Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [10160-10180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9275βιοφλαβονοειδήβλ. φλαβονοειδή
9276βιοφυσικήβι-ο-φυ-σι-κή ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΦΥΣ. επιστημονικός κλάδος που χρησιμοποιεί τις μεθόδους και τις αρχές της φυσικής για τη μελέτη βιολογικών φαινομένων. Βλ. βιοϊατρική, βιοχημεία, εμβιομηχανική. [< αγγλ. biophysics, 1892, γαλλ. biophysique, περ. 1920]
9277βιοφυσικός, ή, ό βι-ο-φυ-σι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.-ΦΥΣ. που σχετίζεται με τη βιοφυσική: ~ό: περιβάλλον. ● Ουσ.: βιοφυσικός (ο/η): επιστήμονας με αντικείμενο έρευνας τη βιοφυσική. [< αγγλ. biophysicist, 1913, γαλλ. biophysicien] [< αγγλ. biophysical, 1913, γαλλ. biophysique, περ. 1920]
9278βιοφωσφορισμόςβι-ο-φω-σφο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. βιοφωταύγεια.
9279βιοφωταύγειαβι-ο-φω-ταύ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. παραγωγή φωτός από ζωντανούς οργανισμούς (π.χ. πυγολαμπίδες, διάφορα είδη ψαριών, βακτήρια) λόγω βιοχημικής αντίδρασης και συνεκδ. το συγκεκριμένο φως. Βλ. θερμοφωταύγεια, φθορισμός. ΣΥΝ. βιοφωσφορισμός [< αγγλ. bioluminescence, 1916, γαλλ. ~, 1905]
9280βιοχημείαβι-ο-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Β): ΒΙΟΧ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τις χημικές ουσίες, διαδικασίες και αντιδράσεις που πραγματοποιούνται στους ζωντανούς οργανισμούς, βιολογική χημεία: κλινική/μοριακή ~. ~ του εγκεφάλου. [< γαλλ. biochimie, αγγλ. biochemistry]
9281βιοχημικός, ή, ό βι-ο-χη-μι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με τη βιοχημεία: ~ός: κύκλος (βλ. κύκλος (του) άνθρακα). ~ή: αντίδραση. ~οί: δείκτες. ~ές: διεργασίες. Η ~ή σύσταση του γάλακτος. ● Ουσ.: βιοχημικός (ο/η): επιστήμονας που έχει ως αντικείμενο έρευνας τη βιοχημεία. [< γαλλ. biochimiste, 1920, αγγλ. biochemist] [< γαλλ. biochimique, αγγλ. biochemical
9282βιοψίαβι-ο-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λήψη και εξέταση, συνήθ. σε μικροσκόπιο, κυττάρων ή ιστού, για ακριβή διάγνωση ως προς την ύπαρξη, την αιτία ή την έκταση μιας ασθένειας: οπτική ~. ~ εγκεφάλου/ήπατος/θυρεοειδούς/μαστού/νεφρού/προστάτη. Βλ. κυτταρολογία. [< γαλλ. biopsie, αγγλ. biopsy]
9283βιοψυχολογίαβι-ο-ψυ-χο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) & βιολογική ψυχολογία & ψυχοβιολογία: ΨΥΧΟΛ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τη βιολογική βάση της συμπεριφοράς, των συναισθημάτων και των νοητικών διαδικασιών. Βλ. νευροεπιστήμες. [< αγγλ. biopsychology, 1895, γαλλ. biopsychologie]
9284βιπουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & VIP: διάσημο και συνήθ. πολύ πλούσιο άτομο: αίθουσα VIP του αεροδρομίου. Πβ. αστέρας, βεντέτα, σελέμπριτι, σταρ, φίρμα. [< αγγλ. very important person (VIP ή V.I.P), 1933]
9287βίπερβί-περ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (κυρ. τη δεκαετία του 1970): βιβλίο τσέπης που πωλείται συνήθ. σε περίπτερα: αισθηματικό/αστυνομικό ~. ● Υποκ.: βιπεράκι (το) [ακρ., εμπορ. ονομασ. ΒΙ.ΠΕΡ. (το): Βιβλίο Περιπτέρου, 1970]
9288βίραβί-ρα επιφών. {άκλ.}: ΝΑΥΤ. (ως παράγγελμα) τράβα, σήκωσε: ~-μάινα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: βίρα τις άγκυρες! βλ. άγκυρα [< βεν. vira]
9289βιράζβι-ράζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: στροφή με εσωτερική κλίση: O χρυσός σπρίντερ μπήκε πρώτος στο ~. Βλ. ντεμαράζ.|| (μτφ.) Στο ~ του πρωταθλήματος η ομάδα δίνει τον πιο κρίσιμο αγώνα. Στο τελευταίο ~ για τη συμφωνία (βλ. τελική ευθεία). [< γαλλ. virage]
9290βιράρωβι-ρά-ρω ρ. (μτβ.) {σπάν. βίραρε}: ΝΑΥΤ. σηκώνω, τραβώ συνήθ. άγκυρα ή βάρκα. ΑΝΤ. αγκυροβολώ [< βεν. virare]
9291βιρτουόζικος, η, ο βιρ-του-ό-ζι-κος επίθ.: που χαρακτηρίζει τον βιρτουόζο: ~ο: παίξιμο/στιλ.
9292βιρτουόζοςβιρ-του-ό-ζος ουσ. (αρσ.) {(σπάν.) θηλ. βιρτουόζα}: πρόσωπο που επιδεικνύει άριστες ικανότητες σε κάποια τέχνη, κυρ. σε μουσικό όργανο· γενικότ. δεξιοτέχνης: ~ του/στο ακορντεόν.|| (ως επίθ.) ~ μαέστρος/πιανίστας.|| (μτφ.) ~ της μπάλας. Πβ. αρτίστας, μάγος. Βλ. -όζος. [< ιταλ. virtuoso]
9293βισκόζβι-σκόζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ύφασμα από βισκόζη: κασκόλ 100% ~.
9294βισκόζηβι-σκό-ζη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. υλικό που παράγεται από επεξεργασμένη κυτταρίνη και χρησιμοποιείται για την κατασκευή τεχνητών ινών και υφασμάτων με λεία υφή και μεταξένια εμφάνιση: ελαστική ~. Φόρεμα από ~. Γάζες από βαμβάκι και ~. Πβ. ρεγιόν, τσελβόλ. Βλ. μετάξι, σελοφάν. [< γαλλ. viscose]
9295βισμούθιοβι-σμού-θι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. βαρύ, εύθραυστο μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Bi, Ζ 83), που έχει λευκό-γκριζωπό χρώμα και χρησιμοποιείται κυρ. στη φαρμακευτική και τη μεταλλουργία. Βλ. αντιμόνιο, αρσενικό, άστατο, φώσφορος. [< γαλλ. bismuth]
9296βίσοναςβί-σο-νας ουσ. (αρσ.) & βίσωνας: ΖΩΟΛ. γένος θηλαστικών (επιστ. ονομασ. Bison) της οικογένειας των βοοειδών με μεγάλο κεφάλι, μακρύ τρίχωμα, κοντά κέρατα και χαρακτηριστικό κύρτωμα από το λαιμό ως τη μέση περίπου της ράχης: αμερικανικός/ευρωπαϊκός ~. [< μτγν. βίσων]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.