| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 9399 | βλόγκερ | βλό-γκερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (αργκό του διαδικτύου): διαχειριστής/διαχειρίστρια ενός βλογκ [< αγγλ. vlogger, 2002] | |
| 9400 | βλογώ | βλ. ευλογώ | |
| 9401 | βλοσυρός | , ή, ό βλο-συ-ρός επίθ. (λόγ.): αυστηρός, άγριος: ~ή: έκφραση. ~ό: βλέμμα/ύφος. Αμίλητος και ~. Πβ. αγριωπός. ● επίρρ.: βλοσυρά [< αρχ. βλοσυρός] | |
| 9402 | βλοσυρότητα | βλο-συ-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του βλοσυρού. Βλ. -ότητα. [< μεσν. βλοσυρότης] | |
| 9403 | βλωμός | βλω-μός ουσ. (αρσ.) 1. (επίσ.) πολτοποιημένη μάζα που σχηματίζεται από τη μάσηση τροφής με τη βοήθεια σάλιου. Βλ. μπουκιά. 2. ΙΑΤΡ. μία και μόνο δόση φαρμάκου που χορηγείται είτε από το στόμα είτε με ένεση. [< 1: μτγν. βλωμός 2: αγγλ. bolus] | |
| 9404 | βόας | βό-ας ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. μη δηλητηριώδες, συνήθ. μεγαλόσωμο, τροπικό φίδι (οικογ. Boidae), το οποίο τυλίγεται γύρω από τη λεία του και τη σκοτώνει, σφίγγοντάς την μέχρι πνιγμού και σπάζοντάς της τα οστά, προτού την καταπιεί ολόκληρη. Βλ. ανακόντα, κόμπρα, κροταλίας, μποά, πύθωνας. ● ΦΡ.: δεν είναι βόας, δεν είναι κροταλίας (είναι το φιδάκι ο Διαμαντής) (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάτι δεν είναι τόσο τρομακτικό ή δύσκολο όσο φαίνεται. [< γαλλ.-αγγλ. boa] | |
| 9405 | βογκάω | βλ. βογκώ | |
| 9406 | βογκητό | βο-γκη-τό ουσ. (ουδ.) 1. άναρθρη φωνή, βαθύς αναστεναγμός, συνήθ. λόγω δυνατού πόνου ή μεγάλης στενοχώριας. Πβ. αγκομαχητό, γογγυσμός, μουγκρητό. 2. (κατ' επέκτ.-σπάν.) υπόκωφος ήχος: το ~ της θάλασσας. Πβ. ρόχθος. Βλ. -ητό. [παλαιότ. ορθογρ. βογγητό] | |
| 9407 | βογκώ | [βογκῶ] βο-γκώ ρ. (αμτβ.) {βογκ-άς ... | βόγκ-ηξε (σπάν.) -ησε, -ήξει (σπάν.) -ήσει, -ώντας} & βογκάω 1. βγάζω βογκητό: ~ούσε από τον πόνο. Πβ. αγκομαχώ, βαριαναστενάζω, γογγύζω, μουγκρίζω. 2. (κατ΄επέκτ.-προφ.) παράγω υπόκωφο ήχο: Τα κύματα ~ούσαν πάνω στο βράχο. ~ηξε η μηχανή του αυτοκινήτου στην ανηφόρα. [< μεσν. γογγώ – παλαιότ. ορθογρ. βογγώ] | |
