Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [10180-10200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9297βιταλισμόςβι-τα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ.-ΦΙΛΟΣ. θεωρία σύμφωνα με την οποία η ζωή και οι λειτουργίες ενός ζωντανού οργανισμού δεν είναι αποτέλεσμα φυσικοχημικών διεργασιών, αλλά οφείλονται σε μία ανώτερη ζωτική δύναμη. Βλ. ανιμισμός, ζωτική αρχή, -ισμός. [< γαλλ. vitalisme, 1775, αγγλ. vitalism, 1822]
9298βιταλιστικός, ή, ό βι-τα-λι-στι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.-ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τον βιταλισμό. Βλ. -ιστικός1. [< γαλλ. vitaliste]
9299βιταμίνηβι-τα-μί-νη ουσ. (θηλ.) {βιταμιν-ών} & (λαϊκό) βιταμίνα: ΒΙΟΧ. καθεμία από τις οργανικές ενώσεις που περιέχονται σε τροφές, παράγονται συνθετικά, ή ορισμένες από τον οργανισμό, και είναι απαραίτητες για την ανάπτυξη και την καλή λειτουργία του: η ~ Α (: στα ψάρια)/Β1 (= θειαμίνη· στα δημητριακά)/Β2 (= ριβοφλαβίνη· στο γάλα, τα αβγά, το συκώτι)/Β3 (= νιασίνη)/Β5 (= παντοθενικό οξύ· στο κρέας)/Β6 (= πυριδοξίνη· στους ζωικούς ιστούς)/Β9 (= φολικό οξύ· κυρ. στα λαχανικά)/Β12 (= κυανοκοβαλαμίνη)/C (= ασκορβικό οξύ· στα λαχανικά και τα εσπεριδοειδή, βλ. σκορβούτο)/D (: στο ηλιακό φως· βλ. ραχίτιδα)/Ε (= τοκοφερόλη· στα έλαια φυτών)/F (: σε λιπαρά οξέα)/Κ (: που συντελεί στην πήξη του αίματος). Λιποδιαλυτές/υδατοδιαλυτές ~ες. Διατροφική πρόσληψη/συμπληρώματα ~ών. Ανεπάρκεια (= υποβιταμίνωση)/έλλειψη (= αβιταμίνωση)/κατάχρηση (βλ. υπερβιταμίνωση) ~ών. Φρούτα πλούσια σε ~ες. Βλ. μικροθρεπτικά συστατικά.|| Παίρνω ~ες (= φαρμακευτικά βιταμινούχα σκευάσματα). Βλ. -ίνη, πολυβιταμίνες, προ~. [< αγγλ. vitamine (vita + amine), 1912, vitamin, 1920, γαλλ. vitamine, 1913]
9300βιταμινούχος, ος/α, ο [βιταμινοῦχος] βι-τα-μι-νού-χος επίθ. (λόγ.): που περιέχει βιταμίνες: ~ο: γάλα/ρόφημα. ~ες: τροφές. ~α: συμπληρώματα. Βλ. -ούχος2, πολυ~. [< γαλλ. vitaminé, 1933]
9301βιτέξβλ. βετέξ
9303βιτριόλιβι-τρι-ό-λι ουσ. (ουδ.) (προφ.): ΧΗΜ. θειικό οξύ: επίθεση με ~. Την έκαψε με ~. [< γαλλ. vitriol]
9304βιτριολικός, ή, ό βι-τρι-ο-λι-κός επίθ. (μτφ.): έντονα σαρκαστικός, καυστικός: (για πρόσ.) ~ός: συγγραφέας.|| ~ός: λόγος. ~ή: κριτική. ~ό: χιούμορ. [< γαλλ. vitriolique, vitrioleur, αγγλ. vitriolic]
9305βιτρόβι-τρό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. διακοσμητική σύνθεση που αποτελείται από κομμάτια χρωματιστού γυαλιού: χειροποίητο ~. ~ ναού. Μεσαιωνικά ~. Εικόνες/παράθυρα με ~.|| (ως επίθ.) Πόρτα με ~ τζαμάκια. ΣΥΝ. υαλογράφημα [< γαλλ. πληθ. (les) vitraux]
9306βίτσαβί-τσα ουσ. (θηλ.) (διαλεκτ.): λεπτή, εύκαμπτη και συνήθ. ξύλινη βέργα· κατ' επέκτ. καμουτσίκι. [< μεσν. βίτσα]
9307βίτσιοβί-τσιο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κάθε ιδιόρρυθμη συμπεριφορά ή επιθυμία· ειδικότ. σεξουαλική διαστροφή: Έχει ~ με ... Έχει το ~ να ... Βλ. ανωμαλία, σακατιλίκι. [< μεσν. βίτσιον < ιταλ. vizio]
9308βιτσιόζικος, η, ο βι-τσιό-ζι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με το βίτσιο ή τον βιτσιόζο. Βλ. ανώμαλος.
