| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 9 | ΑΑ | (η): Αρχιεπισκοπή Αθηνών. | |
| 12 | ΑΑΔΕ | (η): Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων. | |
| 13 | ΑΑΕ | (η) 1. Αθλητική Ανώνυμη Εταιρεία. 2. Αναπτυξιακή Ανώνυμη Εταιρεία. 3. Ασφαλιστική Ανώνυμη Εταιρεία. 4. η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία. | |
| 14 | ΑΑΣ | (το): Ανώτατο Αεροπορικό Συμβούλιο. | |
| 15 | ΑΑΥΕ | (η): Ανωτάτη Αεροπορίας Υγειονομική Επιτροπή. | |
| 16 | αβαείο | [ἀβαεῖο] α-βα-εί-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. ρωμαιοκαθολικό μοναστήρι: ~ γοτθικού ρυθμού. Το ~ των Βενεδικτίνων/του Μπέλλα Πάις (στην Κύπρο). 2. (σπάν.) η έδρα, η κατοικία του αβά. Πβ. ηγουμενείο. [< γαλλ. abbaye] | |
| 17 | αβαθής | , ής, ές [ἀβαθής] α-βα-θής επίθ. {αβαθ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· αβαθέστ-ερος, -ατος} (επίσ.) 1. που έχει ή βρίσκεται σε μικρό βάθος: ~ής: κόλπος/λάκκος. ~ής: θάλασσα/κόγχη/κοίτη. ~ές: δοχείο/έλος. ~είς: γεωτρήσεις/ουλές. Πβ. ά-, ξέ-βαθος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ής: αναπνοή.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ές: βαρομετρικό χαμηλό. ΣΥΝ. ρηχός (1) ΑΝΤ. βαθύς (1) 2. (μτφ.) που δεν εμβαθύνει, επιφανειακός, ανούσιος: ~ής: διάλογος/χαρακτήρας. ~ής: γνώση/κρίση/προσέγγιση. ~ές: κείμενο. ~ή: αισθήματα. Πβ. επιδερμικός. Βλ. ουσιώδης, ουσιαστικός. ΣΥΝ. ρηχός (2) ● Ουσ.: αβαθές (το) (λόγ.): έλλειψη βάθους: το ~ των υδάτων.|| (μτφ.) Το ~ των νοημάτων/της σκέψης., αβαθή (τα): τα ρηχά (ενν. νερά): Τα ~ της λίμνης. Οι ερωδιοί τριγυρνούν στα ~ αναζητώντας τροφή.|| (ΓΕΩΛ.) Τα αμμώδη/βραχώδη ~ (: αμμόλοφος/βράχια στον θαλάσσιο βυθό). ΑΝΤ. άπατα [< μτγν. ἀβαθής] | |
| 18 | αβαθμολόγητος | , η, ο [ἀβαθμολόγητος] α-βαθ-μο-λό-γη-τος επίθ.: που δεν έχει βαθμολογηθεί, αξιολογηθεί: ~η: άσκηση. ~ες: εκθέσεις. ~α: γραπτά (ΑΝΤ. βαθμολογημένα).|| ~ος: κανόνας (: χωρίς βαθμονομική κλίμακα)/χάρακας.|| (σπανιότ.) ~οι: αγώνες (: που διεξάγονται χωρίς βαθμολογία). | |
| 19 | άβαθος | , η, ο [ἄβαθος] ά-βα-θος επίθ.: αβαθής: ~ο: λιμάνι/πηγάδι. ~ες: ακτές. ~α: νερά (ΑΝΤ. άπατα). ΣΥΝ. ρηχός (1) ΑΝΤ. βαθύς (1) | |
