| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 9338 | βλαστάρι | βλα-στά-ρι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. ΒΟΤ. τρυφερός βλαστός, που έχει μόλις φυτρώσει: Το αμπέλι πέταξε νέα/τα πρώτα ~ια. 2. ΒΟΤ. ο εδώδιμος βλαστός διαφόρων φυτών: άγρια ~ια. ~ια μπαμπού/φασολιών. 3. (μτφ.-χαϊδευτ.) παιδί: Τι θέλει το ~ μου; Ό,τι πει το ~ μου. (ειρων.) Καμαρώνει το ~ της. Βλ. μοναχοπαίδι. ● Υποκ.: βλασταράκι (το) [< μεσν. βλαστάρι(ον)] | |
| 9339 | βλάστη | βλά-στη ουσ. (θηλ.) {κυρ. στον πληθ.}: ΒΙΟΛ. γενική ονομασία αδιαφοροποίητων κυττάρων σε πρώιμο στάδιο: σπερματικές ~ες. Βλ. ινο~, κυτταρο~, λεμφο~, οστεο~, χονδροβλάστες. [< αρχ. βλάστη 'βλαστός', αγγλ. blast, 1947] | |
| 9340 | βλάστημα | βλά-στη-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. φύτρωμα βλαστών και συνεκδ. ο βλαστός. Πβ. φύτρο. Βλ. παρα~. 2. ΒΙΟΛ. ομάδα αδιαφοροποίητων ακόμη κυττάρων, από τα οποία θα προκύψει αργότερα ένας ιστός ή όργανο του σώματος. [< 1: αρχ. βλάστημα 2: γαλλ. blastème, αγγλ. blastema] | |
| 9341 | βλαστημάω | βλ. βλαστημώ | |
| 9342 | βλαστήμια | βλ. βλασφημία | |
| 9343 | βλάστημος | , η, ο βλ. βλάσφημος | |
| 9344 | βλαστημώ | [βλαστημῶ] βλα-στη-μώ ρ. (μτβ.) {βλαστημ-άς ...| βλαστήμ-ησα, -ήσω, -ώντας} & βλαστημάω & (λόγ.) βλασφημώ: βρίζω ιδ. τα θεία: ~ούν τα ιερά και τα όσια. Πβ. αισχρο-, χυδαιο-λογώ, βωμολοχώ.|| ~άει την τύχη του. Πβ. αναθεματίζω. ● ΦΡ.: βλαστημώ/καταριέμαι/σιχτιρίζω την ώρα και τη στιγμή που ... (υβριστ.): μετανιώνω πικρά για κάτι (δηλώνεται οργή και αγανάκτηση): ~ ~ που πάτησα εκεί μέσα. (απειλητ.) Θα τον κάνω να βλαστημήσει ~ ~ που γεννήθηκε. [< μεσν. βλαστημώ < αρχ. βλασφημῶ] | |
| 9345 | βλάστηση | βλά-στη-ση ουσ. (θηλ.) ΒΟΤ. 1. (περιληπτ.) το σύνολο των φυτών ενός τόπου: αραιή/δασική/θαμνώδης/μεσαία/οργιώδης/παρόχθια/πλούσια/πυκνή/τροπική/υψηλή/χαμηλή ~. Η ~ του βουνού/του νησιού/της περιοχής. Είδη ~ης. Κλίμα/χλωρίδα και ~. Πβ. πράσινο. Βλ. ξεραΐλα. 2. διαδικασία ανάπτυξης του εμβρύου στο σπέρμα φυτού: ~ του σπόρου. Πβ. εκ~, φύτρωμα. Βλ. ανα~. ● ΣΥΜΠΛ.: ζώνη βλάστησης βλ. ζώνη [< αρχ. βλάστησις ‘φύτρωμα βλαστών’] | |
| 9346 | βλαστητικός | , ή, ό βλα-στη-τι-κός επίθ. ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ.: βλαστικός. [< μτγν. βλαστητικός ‘που ανθίζει’] | |
| 9347 | βλαστίδιο | βλα-στί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {βλαστιδί-ου} 1. ΒΙΟΛ. γονιμοποιημένο ωάριο σε πρώιμη φάση της διάπλασής του, κατά την οποία έχει μορφή κοίλης σφαίρας γεμάτης υγρό, η οποία περιβάλλεται από στρώση κυττάρων. 2. ΒΟΤ. αρχικός οφθαλμός φυτικού εμβρύου. Βλ. ριζίδιο. [< 1: γαλλ.-αγγλ. blastula 2: γαλλ. plumule] | |
| 9348 | βλαστικός | , ή, ό βλα-στι-κός επίθ. ΣΥΝ. βλαστητικός 1. ΒΟΤ. που σχετίζεται με τη βλάστηση των φυτών: ~ός: κύκλος (π.χ. δέντρου). ~ή: αναπαραγωγή (= αγενής πολλαπλασιασμός)/ικανότητα. 2. ΒΙΟΛ. που αναφέρεται σε πρώιμο στάδιο ανάπτυξης: ~ή: κοιλότητα/κύστη (= βλαστοκύστη)/μεταμόρφωση (κυττάρων). ~ό: επιθήλιο. ~ά: δέρματα (: οι τρεις κυτταρικές στρώσεις του εμβρύου). Βλ. λεμφο~, σπερματικός. ● ΣΥΜΠΛ.: βλαστικά κύτταρα: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. βλαστοκύτταρα. Βλ. γαμέτης. [< αγγλ. blast cells, 1952] [< μτγν. βλαστικός ‘που βγάζει βλαστούς, ευνοεί τη βλάστηση’ 1: γαλλ. végétatif 2: γαλλ. germinal] | |
