Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [10120-10140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9234βιοπολυμερή[βιοπολυμερῆ] βι-ο-πο-λυ-με-ρή ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΙΟΧ. χημικά πολυμερή (π.χ. πρωτεΐνες, πολυσακχαρίτες) που παράγονται από ζωντανούς οργανισμούς ή παρασκευάζονται εργαστηριακά. [< αγγλ. biopolymers, 1957]
9235βιοπορίζομαιβι-ο-πο-ρί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {βιοπορί-στηκε, -στεί} (λόγ.): ζω, καλύπτω τις βιοτικές μου ανάγκες: ~εται από το εμπόριο/ως μεταφραστής (πβ. εργάζεται).
9236βιοπορισμόςβι-ο-πο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): εξασφάλιση των αναγκαίων για επιβίωση με προσωπική εργασία: μέσα/προβλήματα ~ού.
9237βιοποριστικός, ή, ό βι-ο-πο-ρι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον βιοπορισμό: ~ή: απασχόληση. ~ές: ανάγκες/δραστηριότητες. [< μτγν. βιοποριστικός ‘χρήσιμος για τη ζωή, παραγωγικός’]
9238βιορυθμοίβι-ο-ρυθ-μοί ουσ. (αρσ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. βιορυθμός} & βιορρυθμοί: φυσιολογικές περιοδικές αλλαγές που συντελούνται στους ζωντανούς οργανισμούς (π.χ. ύπνος, αναπαραγωγικός κύκλος) και οι οποίες υποτίθεται ότι επηρεάζουν τη συμπεριφορά και τη συναισθηματική και διανοητική τους κατάσταση: η θεωρία των ~ών. Αστρολογία και ~. Βλ. βιολογικό ρολόι, κιρκαδικός, χρονοβιολογία. [< αγγλ. biorhythms, 1960, γαλλ. biorythmes, 1972]
9239βίοςβί-ος ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. ζωή και κυρ. ο τρόπος με τον οποίο ζει κάποιος: ασκητικός/έκλυτος/μοναχικός/πολυτάραχος ~. Η πορεία του βίου της. Ο ~ και το έργο του ... Εξιστόρηση του ~ου της ... Διάγει εγκρατή/ενάρετο/ήσυχο ~ο. Πβ. ζήση. 2. σύνολο δραστηριοτήτων σε ορισμένο τομέα: ο κοινωνικός και πολιτικός/ο πνευματικός και υλικός ~. Τα βάρη του οικογενειακού ~ου. Παράταση του επαγγελματικού/εργασιακού ~ου (βλ. ενεργός γήρανση). Χώρισαν μετά από πολλά χρόνια έγγαμου ~ου.βίοι (οι): (συνήθ. ΕΚΚΛΗΣ.) βιογραφίες: ~ αγίων. Πβ. αγιολόγιο, συναξάρι. ● ΣΥΜΠΛ.: βίοι παράλληλοι & παράλληλοι βίοι: για να δηλωθεί ότι δύο συνήθ. άνθρωποι έχουν κοινά βιώματα, παρόμοιες εμπειρίες: Ακολουθούν ~ους ~ους., η δημόσια ζωή/ο δημόσιος βίος βλ. δημόσιος, ιδιωτική ζωή/ιδιωτικός βίος βλ. ιδιωτικός ● ΦΡ.: βίος και πολιτεία 1. (ειρων.) ταραχώδης, περιπετειώδης, σκανδαλώδης ζωή: Αυτός (ο άνθρωπος) είναι ~ ~ (= έχει βεβαρημένο παρελθόν). 2. τίτλος βιογραφιών ή μυθιστορημάτων με θέμα τη ζωή ενός προσώπου: ~ ~ του Αγίου .../του ποιητή ..., διά βίου (λόγ.) 1. για όλη τη διάρκεια της ζωής κάποιου: ~ ~ εκπαίδευση/μάθηση. ~ ~ φαρμακευτική αγωγή. Τιμωρία με ~ ~ αποκλεισμό/φυλάκιση (= ισόβια). Πβ. για μια ζωή. ΣΥΝ. εφ' όρου ζωής 2. (σε ΣΥΜΠΛ. που αφορούν την παροχή επιπλέον γνώσεων και δεξιοτήτων σε ενήλικες) διαρκής: ~ ~ (ΣΥΝ. συνεχιζόμενη) εκπαίδευση/κατάρτιση/μάθηση/παιδεία. Βλ. επιμόρφωση, Ι.Δ.ΕΚ.Ε. [< 1: αρχ. διά βίου 2: αγγλ. lifelong] , μου έχει κάνει το(ν) βίο αβίωτο: με ταλαιπωρεί αφάνταστα, μου δημιουργεί πολλά προβλήματα: ~ ~! Δεν αντέχω άλλο. ΣΥΝ. του κάνω τη ζωή δύσκολη/κόλαση/μαρτύριο/μαύρη/πατίνι/ποδήλατο, πρότερος έντιμος βίος {συνήθ. στη γεν.}: ΝΟΜ. σε περιπτώσεις που κάποιος είχε λευκό ποινικό μητρώο, προτού διαπράξει ποινικώς κολάσιμο αδίκημα: (για κατηγορούμενο) Του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του προτέρου/πρότερου ~ου ~ου., (εύχομαι) βίο(ν) ανθόσπαρτο(ν) βλ. ανθόσπαρτος, εξεμέτρησε το ζην βλ. εκμετρώ [< αρχ. βίος]
