Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [10240-10260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9358βλατίδαβλα-τί-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. βλάβη του δέρματος που έχει τη μορφή μικρού, κοκκινωπού συνήθ. εξογκώματος. Βλ. ακμή, εξάνθημα, λειχήνας, μπιμπίκι, πομφός, φλύκταινα.
9359βλάφτωβλ. βλάπτω
9360βλαχαδερόβλα-χα-δε-ρό ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.): πρόσωπο χωρίς τρόπους και καλλιέργεια. Πβ. επαρχιώτης, χωριάτης.
9361βλαχιάβλα-χιά ουσ. (θηλ.) 1. (μειωτ.) αγενής, απολίτιστη συμπεριφορά. 2. (περιληπτ.-μτφ.-μειωτ.) άνθρωποι που δεν έχουν καλούς τρόπους. 3. (περιληπτ.) το σύνολο των Βλάχων. [< μεσν. Βλαχία]
9362βλάχικος, η, ο βλά-χι-κος επίθ. 1. που σχετίζεται με τους Βλάχους: (ΛΑΟΓΡ.) ~ος: γάμος. ΣΥΝ. κουτσοβλαχικός 2. (μτφ.-μειωτ.) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη καλών τρόπων, λεπτότητας και καλλιέργειας: ~η: συμπεριφορά. Πβ. ακαλλιέργητος, άκομψος, απολίτιστος. ● Ουσ.: Βλάχικα (τα): η γλώσσα των Βλάχων. [< μεσν. βλάχικος]
9363βλαχο- & βλαχό-α' συνθετικό λέξεων με αναφορά 1. στους Βλάχους: βλαχο-χώρι. Βλαχό-φωνος. 2. (μτφ.-μειωτ.) σε ακαλαίσθητο, κακόγουστο χαρακτηριστικό: βλαχο-μπαρόκ. 3. (μτφ.-μειωτ.) σε απολίτιστη, άξεστη συμπεριφορά: βλαχο-δήμαρχος.
9364βλαχοδήμαρχοςβλα-χο-δή-μαρ-χος ουσ. (αρσ.) (μειωτ.) 1. δήμαρχος μικρής περιφέρειας, ο οποίος συμπεριφέρεται σαν να είναι πολύ σπουδαίος. 2. (κατ' επέκτ.) επαρχιώτης που χαρακτηρίζεται από υπεροπτική συμπεριφορά και έλλειψη καλλιέργειας.
9365βλαχομπαρόκβλα-χο-μπα-ρόκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (μειωτ.) 1. κάθε ανεπιτυχής συνδυασμός στοιχείων: η αισθητική του ~. Πβ. ακαλαισθησία, κακογουστιά, κιτς, κιτσαρία, τουρκομπαρόκ.|| (ως επίθ.) ~ διάκοσμος/μουσική/σπίτια. 2. (σπάν.) συνδυασμός δημοτικής και μοντέρνας μουσικής με κακόγουστο αποτέλεσμα.
9366βλαχοπούλαβλα-χο-πού-λα ουσ. (θηλ.) 1. Βλάχα μικρής ηλικίας. 2. (κατ' επέκτ.) νεαρή βοσκοπούλα ή χωριατοπούλα. Βλ. -οπούλα.
9367βλαχόπουλοβλα-χό-που-λο ουσ. (ουδ.) 1. Βλάχος μικρής ηλικίας. 2. (κατ' επέκτ.) βοσκόπουλο ή χωριατόπαιδο. Πβ. βλαχάκι.
9368βλάχος, βλάχαβλά-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. (μειωτ.) επαρχιώτης, επαρχιώτισσα και κατ' επέκτ. πρόσωπο που στερείται μόρφωσης και καλών τρόπων συμπεριφοράς. Πβ. ζαγάρι, χωριάτης. Βλ. καρά-, μπουρτζό-βλαχος. 2. (με κεφαλ. Β) {συνήθ. στον πληθ.} Έλληνας, Ελληνίδα που μιλά Ελληνικά και Βλάχικα. ΣΥΝ. Κουτσόβλαχος 3. ΙΧΘΥΟΛ. {μόνο στο αρσ.} είδος ψαριού (επιστ. ονομασ. Polyprion americanum) με τρυφερή σάρκα, συγγενές με τον ροφό και τη σφυρίδα. ● Υποκ.: βλαχάκι (το) ● Μεγεθ.: βλάχαρος, βλαχάρα (ο/η) (επιτατ.): απαίδευτος, άξεστος. ● ΦΡ.: εμείς οι βλάχοι, όπως λάχει (μτφ.-προφ.): για άτομα που προσαρμόζονται εύκολα, ακόμα και στις χειρότερες συνθήκες., πονηρός ο βλάχος! (μτφ.-προφ.): για κάποιον που αποδεικνύεται ότι είναι πονηρός, αντίθετα απ' ό,τι φαίνεται: Kάνει τον ανήξερο για να με ψαρέψει, ~ ~! [< μεσν. Βλάχος]
9369βλαχόφωνος, η, ο βλ. -φωνος
9370βλαχοχώριβλα-χο-χώ-ρι ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-μειωτ.) απομονωμένο χωριό. Πβ. κατσικοχώρι. 2. (λαϊκό) χωριό Βλάχων.
