Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [10200-10220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9318βλαβερός, ή, ό βλα-βε-ρός επίθ.: που βλάπτει: ~ός: συνδυασμός (τροφών). ~ό: προϊόν. ~οί: μικροοργανισμοί/ρύποι. ~ές: επιπτώσεις/ουσίες/συνήθειες. Πβ. επιβλαβής, επιζήμιος, ζημιογόνος. Βλ. -ερός. ΣΥΝ. βλαπτικός ΑΝΤ. αβλαβής (1) ● επίρρ.: βλαβερά [< αρχ. βλαβερός]
9319βλαβερότηταβλα-βε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του βλαβερού: η ~ του καπνίσματος. ~ και επικινδυνότητα τοξικών ουσιών. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. βλαπτικότητα ΑΝΤ. ωφελιμότητα [< γαλλ. nocivité]
9320βλάβηβλά-βη ουσ. (θηλ.) {βλαβ-ών} 1. διακοπή της ομαλής λειτουργίας ενός συστήματος ή σπάν. ζημιά, φθορά υλικού αγαθού: ανεπανόρθωτη/μεγάλη/μικρή/μόνιμη/προσωρινή/σοβαρή/τεχνική ~. Μείναμε χωρίς τηλέφωνο λόγω ~ης στο δίκτυο. Αποκατάσταση της ~ης. ~ες αποχέτευσης/ύδρευσης. Επισκευή ~ών. Διαπιστώθηκε/παρουσιάστηκε (μηχανική) ~ στον κινητήρα του αεροσκάφους. Το αυτοκίνητο έβγαλε ~ (: παρουσίασε τεχνικό πρόβλημα, χάλασε). Πβ. δυσλειτουργία.|| Τα κτίρια έπαθαν/υπέστησαν ~ες από τον σεισμό. 2. ΙΑΤΡ. ανωμαλία στη μορφή ή τη δομή κυττάρου, ιστού ή οργάνου· γενικότ. κάθε παρέκκλιση από τη φυσιολογική δομή και λειτουργία του σώματος ή του πνεύματος: γενετική/ηπατική/νεφρική ~. Αγγειακές ~ες (= αλλοιώσεις, διαταραχές, παθήσεις). ~ του δέρματος (βλ. έγκαυμα, πληγή, τραύμα). Υπέστη μόνιμη εγκεφαλική ~. Βλ. αναπηρία. ● ΣΥΜΠΛ.: ηθική βλάβη: ΝΟΜ. σε βάρος της τιμής, της ζωής, της ελευθερίας κάποιου: αποζημίωση/μήνυση για ~ ~. [< γαλλ. dommage/préjudice moral] , σωματική βλάβη: ΝΟΜ. που αφορά την υγεία ή τη σωματική και διανοητική ακεραιότητα ενός προσώπου: απλή/απρόκλητη/βαριά/επικίνδυνη/θανατηφόρα ~ ~. ~ ~ από τροχαίο ατύχημα. [< γαλλ. dommage/préjudice corporel] , ανήκεστος/ανήκεστη βλάβη βλ. ανήκεστος [< αρχ. βλάβη]
9321βλαβοληπτικός, ή, ό βλα-βο-λη-πτι-κός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με τη βλαβοληψία. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: βλαβοληπτικό κέντρο: που δέχεται αναφορές για τεχνικές βλάβες: ~ ~ ΟΤΕ.
9322βλαβοληψίαβλα-βο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): (κυρ. για οργανισμούς κοινής ωφελείας) λήψη αιτήματος για αποκατάσταση βλάβης. Βλ. -ληψία.