| 9408 | βόδι | βό-δι ουσ. (ουδ.) {βοδ-ιού} & (λαϊκό) βόιδι 1. ΖΩΟΛ. μεγαλόσωμο μηρυκαστικό (ταύρος το αρσενικό, αγελάδα το θηλυκό, μοσχάρι το μικρό· επιστ. ονομασ. Bos indicus/taurus)· κυρ. το αρσενικό που έχει ευνουχιστεί (μεταξύ 8-12 μηνών), για να δώσει καλής ποιότητας κρέας ή (συνήθ. παλαιότ.) για να χρησιμοποιηθεί σε γεωργικές εργασίες: κρέας ~ιού (= βοδινό). Το ~ μουγκρίζει. Βλ. υποζύγιο.|| Χολή ~ιού (: συνθετικό διάλυμα με χρήση στη ζωγραφική).|| Κοιμάται/τρώει σαν ~ (= πάρα πολύ). Τι με κοιτάς σαν ~ (= σαν βλάκας); Βλ. κέρατο. 2. (μτφ.-υβριστ.) παχύς, άξεστος ή ανόητος άνθρωπος. Πβ. βουβάλι, γαϊδούρι, γουρούνι, ζώο(ν), μουλάρι. ● Υποκ.: βοδάκι & βοϊδάκι (το) ● ΦΡ.: εκεί που μας χρωστούσαν/χρωστάγανε (μας πήραν και το βόδι) βλ. χρωστώ, κάνω τη μύγα βόδι βλ. μύγα, φάγαμε τον γάιδαρο/το βόδι κι έμεινε η ουρά βλ. γάιδαρος [< μτγν. βοΐδιον < υποκ. αρχ. βοῦς] | |
| 9409 | βοδινός | , ή, ό βο-δι-νός επίθ.: που προέρχεται από το βόδι ή σχετίζεται με αυτό: ~ός: κιμάς. ~ή: γλώσσα/μπριζόλα (πβ. μοσχαρίσια). ~ό: φιλέτο. Πβ. βόειος. Βλ. χοιρινός. ● Ουσ.: βοδινό (το): κρέας βοδιού ή αγελάδας. Βλ. κορν μπιφ, ροσμπίφ. | |
| 9410 | βόειος | , α, ο βό-ει-ος επίθ. (επίσ.): βοδινός: ~ο: κρέας. Βλ. αίγ-, χοίρ-ειος. [< αρχ. βόειος] | |
| 9411 | βοερός | , ή, ό βλ. βουερός | |
| 9412 | βοή | βο-ή ουσ. (θηλ.) & βουή: συνεχής, δυνατός ή υπόκωφος ήχος: η ~ (= βαβούρα, θόρυβος, φασαρία) των αυτοκινήτων/του δρόμου/της πόλης. Πβ. βόμβος.|| (για φυσικά φαινόμενα) Η ~ του ανέμου/των κυμάτων/του σεισμού. Πβ. αχός.|| (λογοτ.) Οι ~ές (: ιαχές) του πολέμου. ΣΥΝ. βουητό, βούισμα ● ΦΡ.: διά βοής (λόγ.): με φωνές επιδοκιμασίας ή αποδοκιμασίας, χωρίς ψηφοφορία: Εξελέγη/η απόφαση ελήφθη ~ ~. [< αρχ. βοή] | |
| 9413 | βοηθάω | βλ. βοηθώ | |
| 9414 | βοήθεια | βο-ή-θει-α ουσ. (θηλ.) 1. πράξη, διαδικασία, μέσο ή πρόσωπο που χρησιμεύει σε κάποιον, έτσι ώστε να αντιμετωπίσει μια ανάγκη, μια δύσκολη κατάσταση ή έναν κίνδυνο: αμέριστη/άμεση/ανεκτίμητη/γενναιόδωρη/διεθνής/δωρεάν/ειδική/έκτακτη/έμμεση/επείγουσα/επιστημονική/ηθική/ηλεκτρονική/ιατρική/κοινωνική/κρατική/κυβερνητική/μικρή/νομική/οικονομική (βλ. ελεημοσύνη, επίδομα, επιδότηση, επιχορήγηση, έρανος, φιλανθρωπία, χορηγία)/οργανωτική/ουσιαστική/πολιτική/πολύτιμη/πρόσθετη/σημαντική/συμβουλευτική/τηλεφωνική/υλική/ψυχιατρική/ψυχολογική ~. Παροχή ~ας. Έκκληση για ~. Δίνω/παρέχω/προσφέρω ~ (= βοηθώ). Δέχομαι/ζητώ/λαμβάνω/παίρνω/χρειάζομαι ~. Ελπίζω/έρχομαι/καλώ/(προσ)τρέχω/σπεύδω/φωνάζω σε ~. (ευχετ.) Με τη ~ του Θεού ... Ο ασθενής αναπνέει χωρίς τη ~ αναπνευστήρα. Δεν περιμένω ~ από κανέναν. Πβ. αρωγή, ενίσχυση, συνδρομή, (υπο)στήριξη. Βλ. αλληλο~, αυτο~, διάσωση.