| 20 | άβακας | [ἄβακας] ά-βα-κας ουσ. (αρσ.) {αβάκων} 1. (λόγ.) επιφάνεια επιτραπέζιων παιχνιδιών και γενικότ. κάθε επίπεδη πλάκα: ο ~ του σκακιού (= σκακιέρα). Παιχνίδια σε ~α.|| (κυρ. στον πληθ.) ~ες δαπέδων/τοίχων (πβ. πλακάκια). Κατακόρυφοι/οριζόντιοι ~ες που λειτουργούν ως θερμαντικά σώματα. 2. εργαλείο εκτέλεσης αριθμητικών πράξεων, χαρακτηριστικός τύπος του οποίου είναι αυτός που λειτουργεί με τη μετακίνηση μικρών σφαιρών κατά μήκος αξόνων στερεωμένων σε ορθογώνιο πλαίσιο και κατ' επέκτ. κάθε υπολογιστικός πίνακας: (συνήθ. παλαιότ.) ξύλινος ~. Πρόσθεση µε ~α. (ΜΑΘ.) Πυθαγόρειος πίνακας ή ~ (: πίνακας πολλαπλασιασμού για την εύρεση του γινομένου των πρώτων εννέα μονοψήφιων αριθμών). Πβ. αριθμητήριο. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. πλάκα -συνήθ. τετράγωνη ή ορθογώνια παραλληλεπίπεδη- στο ανώτερο τμήμα του κιονόκρανου, όπου στηρίζεται το επιστύλιο. Βλ. εχίνος, κάλαθος. ● Υποκ.: αβάκιο (το) [< αρχ. ἄβαξ] | |
| 21 | αβάν πρεμιέρ | [ἀβάν πρεμιέρ] α-βάν πρε-μιέρ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: η ανεπίσημη πρώτη παρουσίαση κυρ. κινηματογραφικού ή θεατρικού έργου πριν από την έναρξη των προβολών ή των παραστάσεων για το ευρύ κοινό: ~ του φεστιβάλ. Η ταινία θα προβληθεί σε ~.|| (ως επίθ.) ~ προβολή. [< γαλλ. avant-première] | |
| 22 | αβάν-γκαρντ & αβανγκάρντ | [ἀβάν-γκαρντ] α-βάν-γκαρντ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: πρωτοπορία: θεατρική/κινηματογραφική ~. Η ~ της διανόησης/της μουσικής. Οι δημιουργοί/τα λογοτεχνικά κινήματα της ~. ~ και μοντερνισμός (πβ. αβανγκαρντισμός).|| (ως επίθ.) ~ αισθητική/συνθέτης/ταινία/τέχνη. ~ και ελιτίστικο περιοδικό. Πβ. καινοτόμος, ρηξικέλευθος. ΣΥΝ. εμπροσθοφυλακή (2) [< γαλλ. avant-garde] | |
| 23 | αβανγκαρντισμός | [ἀβανγκαρντισμός] α-βαν-γκαρ-ντι-σμός ουσ. (αρσ.) (σπάν.): τάση για καινοτομία και αμφισβήτηση των καθιερωμένων προτύπων και αξιών που χαρακτηρίζει διάφορα καλλιτεχνικά, αλλά και κοινωνικά, πολιτικά κινήματα. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. avant-gardisme, 1918] | |
| 24 | αβανιά | [ἀβανιά] α-βα-νιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-παρωχ.): άδικη κατηγορία, συκοφαντία: Του έβγαλαν/έριξαν/φόρτωσαν την ~ ότι είναι μπεκρής/φονιάς. Πβ. ρετσινιά. [< μεσν. αβανιά] | |
| 25 | αβάνς | [ἀβάνς] α-βάνς ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. χρονισμός ανάφλεξης σε μηχανές εσωτερικής καύσης: αυτόματο/μεταβαλλόμενο ~. ~ κινητήρα/μοτέρ. Πβ. προ-ανάφλεξη, -πορεία. [< γαλλ. avance] | |