9323βλαισοποδίαβλαι-σο-πο-δί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δυσμορφία των ποδιών με χαρακτηριστική κλίση της ποδοκνημικής άρθρωσης προς τα έξω. Βλ. πλατυποδία, πρηνισμός. ΑΝΤ. ραιβοποδία
9324βλαισός, ή, ό βλαι-σός επίθ.: ΙΑΤΡ. (για μέλος του σώματος) που παρουσιάζει γωνία ανοικτή προς τα έξω: ~ός: μέγας δάκτυλος (= κότσι). ~ό: γόνατο. ΑΝΤ. ραιβός [< αρχ. βλαισός]
9325βλάκαςβλά-κας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.-ειρων.) βλαξ (μειωτ.): πρόσωπο χαμηλής νοημοσύνης, που συμπεριφέρεται ανόητα: Είναι ~. Ήμουν ~ που σε πίστεψα. Για ~α με περνάς; Μας θεωρούν ~ες. Την πάτησα ο/σαν ~! Αισθάνομαι μεγάλος ~· δεν κατάλαβα τι εννοείς. Πβ. βούρλο, κόπανος. ΣΥΝ. ανόητος, βλήμα (2), ηλίθιος (1), κουτός (2), μπουμπούνας, στούρνος, τούβλο (2), χαζός (1) ΑΝΤ. έξυπνος (1), ευφυής ● ΦΡ.: βλάκας με πατέντα/περικεφαλαία/λοφίο (εμφατ.): πολύ μεγάλος βλάκας. Πβ. πανίβλακας., ένας βλάκας και μισός (εμφατ.): ως έκφρ. αγανάκτησης, δυσαρέσκειας για ανόητο άτομο: Είναι ~ ~! [< αρχ. βλάξ]
9326βλακείαβλα-κεί-α ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. ηλιθιότητα 1. χαμηλή νοημοσύνη, έλλειψη ευφυΐας: Δεν αντέχω τόση ~. Απαλλάσσεται/συγχωρείται λόγω ~ας.|| Είναι ειλικρινής μέχρι ~ας (: υπερβολικά, πβ. μέχρι αηδίας). ΣΥΝ. ανοησία (1) ΑΝΤ. εξυπνάδα (1) 2. {συχνά στον πληθ.} (συνεκδ.) ανόητος λόγος ή πράξη, συνήθεια: Η μεγαλύτερη ~ που έχω ακούσει ποτέ. Λέμε καμιά ~ να περνάει η ώρα! Άσε/σταμάτα τις ~ες. Μη λες/μην πετάς ~ες (= αρλούμπες, μπαρούφες, μπούρδες, σαχλαμάρες). Δεν μπορώ να ακούω άλλες ~ες.|| Έκανα μεγάλη ~ που ... Τράκαρα από ~. Είναι ~ να ... Η ανθρώπινη ~ δεν έχει όρια.|| (οικ.) Μη φέρεις τίποτα δώρα και ~ες ...|| (μτφ.) Πληρώνουμε φόρο ~ας (: για ζημιά που προκαλείται λόγω απερισκεψίας).|| (ως επίθ.-οικ.) ~ ερώτηση/μάθημα. Πβ. βλακώδης. ΣΥΝ. ανοησία (2), κουταμάρα, χαζομάρα ΑΝΤ. εξυπνάδα (2) 3. ΙΑΤΡ. μετρίου βαθμού διανοητική καθυστέρηση. Βλ. ιδιωτεία, κρετινισμός, μωρία. [< αρχ. βλακεία]
9327βλακέντιος, α, ο βλα-κέ-ντι-ος επίθ. (προφ.-υβριστ.): ανόητος.
9328βλακόμετροβλα-κό-με-τρο ουσ. (ουδ.) (υβριστ.): πολύ ανόητος άνθρωπος. Βλ. -μετρο.
9329βλακόμουτροβλα-κό-μου-τρο ουσ. (ουδ.) (υβριστ.): χαζός. Βλ. -μουτρο.