|| (ΠΛΗΡΟΦ., δυνατότητα παροχής πληροφοριών στον χρήστη σχετικά με κάποια λειτουργία ή διαδικασία ενός προγράμματος) Μενού ~. 2. (επιφών.) κάλεσμα που απευθύνει κάποιος σε περίπτωση κινδύνου: ~, φωτιά! Βλ. ΣΟΣ. ● βοήθειες (οι): ΑΘΛ. (σε ομαδικό άθλημα, κυρ. στο μπάσκετ και σπανιότ. στο ποδόσφαιρο) διάφορες ενέργειες παικτών κατά τη διάρκεια του αγώνα, με σκοπό να ενισχυθεί η αμυντική λειτουργία της ομάδας τους· η συνδρομή των παικτών σε συμπαίκτη τους που μαρκάρει επικίνδυνο επιθετικά αντίπαλο. ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρωπιστική βοήθεια: απαραίτητα είδη (τρόφιμα, νερό, φάρμακα, ρούχα, αντίσκηνα) που αποστέλλονται οργανωμένα σε πληθυσμούς που βρίσκονται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης: ~ ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης/της Εκκλησίας/του ΟΗΕ. Διανομή ~ής ~ας στην εμπόλεμη περιοχή/στους πυρόπληκτους. Βλ. Ερυθρός Σταυρός. [< γαλλ. aide humanitaire] , πρώτες βοήθειες & Α' βοήθειες: ενέργειες (π.χ. τεχνητή αναπνοή, καρδιακές μαλάξεις) που γίνονται όσο το δυνατόν γρηγορότερα για την αρχική φροντίδα αρρώστου ή τραυματία, μέχρι να φτάσει σε νοσοκομείο: ~ ~ σε περίπτωση διαστρέμματος/εμφράγματος/ηλεκτροπληξίας. Κιτ/κουτί/σεμινάριο/σταθμός/τμήμα/φαρμακείο ~ων ~ών. Του δόθηκαν/παρασχέθηκαν/προσφέρθηκαν οι ~ ~.|| Καλώ το/τον πήρε το ~ων ~ών (= το ΕΚΑΒ, το 166). ΣΥΝ. καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση/ανάνηψη [< γαλλ. premiers secours] , χείρα βοηθείας (λόγ.) & (προφ.) χέρι/χεράκι βοηθείας/βοήθειας: βοήθεια: οικονομική/σημαντική ~ ~. Άπλωσαν/έδωσαν/έτειναν/παρείχαν ~ ~., οδική βοήθεια βλ. οδικός, τεχνική υποστήριξη/βοήθεια βλ. τεχνικός ● ΦΡ.: βοήθειά σου/μας! (ευχετ.) 1. (μόνο στο βοήθειά μας!) ως επίκληση σε Άγιο, για να παράσχει την προστασία του. Πβ. μεγάλη η χάρη του/της. 2. σε πιστό που μόλις κοινώνησε. [< αρχ. βοήθεια, γαλλ. aide, secours, αγγλ. help, aid] | |
| 9415 | βοήθημα | βο-ή-θη-μα ουσ. (ουδ.) {βοηθήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ό,τι προσφέρει ή αποτελεί βοήθεια: έκτακτο/εποχικό/εφάπαξ/οικονομικό/χρηματικό ~. ~ γάμου/τοκετού. Λήψη/χορήγηση δημοσίου ~ατος. Πβ. επίδομα.|| Ηλεκτρονικά/ιατρικά/οπτικοακουστικά/ορθοπεδικά ~ατα. ~ατα ακοής (πβ. ακουστικά βαρηκοΐας)/όρασης (πβ. γυαλιά). || Ερωτικό/σεξουαλικό ~.2. (ειδικότ.) εγχειρίδιο που χρησιμοποιείται κυρ. από μαθητές, φοιτητές ή διδάσκοντες για τη διευκόλυνση του έργου τους: διδακτικό/εκπαιδευτικό/σχολικό/φροντιστηριακό/χρηστικό ~. Σειρά ~άτων για όλες τις τάξεις του σχολείου. Βλ. λυσάρι. ● ΣΥΜΠΛ.: ένδικο βοήθημα βλ. ένδικος [< 1: μτγν. βοήθημα] | |