9371βλάψιμοβλά-ψι-μο ουσ. (ουδ.) (σπάν.-προφ.): βλάβη, ζημιά. [< μεσν. βλάψιμο(ν)]
9372βλέμμαβλέμ-μα ουσ. (ουδ.) ΣΥΝ. ματιά 1. στροφή των ματιών προς μια κατεύθυνση, κάποιον ή κάτι που θέλουμε να δούμε: Εστιάζω/καρφώνω/παίρνω/προσηλώνω/σηκώνω/στρέφω/χαμηλώνω το ~ μου. Μαγνήτισε/τράβηξε τα ~ατα όλων. (Κρύβομαι) μακριά από τα ~ατα των άλλων. Πβ. κοίταγμα.|| (μτφ.) Με το ~ (στραμμένο) στο μέλλον (πβ. ενδιαφέρον, προσοχή). Το νέο μοντέλο συγκέντρωσε τα ~ατα των επισκεπτών της έκθεσης. 2. ο τρόπος με τον οποίο κοιτάζει κάποιος ή/και η εικόνα, η εντύπωση που δημιουργεί το κοίταγμα αυτό: άγριο/αθώο/αινιγματικό/ανήσυχο/απλανές/αποφασιστικό/αυστηρό/αφηρημένο/βλοσυρό/διαπεραστικό/εξεταστικό/ερωτικό/ζωηρό/θλιμμένο/καθηλωτικό/κεραυνοβόλο/λάγνο/παγερό/περιφρονητικό/προκλητικό/τρυφερό/υπεροπτικό/φευγαλέο/ψυχρό ~. ~ γεμάτο απορία/ελπίδα/νόημα/ντροπή/οίκτο/φόβο. ~ απελπισίας/έκπληξης/επιδοκιμασίας/ζήλιας/θαυμασμού. Με το ~ στο κενό (: για δήλωση απόγνωσης, απάθειας). Είχε ένα ~ ακατανίκητα ελκυστικό. Τα αδιάκριτα/περίεργα ~ατα των περαστικών. Πβ. μάτι. Βλ. έκφραση.|| Διεισδυτικό/οξύ/σπινθηροβόλο ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αετίσιο βλέμμα (μτφ.): οξύτατη όραση ή αγέρωχη και αγριωπή ματιά. ● ΦΡ.: υπό το βλέμμα (κάποιου): υπό την επιτήρηση, την προσοχή του: Ο αγώνας διεξήχθη υπό το άγρυπνο ~ της Αστυνομίας., ακολουθώ κάποιον/κάτι με το βλέμμα/με τα μάτια βλ. ακολουθώ, διασταυρώνονται τα βλέμματά μας βλ. διασταυρώνω, κλέβω την προσοχή/τα βλέμματα βλ. κλέβω, με το βλέμμα μπροστά βλ. μπροστά, πέφτει το μάτι/η ματιά/το βλέμμα μου (κάπου) βλ. μάτι, ρίχνω ένα βλέμμα/μια ματιά σε κάποιον βλ. ρίχνω, το βλέμμα/μάτι μου σταμάτησε (σε ...) βλ. σταματώ, τρώω με τα μάτια/με το βλέμμα βλ. τρώω [< αρχ. βλέμμα]
9373βλεμματικός, ή, ό βλεμ-μα-τι-κός επίθ. {κυρ. στο θηλ.} (επιστ.): που σχετίζεται με το βλέμμα: ~ή: επαφή (του βρέφους). ~ές: θέσεις (του ματιού).
9374βλένναβλέν-να ουσ. (θηλ.) & βλέννη: ΒΙΟΛ. (για ανθρώπους και ζώα) γλοιώδες έκκριμα διαφόρων αδένων· κατ' επέκτ. κολλώδης ουσία που εκκρίνεται από φυτά: τραχηλική ~. ~ από τη μύτη (= μύξα). Βλ. φλέγμα. [< αρχ. βλέννα]
9375βλεννογόνος, ος, ο βλεν-νο-γό-νος επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που παράγει ή εκκρίνει βλέννα: ~ος: υμένας. ~οι: αδένες. ~α: κύτταρα. Βλ. -γόνος. ● Ουσ.: βλεννογόνος (ο): επιθηλιακή μεμβράνη που καλύπτει εσωτερικά κοίλα όργανα του σώματος: αναπνευστικός/οσφρητικός ~. ~ της μήτρας (= ενδομήτριο)/του οισοφάγου/της στοματικής κοιλότητας. [< γαλλ. muqueuse] [< γαλλ. blennogène, muqueux]
9376βλεννόρροιαβλεν-νόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφροδίσιο νόσημα που προσβάλλει τους βλεννογόνους του ουρογεννητικού συστήματος και προκαλεί φλεγμονή. Βλ. γονόκοκκος, σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, -ρροια. ΣΥΝ. γονόρροια [< γαλλ. blennorrhée, γερμ. Blennorrhöe]
9377βλεννώδης, ης, ες βλεν-νώ-δης επίθ. {βλεννώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών}: ΙΑΤΡ. που μοιάζει με ή περιέχει βλέννα: ~ης: όγκος. ~ης: έκκριση/κύστη/ουσία. ~ες: επιθήλιο. Βλ. -ώδης. [< αρχ. βλεννώδης, αγγλ. blennoid]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.