| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 9255 | βιόσφαιρα | βι-ό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΓΕΩΓΡ. οι περιοχές στην ατμόσφαιρα, την υδρόσφαιρα και την επιφάνεια της Γης όπου αναπτύσσεται ζωή· (σπάν.-συνεκδ.) το σύνολο των ζωντανών οργανισμών που βρίσκονται σε αυτή: θαλάσσια/περιβαλλοντικά προστατευόμενη ~. Βιωσιμότητα/ρύπανση της ~ας. Βλ. λιθόσφαιρα, βιοκοινότητα, βιοποικιλότητα, οικοσύστημα. [< γαλλ. biosphère, αγγλ. biosphere] | |
| 9256 | βιοτέχνης | βι-ο-τέ-χνης ουσ. (αρσ. + θηλ.): ιδιοκτήτης βιοτεχνίας. Βλ. επαγγελματο~. [< γαλλ. manufacturier] | |
| 9257 | βιοτεχνία | βι-ο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. κλάδος παραγωγής, συνήθ. μη τυποποιημένων προϊόντων, που ασχολείται με τη μεταποίηση πρώτων υλών και βασίζεται στην απασχόληση μικρού αριθμού προσωπικού και την περιορισμένη χρήση μηχανικού εξοπλισμού· συνεκδ. το αντίστοιχο κτίριο ή μονάδα: οικιακή/οικογενειακή ~. ~ ενδυμάτων/πλαστικών/χημικών προϊόντων. ~ και εμπορία λευκών ειδών. Βλ. αγρο~, βιομηχανία, μικρο~, χειροτεχνία, -τεχνία. [< γαλλ. biotechnie, manufacture] | |
| 9258 | βιοτεχνικός | , ή, ό βι-ο-τε-χνι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον βιοτέχνη ή τη βιοτεχνία: ~ός: κλάδος/συνεταιρισμός. ~ή: ζώνη/μονάδα. (με κεφαλ. Β) ~ό: Επιμελητήριο. Βλ. βιομηχαν-, χειροτεχν-ικός. ● ΣΥΜΠΛ.: βιοτεχνικό πάρκο (ακρ. ΒΙΟ.ΠΑ.): χώρος στον οποίο ασκείται βιομηχανική και βιοτεχνική δραστηριότητα χαμηλής όχλησης και λειτουργούν επαγγελματικά εργαστήρια. Βλ. βιομηχανικό πάρκο, τεχνόπολη. [< γαλλ. manufacturier] | |
| 9259 | βιοτεχνολογία | βι-ο-τε-χνο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. -ΤΕΧΝΟΛ. τεχνολογία χρήσης συνήθ. μικροοργανισμών ή/και βιολογικών ουσιών (ενζύμων), κυρ. για την παραγωγή χρήσιμων προϊόντων και την παροχή υπηρεσιών που βελτιώνουν την ποιότητα ζωής του ανθρώπου: αγροτική (= αγρο~)/βιομηχανική/γεωπονική/γεωργική/ενζυμική/ιατρική/πρωτεϊνική ~. ~ τροφίμων/φαρμάκων. Ινστιτούτο Bιολογικών Ερευνών και ~ας. Βλ. βιολογική θεραπεία, νανο~. [< αγγλ. biotechnology, 1921, γαλλ. biotechnologie, 1969] | |
| 9260 | βιοτεχνολογικός | , ή, ό βι-ο-τε-χνο-λο-γι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.-ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τη βιοτεχνολογία: ~ή: ανάπτυξη/έρευνα. ~ές: εφαρμογές. [< αγγλ. biotechnological, γαλλ. biotechnologique] | |
| 9261 | βιοτεχνολόγος | βι-ο-τε-χνο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στη βιοτεχνολογία. [< αγγλ. biotechnologist, γαλλ. biotechnologue] | |
| 9262 | βιοτή | βι-ο-τή ουσ. (θηλ.) (λόγ., κυρ. σε εκκλησ. κείμενα): βίος, τρόπος ζωής: ασκητική/ενάρετη/χριστιανική ~. Βλ. θανή. [< αρχ. βιοτή] | |
| 9263 | βιοτικός | , ή, ό βι-ο-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη ζωή ή/και τους ζωντανούς οργανισμούς: ~ές: μέριμνες/συνθήκες. ~ά: προβλήματα. Βλ. αντι~, μακρο~, προ~.|| (ΟΙΚΟΛ.) ~ό: περιβάλλον. Οι ~οί (= χλωρίδα και πανίδα) και αβιοτικοί (π.χ. έδαφος, κλίμα, νερό, φως) παραγόντες ενός οικοσυστήματος. ~οί: πόροι (: ανανεώσιμοι). ● ΣΥΜΠΛ.: βιοτικά αγαθά: τα υλικά αγαθά, συνήθ. σε αντιδιαστολή με τα πνευματικά., βιοτικές ανάγκες: που σχετίζονται με την επιβίωση και διαβίωση του ανθρώπου (π.χ. διατροφή, ένδυση, κατοικία): βασικές/καθημερινές/στοιχειώδεις ~ ~., βιοτικό επίπεδο & επίπεδο ζωής/διαβίωσης: ΟΙΚΟΝ. οι συνθήκες ζωής ενός προσώπου ή των μελών ενός κοινωνικού συνόλου ως προς την κατά κεφαλήν κατανάλωση αγαθών και χρήση υπηρεσιών: υψηλό/χαμηλό ~ ~. [< αγγλ. standard of living, 1903, standard of life] [< μτγν. βιωτικός ‘που αφορά τη ζωή, που εξυπηρετεί την επιβίωση’, αγγλ. biotic, γαλλ. biotique, 1969 – παλαιότ. ορθογρ. βιωτικός] | |