| 9416 | βοηθηματούχος | [βοηθηματοῦχος] βο-η-θη-μα-τού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. πρόσωπο στο οποίο παρέχεται βοήθεια, κυρ. οικονομική: ~οι του Δημοσίου. Βλ. συνταξιούχος, -ούχος1. | |
| 9417 | βοηθητικός | , ή, ό βο-η-θη-τι-κός επίθ. 1. που αποσκοπεί στην παροχή βοήθειας: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: εφαρμογή/τεχνολογία (για άτομα με ειδικές ανάγκες). ~ό: κτίσμα/πρόγραμμα/υλικό. ~ά: εγχειρίδια (= βοηθήματα)/εργαλεία/μέσα/μηχανήματα. Πβ. ενισχυτ-, επικουρ-ικός, υπο~. Βλ. αλληλο~. 2. που έχει δευτερεύοντα, συμπληρωματικό ρόλο: ~ός: δρόμος/κινητήρας (πβ. εφεδρικός). ~ό: γήπεδο (: που προορίζεται για προπονήσεις ομάδας και όχι για διεξαγωγή επίσημων αγώνων)/προσωπικό (= βοηθοί). ~ές: ρόδες (ποδηλάτου). ~ά: μαθήματα (π.χ. φροντιστηριακά, ενισχυτική διδασκαλία, πρόσθετη διδακτική στήριξη)/τραπέζια. Κύριοι και ~οί χώροι πολυκατοικίας (π.χ. αποθήκη, γκαράζ, βλ. κοινόχρηστος). ΑΝΤ. βασικός (1) ● επίρρ.: βοηθητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: βοηθητικά ρήματα: ΓΡΑΜΜ. τα "έχω" και "είμαι" που χρησιμοποιούνται για τον σχηματισμό των περιφραστικών συντελικών χρόνων: π.χ. έχω/είχα/θα έχω γράψει, έχω/είχα/θα έχω γραφτεί, (θα) είμαι γραμμένος. [< γαλλ. verbes auxiliaires ] , δευτερεύουσα/περιφερειακή/βοηθητική μνήμη βλ. μνήμη [< αρχ. βοηθητικός, γαλλ. auxiliaire] | |
| 9418 | βοηθός | βο-η-θός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. εργαζόμενος, συχνά απόφοιτος ΤΕΙ, ΙΕΚ ή άλλης σχολής, που παρέχει βοήθεια σε ιεραρχικά ανώτερό του κατά την εκτέλεση του έργου του: εργαστηριακός/προσωπικός ~. Πρώτος/δεύτερος ~. ~ νοσοκόμα. ~ διαιτητή (= επόπτης γραμμών, λάινσμαν)/κομμωτή/λογιστή/μάγειρα/μικροβιολόγου/σκηνοθέτη. ~ αποθήκης/φαρμακείου. Βλ. δόκιμος, μαθητευόμενος. 2. αυτός που βοηθά κάποιον άλλο: Στάθηκε (πολύτιμος) ~ στον αγώνα τους. Πβ. αρωγός, συμπαραστάτης, υποστηρικτής.|| Σχολικοί ~οί-συνοδοί για παιδιά με ειδικές ανάγκες. ● ΣΥΜΠΛ.: προσωπικός ψηφιακός βοηθός: ΤΕΧΝΟΛ. υπολογιστής παλάμης. [< αγγλ. personal digital assistant (PDA)] , οικιακή βοηθός βλ. οικιακός ● ΦΡ.: (και/κι) ο Θεός βοηθός βλ. θεός [< αρχ. βοηθός, γαλλ.-αγγλ. assistant] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