| 9349 | βλαστικότητα | βλα-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. δυνατότητα βλάστησης φυτού ή σπόρου. [< γαλλ. végétabilité] | |
| 9350 | βλαστοκύστη | βλα-στο-κύ-στη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. στάδιο της εμβρυϊκής ανάπτυξης, μετά από πέντε ή έξι ημέρες καλλιέργειας στο εργαστήριο· κυρ. συνεκδ. έμβρυο σε αυτή τη φάση. [< γαλλ. blastocyste, αγγλ. blastocyst] | |
| 9351 | βλαστοκύτταρα | βλα-στο-κύτ-τα-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. βλαστοκύτταρο}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. θεμελιώδη κύτταρα του σώματος, τα οποία αρχικά δεν έχουν διαφοροποιημένη λειτουργία, αλλά μπορούν να εξελιχθούν σε ειδικευμένα κύτταρα, ιστούς και όργανα, είναι αυτοσυντηρούμενα και μπορούν να αντιγράφουν πιστά τον εαυτό τους, βλαστικά κύτταρα: ανθρώπινα/εμβρυϊκά/ζωικά ~. ~ από τον ομφάλιο λώρο/τον πλακούντα. Θεραπείες με ~. Τράπεζα ~άρων. Βλ. αναγεννητική ιατρική, βιοϊατρική, βλαστοκύστη, κλωνοποίηση.|| Τεχνητά ~. [< αγγλ.-γαλλ. blastocytes] | |
| 9352 | βλαστοκυτταρικός | , ή, ό βλα-στο-κυτ-τα-ρι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα βλαστοκύτταρα: ~ή: ανεπάρκεια/έρευνα/θεραπεία. | |
| 9353 | βλαστός | βλα-στός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΟΤ. το ραβδόμορφο τμήμα του φυτού που βρίσκεται πάνω από την επιφάνεια του εδάφους και φέρει τα φύλλα και τα κλαδιά, συνδέοντάς τα με τις ρίζες: κυλινδρικός/λείος/λεπτός/νεαρός/υπόγειος (βλ. βολβός) ~. 2. ΒΟΤ. τρυφερό κλαδί, βλαστάρι. 3. (μτφ.-λόγ.) τέκνο, απόγονος: ο ~ της οικογένειας. Πβ. γόνος, παιδί. [< αρχ. βλαστός] | |
| 9354 | βλάστωμα | βλά-στω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. νεόπλασμα αποτελούμενο από εμβρυϊκά κύτταρα που προέρχονται από το βλάστημα ενός ιστού ή οργάνου. Βλ. μυελο~, νευρο~, νεφρο~, ρετινο~, -ωμα2. [< αγγλ. blastoma, γαλλ. blastome] | |
| 9355 | βλασφημία | βλα-σφη-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & (λαϊκό) βλαστήμια & βλαστημιά 1. κάθε υβριστικός, απρεπής και χυδαίος λόγος που στρέφεται εναντίον του Θεού, των ιερών προσώπων και συμβόλων· γενικότ. βρισιά. Πβ. ασέβεια. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε πράξη που υπερβαίνει το μέτρο: H έπαρση είναι ~. Πβ. ύβρις. ● ΣΥΜΠΛ.: κακόβουλη βλασφημία: ΝΟΜ. ποινικό αδίκημα που συνίσταται σε δημόσια καθύβριση του Θεού: ~ ~ κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση. ● ΦΡ.: άπαγε της βλασφημίας βλ. άπαγε [< μεσν. βλασφημία] | |
| 9356 | βλάσφημος | , η, ο βλά-σφη-μος επίθ. (λόγ.) & (λαϊκό) βλάστημος 1. που εξυβρίζει τον Θεό, τους Αγίους και τα ιερά σύμβολα. 2. (κατ΄επέκτ., για πρόσωπα και πράξεις) υβριστικός, χυδαίος: ~ος: λόγος. ~η: πράξη. ~ο: βιβλίο/έργο. Πβ. απρεπής, ασεβής. [< μεσν. βλάσφημος] | |
| 9357 | βλασφημώ | βλ. βλαστημώ |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