9240βιοςουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ.} & (σπάν.) βιο (λαϊκό): το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων κάποιου: Ξόδεψε όλο του το ~. Πβ. αγαθά, περιουσία, υπάρχοντα. [< μεσν. βίος, το]
9242βιοσπηλαιολογίαβι-ο-σπη-λαι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. κλάδος που μελετά τους ζωντανούς οργανισμούς που περνούν όλη τη ζωή τους, ή ένα μέρος της, σε σπήλαια. [< αγγλ. biospeleology, 1947]
9243βιοσταθεροποίησηβι-ο-στα-θε-ρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. κομποστοποίηση: (αν)αερόβια ~. Ανακύκλωση και ~. Πβ. λιπασματο-, χουμο-ποίηση. Βλ. βιοαποικοδόμηση, βιοδιάσπαση. [< αγγλ. biostabilization]
9244βιοστατιστικήβι-ο-στα-τι-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΣΤΑΤΙΣΤ. χρήση στατιστικών μεθόδων στην ανάλυση βιολογικών και ιατρικών δεδομένων: επιδημιολογία και ~. Πβ. βιομετρία. Βλ. βιοπληροφορική. [< αγγλ. biostatistics, γαλλ. biostatistique]
9245βιοστατιστικός, ή, ό βι-ο-στα-τι-στι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.-ΣΤΑΤΙΣΤ. που σχετίζεται με τη βιοστατιστική: ~ές: εφαρμογές. ~ά: δεδομένα. ● Ουσ.: βιοστατιστικός (ο/η): επιστήμονας ειδικευμένος στη βιοστατιστική: ~-επιδημιολόγος. [< αγγλ. biostatistical]
9246βιόστρωμαβι-ό-στρω-μα ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΛ. (σε βράχους) λεπτό στρώμα από οργανικό υλικό (π.χ. απολιθώματα). [< αγγλ. biostrome, 1932]
9247βιοστρωματογραφίαβι-ο-στρω-μα-το-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. επιστημονικός κλάδος με αντικείμενο τη διάκριση και χρονολογική κατηγοριοποίηση των ιζηματογενών πετρωμάτων με βάση τα απολιθώματά τους. Βλ. γεωχρονολόγηση. [< αγγλ. biostratigraphy, 1921]
9248βιοσυμβατός, ή, ό βι-ο-συμ-βα-τός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που δεν έχει τοξικά ή βλαπτικά αποτελέσματα ή κυρ. που δεν απορρίπτεται από το ανοσοποιητικό σύστημα ενός οργανισμού: ~ό: μόσχευμα. ~ά: υλικά (πβ. βιοϋλικά). Βλ. ιστοσυμβατός. [< αγγλ. biocompatible, γαλλ. ~, περ. 1970]
9249βιοσυμβατότηταβι-ο-συμ-βα-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. η ιδιότητα του βιοσυμβατού: υψηλή ~. ~ τεχνητών οργάνων. Βλ. ιστοσυμβατότητα. [< αγγλ. biocompatibility, 1968, γαλλ. biocompatibilité]
9250βιοσύνθεσηβι-ο-σύν-θε-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. παραγωγή χημικών ενώσεων από ζωντανούς οργανισμούς ή κύτταρα: ~ αμινοξέων/γλυκόζης/ορμονών/πρωτεϊνών (= πρωτεϊνοσύνθεση)/υδατανθράκων/χοληστερόλης. Βλ. αναβολισμός, φωτοσύνθεση. [< αγγλ. biosynthesis, 1904, γαλλ. biosynthèse, 1950]
9251βιοσυνθετικός, ή, ό βι-ο-συν-θε-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που παράγεται με βιοσύνθεση ή αναφέρεται σε αυτή: ~ό: ένζυμο. Εμφύτευση ~ών υλικών. ● επίρρ.: βιοσυνθετικά [< αγγλ. biosynthetic, γαλλ. biosynthétique, 1950]
9252βιοσυσσώρευσηβι-ο-συσ-σώ-ρευ-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. σταδιακή αύξηση της συγκέντρωσης βλαβερών ουσιών ή χημικών στοιχείων στους ιστούς των οργανισμών μέσω της άμεσης απορρόφησής τους ή της τροφικής αλυσίδας: ~ μετάλλων/(τοξικών) ρύπων. Εντομοκτόνα και ~. [< αγγλ.bioaccumulation, 1956, γαλλ. ~]]
9253βιοσυσσωρεύσιμος, η, ο βι-ο-συσ-σω-ρεύ-σι-μος επίθ.: ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. που συγκεντρώνεται μέσα σε ζωντανούς οργανισμούς: ~ες: χημικές ουσίες. [< αγγλ. bioaccumulative]
9254βιοσυσσωρεύωβι-ο-συσ-σω-ρεύ-ω ρ. (μτβ.): ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. προκαλώ βιοσυσσώρευση: Οι διοξίνες ~ονται στον λιπώδη ιστό διαφόρων ανώτερων θηλαστικών και ψαριών. [< αγγλ. bioaccumulate]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.