9309βιτσιόζος, βιτσιόζαβι-τσιό-ζος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (προφ.): άτομο που έχει σεξουαλικά κυρ. βίτσια. Βλ. ανώμαλος, διεστραμμένος, φετιχιστής. [< ιταλ. vizioso]
9310βίωμαβί-ω-μα ουσ. (ουδ.) {βιώμ-ατος | -ατα}: καθετί που έχει βιώσει κάποιος, εμπειρία που επηρεάζει συνήθ. τον τρόπο σκέψης, τη συμπεριφορά ή τον ψυχικό του κόσμο: άμεσο/καθημερινό ~. Κοινά/παιδικά/προσωπικά/συλλογικά/τραυματικά ~ατα. Έχω αναμνήσεις/εντυπώσεις και ~ατα από ... Η σωστή διατροφή πρέπει να γίνει ~ (= συνήθεια) σε όλους. Πβ. βίωση. Βλ. πείρα. [< γερμ. Erlebnis]
9311βιωματικός, ή, ό βι-ω-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με βιώματα: ~ή: εμπειρία/προσέγγιση (της γνώσης). ~ό: εργαστήριο. ~ές: ασκήσεις/δραστηριότητες/τεχνικές (π.χ. δραματοποίηση). Ο αυτοβιογραφικός, ~ χαρακτήρας των έργων του.|| ~ός: λόγος (: που εκφράζει προσωπικές εμπειρίες και συναισθήματα). ~ή: χρήση της γλώσσας (πβ. συγκινησιακή, συναισθηματική). Βλ. υποκειμενικός. ● επίρρ.: βιωματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: βιωματική μάθηση & (σπανιότ.) εμπειρική μαθηση: ΠΑΙΔΑΓ. μέθοδος που βασίζεται στην ενεργό συμμετοχή του εκπαιδευόμενου, στην αξιοποίηση των βιωμάτων του και στη σύνδεση της σχολικής τάξης με την κοινωνική πραγματικότητα. Βλ. ανακαλυπτική, διερευνητική, ενεργητική μάθηση. [< αγγλ. experiential learning] [< αγγλ. emotive]
9312βιωματικότηταβι-ω-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΠΑΙΔΑΓ. ενεργός συμμετοχή σε δραστηριότητα, κατάσταση, με σκοπό την απόκτηση γνώσεων ή δεξιοτήτων: η αρχή της ~ας στη διδασκαλία. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. emotivity, 1949]
9313βιώνωβι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {βίω-σα, βιώ-σω, -θηκε, -μένος, βιούμενος, βιών-οντας}: ζω μια κατάσταση με τρόπο ώστε να καταγράφεται συνήθ. ως προσωπική εμπειρία, έντονο συναίσθημα, εμπεδωμένη γνώση: ~ει την καθημερινότητά του. ~σαμε στιγμές ευφορίας. Πρέπει να το ~σεις για να καταλάβεις. Βλ. ανα~, δια~, εγκατα~, συμ~. ● ΦΡ.: λάθε βιώσας βλ. λανθάνω [< αρχ. βιῶ, γερμ. erleben]
9314βίωσηβί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η διαδικασία του βιώματος και συνεκδ. το ίδιο το βίωμα: ~ της ευτυχίας/του φόβου.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η ~ της αλήθειας/του Ευαγγελίου/της πίστης. Βλ. ανα~, δια~, εγκατα~, επανα~, συμ~. [< μτγν. βίωσις, γερμ. Erlebnis]
9315βιώσιμος, η, ο βι-ώ-σι-μος επίθ. 1. ΟΙΚΟΛ. σχετικός με την εξασφάλιση συνθηκών διαβίωσης που δεν διαταράσσουν μακροπρόθεσμα την οικολογική ισορροπία: ~ος: σχεδιασμός κτιρίων (πβ. βιοκλιματική αρχιτεκτονική). ~η: γεωργία/διαχείριση φυσικών πόρων. ~ο: αστικό περιβάλλον/μέλλον. ~ες: πηγές ενέργειας. Εναλλακτικός-~ τουρισμός (= οικοτουρισμός). 2. (μτφ.) που πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις για μελλοντική εξέλιξη, που έχει τη δυνατότητα να αντέξει στο χρόνο: ~η: επιχείρηση/λύση/οικονομία. Οικονομικά ~η εναλλακτική λύση. Από τις εκλογές δεν προέκυψε ~η κυβέρνηση. ΑΝΤ. θνησιγενής (1) 3. που έχει τη δυνατότητα να επιβιώσει: ~ος: (ΒΙΟΛ.) πληθυσμός (ενός είδους). ΑΝΤ. θνησιγενής (2) ● ΣΥΜΠΛ.: βιώσιμη/αειφόρος ανάπτυξη & διατηρήσιμη ανάπτυξη: ΟΙΚΟΝ.-ΟΙΚΟΛ. οικονομική πρόοδος χωρίς μόλυνση του περιβάλλοντος και εξάντληση των φυσικών πόρων: ~ ~ του πλανήτη/της υπαίθρου. Βιοδυναμική/βιολογική γεωργία/φυσικό περιβάλλον και ~ ~. Πβ. αειφορία, αξιοβίωτη ανάπτυξη, βιωσιμότητα. [< αγγλ. sustainable development, 1972] [< 1: αγγλ. sustainable, 1980 2: γαλλ. viable 3: μτγν. βιώσιμος]
9316βιωσιμότηταβι-ω-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) δυνατότητα επιβίωσης: ~ των βρεφών (ΑΝΤ. θνησιμότητα).|| Η~ του ιού. || (μτφ.) Κοινωνική/πολιτιστική ~. ~ του έργου. (Οικονομική) ~ του ασφαλιστικού συστήματος/μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Βλ. -ότητα, επι~. 2. ΟΙΚΟΛ. συνθήκες ζωής που επιτρέπουν την οικολογική ισορροπία: ~ αστικών περιοχών/οικοσυστήματος. Πβ. αειφορία, βιώσιμη/αειφόρος ανάπτυξη. Βλ. ανακύκλωση. [< 1: γαλλ. viabilité 2: αγγλ. sustainability, 1972]
9317βλ.: συντομ. για το βλέπε.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.