] | |
| 9214 | βιομήχανος | βι-ο-μή-χα-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -άνου}: ιδιοκτήτης βιομηχανίας: επιχειρηματίας/εφοπλιστής-~. Πβ. εργοστασιάρχης. Βλ. βιοτέχνης, μεγαλο~, φαρμακο~, χαρτο~. [< αρχ. βιομήχανος ΄ο επιτήδειος για την ανεύρεση των απαραίτητων για τη ζωή, πολυμήχανος΄, γαλλ. industriel] | |
| 9215 | βιομηχανοστάσιο | βι-ο-μη-χα-νο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος, κτίριο με ειδικές εγκαταστάσεις για παραγωγή, επεξεργασία, διατήρηση, αποθήκευση ή και διακίνηση βιομηχανικών ή βιοτεχνικών προϊόντων. Βλ. -στάσιο. | |
| 9216 | βιομιμητική | βι-ο-μι-μη-τι-κή: ΒΙΟΧ. κλάδος που μελετά τη δομή και λειτουργία των βιολογικών συστημάτων με σκοπό τον σχεδιασμό και τη σύνθεση τεχνητών προϊόντων που μιμούνται τους φυσικούς μηχανισμούς. Βλ. βιονική, εμβιομηχανική. [< αγγλ. biomimetics, 1970] | |
| 9217 | βιομιμητικός | , ή, ό βι-ο-μι-μη-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με τη βιομιμητική: ~ή: ρομποτική. ~ά: υλικά. [< αγγλ. biomimetic, 1960] | |
| 9218 | βιομόρια | βι-ο-μό-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. βιομόριο}: ΒΙΟΧ. χημικά μόρια που αποτελούν δομικά ή λειτουργικά συστατικά ενός ζωντανού οργανισμού (π.χ. λιπίδια, πρωτεΐνες, υδατάνθρακες). Βλ. μακρο-, μικρο-μόρια, μεταβολισμός. [< γαλλ. biomolécules, αγγλ. biomolecules, 1901] | |
| 9219 | βιομοριακός | , ή, ό βι-ο-μο-ρι-α-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που αναφέρεται στα βιομόρια: ~ό: αδυνάτισμα. ~ές: έρευνες/θεραπείες.|| ~ή: αρχαιολογία (: ως ιδιαίτερος επιστημονικός κλάδος)/μηχανική. [< αγγλ. biomolecular, 1946] | |
| 9220 | βιονανοτεχνολογία | βλ. νανοβιοτεχνολογία | |
| 9221 | βιονική | βι-ο-νι-κή ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΤΕΧΝΟΛ. διεπιστημονικός κλάδος που μελετά τις βιολογικές λειτουργίες με στόχο την αναπλήρωση ή επαύξηση των ανατομικών δομών με ηλεκτρονικά ή μηχανικά μέσα. Βλ. εμβιομηχανική, ρομποτική, τεχνητή νοημοσύνη. [< αγγλ. bionics, 1960, γαλλ. bionique, 1958] | |
| 9222 | βιονικός | , ή, ό βι-ο-νι-κός επίθ. 1. ΒΙΟΛ.-ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τη βιονική: ~ός: άνθρωπος.~ό: αυτί. ~ά: μέλη. Βλ. ρομπότ. 2. (μτφ., συνήθ. για πρόσ.) που έχει αυξημένες αντοχές, δυνάμεις σε σχέση με άλλους: ~οί: αθλητές. [< αγγλ. bionic, 1961, γαλλ. bionique] | |
| 9223 | βιοντίζελ | βι-ο-ντί-ζελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. βιοκαύσιμο, υποκατάστατο του πετρελαίου, που παρασκευάζεται από φυσικές, ανανεώσιμες πηγές, όπως φυτικά έλαια και ζωικά λίπη. Βλ. βιοαέριο, βιοαιθανόλη, βιομάζα. [< αγγλ. biodiesel, 1986, γαλλ. ~, 1992] | |
| 9224 | βιοξήρανση | βι-ο-ξή-ραν-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. μηχανική βιολογική ξήρανση απορριμμάτων, το προϊόν της οποίας μετατρέπεται σε ομογενοποιημένο καύσιμο υλικό: εργοστάσιο ~ης. | |
| 9225 | βιοοικολογία | βι-ο-οι-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. επιστημονικός κλάδος που μελετά την αλληλεπίδραση ανάμεσα στα ζώα και τα φυτά, όπως και ανάμεσα σε αυτά και το περιβάλλον. [< αγγλ. bioecology, 1923] | |
| 9227 | βιοπαθολογία | βι-ο-πα-θο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. εργαστηριακή ιατρική ειδικότητα που χρησιμοποιεί αναλυτικές μεθόδους, προκειμένου να στηρίξει τις διαδικασίες της διάγνωσης και βέλτιστης θεραπείας τους ασθενούς. Πβ. μικροβιολογία. Βλ. ιχθυοπαθολογία. [< αγγλ. biopathology, γαλλ. biopathologie] | |
| 9228 | βιοπαθολόγος | βι-ο-πα-θο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στη βιοπαθολογία: μικροβιολόγος-~. [< αγγλ. biopathologist, γαλλ. biopathologiste] | |
| 9229 | βιοπαλαιστής | βι-ο-πα-λαι-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που εργάζεται σκληρά, για να βγάλει τα προς το ζην: φτωχός ~. Βλ. μεροκαματιάρης. [< γαλλ. αγγλισμός struggle for lifeur, 1889] | |
| 9230 | βιοπάλη | βι-ο-πά-λη ουσ. (θηλ.): ο αγώνας, η σκληρή εργασία, η προσπάθεια του ανθρώπου να αποκτήσει τα αναγκαία για την επιβίωσή του: καθημερινή ~. Από μικρός βγήκε/μπήκε/ρίχτηκε στη ~. [< γαλλ. lutte pour la vie] | |
| 9231 | βιοπειρατεία | βι-ο-πει-ρα-τεί-α ουσ. (θηλ.): μονοπώληση, εμπορική εκμετάλλευση ή αυθαίρετη χρήση φυσικών, γενετικών και βιολογικών πόρων (συνήθ. αναπτυσσόμενων χωρών) κυρ. από οργανισμούς ή επιχειρήσεις και κυβερνήσεις: εταιρική ~. ~ από βιομηχανίες/φαρμακευτικές εταιρείες. Βιοποικιλότητα και ~. [< αγγλ. biopiracy] | |
| 9232 | βιοπληροφορική | βι-ο-πλη-ρο-φο-ρι-κή ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΠΛΗΡΟΦ. εφαρμογή υπολογιστικών τεχνικών και μεθόδων για συλλογή, ανάλυση και οργάνωση γενετικών δεδομένων. Βλ. γονιδιωματική, DNA. [< αγγλ. bioinformatics, 1975, γαλλ. bio-informatique, 1995] | |
| 9233 | βιοποικιλότητα | βι-ο-ποι-κι-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) βιοποικιλία: ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. βιολογική ποικιλότητα, το σύνολο των έμβιων όντων της Γης ως αλληλοεξαρτώμενο σύστημα: γενετική (: εντός του είδους)/ενδημική/θαλάσσια/οικολογική (: μεταξύ των οικοσυστημάτων)/υδάτινη/χερσαία ~. Διατήρηση/προστασία της ~ας. Βλ. βιοκοινότητα, βιόσφαιρα. [< αγγλ. biodiversity, 1985, γαλλ. biodiversité, 1990] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