9330βλακώδης, ης, ες βλα-κώ-δης επίθ. {βλακώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών· βλακωδέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): που ταιριάζει σε βλάκα ή χαρακτηρίζεται από βλακεία: ~ης: δικαιολογία/ερώτηση/σκέψη. ~ες: λάθος/ύφος. ΣΥΝ. ανόητος, ηλίθιος, κουτός, χαζός. ΑΝΤ. έξυπνος, ευφυής. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: βλακωδώς [-ῶς] [< μτγν. βλακώδης]
9331βλάμηςβλά-μης ουσ. (αρσ.) {βλάμηδες | (σπάν.) θηλ. βλάμισσα} (λαϊκό-παλαιότ.) 1. αδελφοποιτός· (κατ' επέκτ.) φίλος, σύντροφος. 2. παλικαράς, μάγκας. Πβ. ασίκης, κουτσαβάκης. [< αλβ. v(ë)llam]
9332βλαμμένος, η, ο βλαμ-μέ-νος επίθ. (υβριστ.): ηλίθιος, ανόητος: Καλά ~ είναι;|| (ως ουσ.) Κάνει παρέα με κάτι ~α! Πβ. βαρε-, σαλε-, τρελα-μένος. [< μεσν. βλαμμένος < αρχ. βεβλαμμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. βλάπτω]
9333βλαξβλ. βλάκας
9334βλαπτικός, ή, ό βλα-πτι-κός επίθ. (λόγ.): βλαβερός: η ~ή δράση των χημικών. Τρωκτικό ~ό για τις καλλιέργειες. ~οί παράγοντες που απειλούν την υγεία. Οι ~ές επιπτώσεις/συνέπειες του αλκοόλ. Πβ. επιβλαβής, επιζήμιος, ζημιογόνος. ΑΝΤ. αβλαβής (1), ακίνδυνος, επωφελής, ωφέλιμος (1) ● επίρρ.: βλαπτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. βλαπτικός]
9335βλαπτικότηταβλα-πτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του βλαπτικού: η ~ του αλκοόλ/των ναρκωτικών/του τσιγάρου. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. βλαβερότητα ΑΝΤ. ωφελιμότητα [< γαλλ. nocivité]
9336βλάπτωβλά-πτω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έβλα-ψα, βλά-ψω, -φτηκε (λόγ.) -φθηκε, βλάπτ-οντας} & (λαϊκό) βλάφτω: προξενώ βλάβη ή ζημιά, κάνω κακό σε κάποιον/κάτι: Το κάπνισμα ~ει την υγεία. Οι βιολογικές μέθοδοι καλλιέργειας δεν ~ουν το περιβάλλον. Έκανε σοβαρά λάθη που ~ψαν ανεπανόρθωτα την καριέρα του. Πβ. ζημιώνω, παρα~, φθείρω. Βλ. βοηθώ.|| Δεν ~ψε ποτέ κανέναν (πβ. αδικώ, πειράζω). ΑΝΤ. ωφελώ ● ΦΡ.: δεν βλάπτει (για να μετριαστεί ο αυστηρός τόνος μιας επισήμανσης, παρατήρησης): δεν είναι κακό, αρνητικό: Λίγος σεβασμός δεν θα έβλαπτε. ~ ~ να ρωτάς, όταν δεν ξέρεις. Πβ. δεν πειράζει., δεν πειράζει/δεν βλάπτει/δεν μπορεί να σκοτώσει ούτε μυρμήγκι βλ. μυρμήγκι [< αρχ. βλάπτω]
9337βλασταίνειβλα-σταί-νει ρ. (αμτβ.) {βλάστ-ησε, -ήσει} & βλαστάνει 1. (για φυτά) βγάζει, πετά βλαστούς και κατ' επέκτ. φυτρώνει, ευδοκιμεί: ~ουν οι σπόροι. Η κερασιά ~ησε. Πβ. εκβλαστάνει, (εκ)φύεται. Βλ. ανθίζει. 2. (μτφ.) εμφανίζεται, γεννιέται: Το κακό ρίζωσε και ~ησε. [< μεσν. βλασταίνει]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.