Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [10260-10280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9380βλεφάρισμαβλε-φά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): γρήγορο και συνήθ. ακούσιο ανοιγοκλείσιμο των ματιών. Πβ. πετάρισμα.
9381βλεφαρίτιδαβλε-φα-ρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή της άκρης των βλεφάρων που συνοδεύεται από ερεθισμό και κνησμό του ματιού: χρόνια ~. Βλ. επιπεφυκίτιδα, -ίτιδα. [< μεσν. βλεφαρῖτις 'που ανήκει ή βρίσκεται στα βλέφαρα', γαλλ. blépharite, αγγλ. blepharitis]
9382βλέφαροβλέ-φα-ρο ουσ. (ουδ.) {βλεφάρ-ου}: καθεμία από τις δύο πτυχές δέρματος και μυών που ανοιγοκλείνουν, προστατεύοντας το μπροστινό μέρος του ματιού: πρησμένα ~α. Φλεγμονή ~ου (βλ. βλεφαρίτιδα, κριθαράκι, χαλάζιο). Πτώση άνω ~ου (= βλεφαρόπτωση). Η ρίζα του ~ου. Πβ. ματόφυλλα. Βλ. ταρσός.|| (μτφ.) Βαριά ~α (: από τη νύστα). ● ΦΡ.: ρίχνω μια ματιά σε κάτι βλ. ρίχνω [< αρχ. βλέφαρον]
9383βλεφαροπλαστικήβλε-φα-ρο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική επέμβαση για τη διόρθωση της χαλάρωσης των βλεφάρων: ~ και λίφτινγκ μετώπου. Βλ. -πλαστική. [< γαλλ. blépharoplastie, αγγλ. blepharoplasty]
9384βλεφαρόπτωσηβλε-φα-ρό-πτω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πτώση του άνω βλεφάρου: εκ γενετής ή επίκτητη ~. Βλ. μυασθένεια, -πτωση. [< γαλλ. blépharoptose, αγγλ. blepharoptosis]
9385βλεφαρόσπασμοςβλε-φα-ρό-σπα-σμος ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. ακούσια σύσπαση του μυός του βλεφάρου, η οποία οφείλεται σε παθήσεις του νευρικού συστήματος ή υστερία. [< γαλλ. blépharospasme, αγγλ. blepharospasm]
9386βλέψειςβλέ-ψεις ουσ. (θηλ.) (οι) (λόγ.): κάθε στόχος ή προσδοκία κάποιου, συχνά σχετικά με εδαφικές διεκδικήσεις: απώτερες/ιδιοτελείς/προσωπικές ~. Επιχειρηματίας με ηγετικές/πολιτικές ~. Δεν έχουν ~ για μετάλλιο. Πβ. επιδίωξη, σκοπός.|| Αλυτρωτικές/ιμπεριαλιστικές ~. Επεκτατικές ~ σε βάρος γειτονικών κρατών. [< μτγν. βλέψις, γερμ. Absichten]
9387βληθείβλ. βάλλω
9388βλήθηκεβλ. βάλλω
9389βλήμα[βλῆμα] βλή-μα ουσ. (ουδ.) {βλήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΣΤΡΑΤ. κάθε σώμα που εκτοξεύεται από φορητό, αυτόματο ή πυροβόλο όπλο (σφαίρα, βολίδα, οβίδα ή παλαιότ. λίθοι, βέλη) ή από ειδικούς εκτοξευτήρες ή αεροπλάνα (βόμβα, πύραυλος, ρουκέτα) προς συγκεκριμένο στόχο, με σκοπό να προκαλέσει καταστροφή: αντιαρματικά/βαλλιστικά/διατρητικά/εκρηκτικά/εμπρηστικά/κατευθυνόμενα ~ατα. ~ατα αέρος-εδάφους/όλμου. Ρίψη ~άτων. Πβ. βόλι. Βλ. περίβλημα. 2. (υβριστ.) ηλίθιος, βλάκας: Πώς μπορείς και κάνεις παρέα μ' αυτό το ~! Πβ. βλίτο. [< αρχ. βλῆμα ‘βολή, ρίψη, χτύπημα’]
9390βλητικήβλη-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝ. βαλλιστική.
9391βλητικός, ή, ό βλη-τι-κός επίθ.: ΜΗΧΑΝ. βαλλιστικός. [< μτγν. βλητικόν (τό) 'ζώο που χτυπά με λακτίσματα']
9392βλήτρο[βλῆτρο] βλή-τρο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ράβδος σύνδεσης αρμών, μπουλόνι: ~ αλουμινίου/σκυροδέματος. ~α γενικής χρήσεως/με οπές στην κεφαλή/μικρής ανοχής/(εσωτερικής, εξωτερικής) σύσφιξης. Πβ. γόμφος. Βλ. -τρο. [< αρχ. βλῆτρον ‘καρφί, κρίκος’, γαλλ. boulon]
9393βλίτοβλί-το ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. {συνήθ. στον πληθ.} καλλιεργούμενο φυτό (επιστ. ονομασ. Amaranthus blitum) που συνήθ. τρώγεται βραστό ως χορταρικό. Βλ. αντίδι, ραδίκι. 2. (μτφ.-υβριστ.) ανόητος, χαζός. Πβ. βλήμα. [< αρχ. βλίτον – παλαιότ. ορθογρ. βλήτο]
9394βλογάωβλ. ευλογώ
9395βλογημένος, η, ο βλ. ευλογημένος
9396βλογιάβλ. ευλογιά
9397βλογιοκομμένος, η, ο βλο-γιο-κομ-μέ-νος επίθ. (λαϊκό): που έχει στο πρόσωπό του ουλές από την ευλογιά και γενικότ. σημάδια. || (Συνήθ. υβριστ. ως ουσ.:) Τι λες, ρε ~ε!
9398βλογκουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΔΙΑΔΙΚΤ. μπλογκ που περιέχει βίντεο. [< αγγλ. vlog, 2002 < v(ideo) + (b)log]
9399βλόγκερβλό-γκερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (αργκό του διαδικτύου): διαχειριστής/διαχειρίστρια ενός βλογκ [< αγγλ. vlogger, 2002]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.