| 9264 | βιοτίνη | βι-ο-τί-νη ουσ. (θηλ.) (αλλιώς βιταμίνη Η): ΒΙΟΧ. υδατοδιαλυτή βιταμίνη της ομάδας Β (σύμβ. C10H16N2O3S)που είναι απαραίτητη για τον μεταβολισμό των λιπών και βρίσκεται ιδ. στη μαγιά μπίρας, στο συκώτι, στα νεφρά και στον κρόκο του αβγού. Βλ. ινοσιτόλη, χολίνη, -ίνη. [< γερμ. Biotin, αγγλ. biotin, 1936, γαλλ. biotine, περ. 1950] | |
| 9265 | βιοτοξίνες | βι-ο-το-ξί-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. βιοτοξίνη}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. τοξίνες που παράγονται από μικροοργανισμούς, βρίσκονται σε μερικά τρόφιμα και προκαλούν τροφικές δηλητηριάσεις: θαλάσσιες ~. Μόλυνση από ~ εξαιτίας του φυτοπλαγκτού. Κρούσματα ~ών σε οστρακοειδή. Βλ. αφλα-, μυκο-τοξίνες. [< αγγλ. biotoxin, 1898] | |
| 9266 | βιότοπος | βι-ό-το-πος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όπου}: ΟΙΚΟΛ. περιοχή με σταθερές περιβαλλοντικές συνθήκες στην οποία ζουν και αναπτύσσονται τα μέλη μιας βιοκοινότητας: θαλάσσιος/προστατευόμενος/φυσικός ~. Ο ~ του δέλτα (του ποταμού)/της λίμνης. ~ πουλιών και σπάνιων φυτών. ~ µε πλούσια χλωρίδα και πανίδα. Πβ. οικότοπος. Βλ. οικοσύστημα, υγρο~, -τοπος. [< αγγλ. biotope, 1927, γαλλ. biotope, 1947] | |
| 9267 | βιοτράπεζα | βι-ο-τρά-πε-ζα ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. χώρος συλλογής και φύλαξης δειγμάτων βιολογικού υλικού (ιστών, κυττάρων, αίματος ή DNA) ανθρώπινης προέλευσης. Βλ. Ι.ΙΒ.Ε.Α.Α. ΣΥΝ. τράπεζα βιολογικού υλικού [< αγγλ. biobank] | |
| 9268 | βιοτρομοκρατία | βι-ο-τρο-μο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): τρομοκρατία με χρήση βιολογικών όπλων. Βλ. βιοασφάλεια, βιοηθική. ΣΥΝ. βιολογική τρομοκρατία, οικοτρομοκρατία [< αγγλ. bioterrorism, 1987, γαλλ. bioterrorisme, 1998] | |
| 9269 | βιοτσίπ | βι-ο-τσίπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. μικροτσίπ από οργανικά μόρια και βιοχημικά συστατικά: εμφυτεύσιμο/ενέσιμο ~. [< αγγλ. biochip, 1982] | |
| 9270 | βιότυπος | βι-ό-τυ-πος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύπου}: ΒΙΟΛ. ομάδα οργανισμών με τον ίδιο ή παραπλήσιο γονότυπο και συνεκδ. κάθε διαφοροποιητικό χαρακτηριστικό ενός γονοτύπου: ανθεκτικοί ~οι ζιζανίων. Άτομα με λεπτό ~ο ούλων. Βλ. κλώνος, -τυπος1. [< γαλλ. biotype, 1946, αγγλ. ~, 1906] | |
| 9271 | βιοϋλικά | βι-ο-ϋ-λι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. βιοϋλικό}: ΙΑΤΡ. συνθετικές κυρ. ή φυσικές ουσίες που χρησιμοποιούνται κυρ. στην προσθετική ή την επούλωση τραυμάτων ή εγκαυμάτων: οδοντιατρικά ~. Βλ. βιοσυμβατός, κολλαγόνο, μπότοξ, σιλικόνη, υαλουρονικό οξύ, φίλερ. [< αγγλ. biomaterials, 1960, γαλλ. biomatériaux, 1969] | |
| 9272 | βιοφαρμακευτική | βι-ο-φαρ-μα-κευ-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. η επιστημονική μελέτη των φυσικών και χημικών ιδιοτήτων των φαρμάκων σε διαφορετικές μορφές και οι βιολογικές συνέπειές τους. Βλ. βιοτεχνολογία. [< αγγλ. biopharmaceutics, 1961] | |
| 9273 | βιοφαρμακευτικός | , ή, ό βι-ο-φαρ-μα-κευ-τι-κός επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. που σχετίζεται με τη βιοφαρμακευτική: ~ά: προϊόντα. [< αγγλ. biopharmaceutical, 1971] | |
| 9274 | βιοφίλμ | βι-ο-φίλμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & βιομεμβράνη (η): ΒΙΟΛ. λεπτό, αλλά ανθεκτικό στρώμα από μικροοργανισμούς που προσκολλώνται πάνω σε μια επιφάνεια: ανάπτυξη ~ σε πορώδη υλικά/σωλήνες. [< αγγλ. biofilm, 1975] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