| 26 | αβάντα | [ἀβάντα] α-βά-ντα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. υποστήριξη, βοήθεια, ενίσχυση: πολιτική ~. Δίνω ~ σε κάποιον. Του κάνει ~ (= τον στηρίζει). (Κάποιος) έχει την ~ της διαιτησίας/της εξουσίας/των μέσων ενημέρωσης/από τον κόσμο. Πήρε δάνειο με την ~ των γονιών του.|| Έχει μεγάλες ~ες (= πλάτες, μέσο). Προωθήθηκε με ~ες στον καλλιτεχνικό χώρο. 2. πλεονέκτημα, πλεονεκτική θέση: Ξεκίνησε με ~ τον αγώνα. Πβ. αβαντάζ, αβάντζο, ατού. 3. (σπάν.) παράνομο συνήθ. υλικό κέρδος: Δέχομαι/παίρνω ~ (πβ. μίζα, προμήθεια). Η ~ του καζίνου (: το χρηματικό ποσό που κερδίζει στο σύνολο των στοιχημάτων). [< πβ. παλαιότ. ιταλ. avantare] | |
| 27 | αβανταδόρικος | , η, ο [ἀβανταδόρικος] α-βα-ντα-δό-ρι-κος επίθ. (προφ.) 1. που έχει ή παρουσιάζει πολλά πλεονεκτήματα, που παρέχει πολλές δυνατότητες και κατ' επέκτ. δημιουργεί αίσθηση, εντύπωση, ενδιαφέρον: ~ος: ρόλος/τίτλος. ~η: εμφάνιση/ιδέα/σκηνοθεσία. ~ο: θέμα. ~ες: ατάκες. ~α: τραγούδια. ~ χώρος με ωραία θέα στη θάλασσα (πβ. προνομιακός). 2. που έχει υποστηρικτικό, βοηθητικό ρόλο, που λειτουργεί υπέρ κάποιου: ~η: κίνηση/τακτική. ~ες: ερωτήσεις. ● επίρρ.: αβανταδόρικα | |
| 28 | αβανταδόρος | [ἀβανταδόρος] α-βα-ντα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (μειωτ.) 1. που προσφέρει στήριξη, βοήθεια: ~ της αντιπολίτευσης/της κυβέρνησης/της προεκλογικής εκστρατείας. 2. εικονικός παίκτης, αγοραστής που πληρώνεται, για να προσελκύει πελάτες: ~ σε καζίνο/παράνομα τυχερά παιχνίδια. Πβ. κράχτης. Βλ. παπατζής. 3. (σπάν.) που συντηρείται από παράνομα κέρδη, μίζες: ~οι και καιροσκόποι. Τυχοδιώκτες, ~οι και αεριτζήδες. Βλ. -αδόρος. | |
| 29 | αβαντάζ | [ἀβαντάζ] α-βα-ντάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. πλεονέκτημα, συνήθ. στον αθλητισμό: διπλωματικό/μεγάλο/τεχνολογικό/ψυχολογικό ~. Έχει το ~ έναντι του .../σε σχέση με ...|| Βαθμολογικό ~. (Το) ~ (της) έδρας. Με ~ τη νίκη/δέκα βαθμών. Η ομάδα έχει αποκτήσει/εξασφαλίσει σημαντικό ~ για την πρόκριση. ΣΥΝ. αβάντα (2), ατού (1) ΑΝΤ. μειονέκτημα, ντεζαβαντάζ 2. ΑΘΛ. (κυρ. στο τένις, πινγκ πονγκ) βαθμός που κερδίζεται μετά από ισοπαλία, ο οποίος δίνει τη δυνατότητα στον παίκτη να κερδίσει το παιχνίδι, εάν σκοράρει έναν ακόμη πόντο. [< γαλλ. avantage] | |
| 30 | αβαντάρω | [ἀβαντάρω] α-βα-ντά-ρω ρ. (μτβ.) {αβάνταρ-α κ. -ισα} (προφ.): ευνοώ, υποστηρίζω, προωθώ: ~ει τις αποφάσεις/τις επιλογές/τα σχέδια του συνεργάτη του. Οι θέσεις του ~άρουν το κόμμα/την κυβέρνηση. Ο πρόεδρος ~ε ανοιχτά/απροκάλυπτα/συστηματικά τους δικούς του σε βάρος των υπολοίπων. Η διαιτησία ~ισε τους γηπεδούχους. Πβ. πριμοδοτώ. [< ιταλ. avantare] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