Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [10300-10320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9419βοηθώ[βοηθῶ] βο-η-θώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {βοηθ-άς (σπανιότ.) -είς ... | βοήθ-ησα, -ήσω, -ιέμαι (λόγ.) -ούμαι, -ήθηκα, -ηθώ, (λόγ.) -ούμενος, -ημένος, -ώντας} & βοηθάω 1. δίνω, παρέχω βοήθεια σε κάποιον: ~ τη μητέρα μου στα ψώνια/τα παιδιά μου στο διάβασμα. Ευχαριστώ για την πληροφορία, με ~άς πολύ. Μπορώ να ~ήσω σε κάτι (= να εξυπηρετήσω, να φανώ χρήσιμος); Τον ~ησε να βγει από το αυτοκίνητο/τη δύσκολη θέση. Ο γιατρός/η γυμναστική με ~ησε να χάσω βάρος. ~ήθηκε από το περιβάλλον της (πβ. στηρίζω, συμπαραστέκομαι, συντρέχω). Τις εργασίες διευθύνει ο Πρόεδρος, ~ούμενος από τον Γραμματέα. ~ώντας ο ένας τον άλλο (= αλληλοβοηθούμενοι).|| (ευχετ.) Ο Θεός να σε ~ήσει! (λαϊκό-προστ.) Παναγία βόηθα!|| (κατ' επέκτ.) Προσπαθώ να θυμηθώ, αλλά δεν με ~άει η μνήμη μου. Δεν ~ησε ο καιρός να βγούμε έξω (: είχε κακοκαιρία). Βλ. επι~. 2. ενισχύω, υποστηρίζω με οικονομικά ή γενικότ. υλικά μέσα: Εργάζεται από μικρός, για να ~άει τους γονείς του. Βοηθήστε μας! Αναξιοπαθούντες που ~ιούνται με τρόφιμα και ρούχα.|| (ειδικότ.) ~ήστε τον συνάνθρωπό σας (βλ. ελεήστε)! 3. συμβάλλω σε κάτι, το κάνω ευκολότερο: Η σόδα ~ά στην πέψη. ~άμε/~ούμε στη λύση των προβλημάτων. Βόηθα λίγο την κατάσταση. Πβ. συν-τείνω, -τελώ.βοηθά & βοηθάει (συνήθ. με άρνηση): ωφελεί: Δεν ~ να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Ο φανατισμός δεν ~ σε τίποτα. Πβ. εξυπηρετεί, συμφέρει, χρησιμεύει. ● ΦΡ.: βοήθα με να σε βοηθώ ν' ανεβούμε (σ)το βουνό (παροιμ.): για να δηλωθεί η αξία της αλληλοβοήθειας. Πβ. κράτα με να σε κρατώ (ν' ανεβούμε στο βουνό). [< αρχ. βοηθῶ, γαλλ. aider]
15013βοθρατζής

[ἐκκενωτής] εκ-κε-νω-τής ουσ. (αρσ.) 1. (επίσ.) πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με εκκενώσεις: ~ βόθρων (= βοθρατζής). 2. ΜΗΧΑΝ. τεχνικό έργο που επιτρέπει την παροχέτευση νερού από ψηλότερα σε χαμηλότερα μέρη φράγματος: ~ πυθμένα (: σε ταμιευτήρα). Βλ. εκ-, υπερ-χειλιστής. 3. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή εκκένωσης ρεύματος: ηλεκτρικός ~. [< αγγλ. evacuator]

9420βοθρατζήςβο-θρα-τζής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με εκκενώσεις βόθρων.
9421βοθρίοβο-θρί-ο ουσ. (ουδ.) (επιστ.): μικρό κοίλωμα, εσοχή σε επιφάνεια: (ΑΝΑΤ.) κερκιδικό ~. Κεντρικό ~ του αμφιβληστροειδούς. Πβ. βόθρος.|| (ΓΕΩΛ.) ~α πετρώματος.|| (ΒΟΤ.) Φλοιός που εμφανίζει ~α. [< μτγν. βοθρίον, αγγλ. fossa, fovea]
9422βοθρολύματαβο-θρο-λύ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα): λύματα βόθρου: μονάδα επεξεργασίας ~άτων. Πβ. απόβλητα.
9423βόθροςβό-θρος ουσ. (αρσ.) 1. (λαϊκό) βαθιά σκαμμένος και καλυμμένος λάκκος όπου συγκεντρώνονται οικιακά κυρ. λύματα: απορροφητικός/σηπτικός ~. Εκκενώσεις ~ων. Πβ. οχετός, χαβούζα. Βλ. αποχέτευση, υπόνομος, φρεάτιο. 2. ΑΝΑΤ. κοιλότητα στην επιφάνεια ανατομικού στοιχείου: κρανιακός/κροταφικός ~. Πβ. βοθρίο. 3. (μτφ.) για πρόσωπο που βρίζει πολύ άσχημα: ~ είναι το στόμα της! Πβ. οχετός, χαβούζα. 4. ΑΡΧΑΙΟΛ. λάκκος απορριμμάτων. Πβ. αποθέτης. [< αρχ. βόθρος]
9424βόιδιβλ. βόδι
9425βοϊδοσχολήβο-ϊ-δο-σχο-λή ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.): σχολή η οποία παρέχει εκπαίδευση χαμηλού επιπέδου.
9426βοιωτικός, ή, ό βοι-ω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Βοιωτία ή/και τους Βοιωτούς. [< μτγν. βοιωτικός]
9427Βοιωτός, ΒοιωτήΒοι-ω-τός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Βοιωτία. [< αρχ. Βοιωτός]
9428βοκαμβίλιαβλ. βουκαμβίλια
9460βολ-πλανέβολ πλα-νέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) δυνατό, ευθύβολο σουτ, που γίνεται καθώς ο παίκτης πιάνει την μπάλα στον αέρα, χωρίς αυτή να προλάβει να σκάσει κάτω: γκολ με ~. [< γαλλ. vol plané]
9429βολάβο-λά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-παλαιότ.): φορά. [< μεσν. βολά]
9430βολάνβο-λάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. τιμόνι: άσος του ~ (: πολύ καλός οδηγός, στον μηχανοκίνητο αθλητισμό). 2. υφασμάτινη ή δαντελένια διακοσμητική ταινία που ράβεται συνήθ. στο κάτω μέρος γυναικείων ενδυμάτων, λευκών ειδών, κουρτινών: ποδιά/φόρεμα με ~. Πβ. φραμπαλάς. Βλ. γιρλάντα, ποδόγυρος, φεστόνι. 3. ΜΗΧΑΝΟΛ. τροχός ή δίσκος μεγάλης διαμέτρου που εξασφαλίζει σταθερή ταχύτητα περιστροφής στον κινητήρα ή αποθήκευση κινητικής ενέργειας: μαγνητικό ~. ΣΥΝ. σφόνδυλος (1) [< γαλλ. volant]
9432βολβοειδής, ής, ές βολ-βο-ει-δής επίθ. (επιστ.): βολβώδης. Βλ. -ειδής. [< μτγν. βολβοειδής]
9433βολβόςβολ-βός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΟΤ. υπόγειος βλαστός με προστατευτικό και θρεπτικό ρόλο, που περιβάλλεται από σαρκώδη φύλλα και καταλήγει σε ρίζες· (στον πληθ., ΜΑΓΕΙΡ.) τα αντίστοιχα μέρη ορισμένων φυτών που διατηρούνται σε ξίδι και λάδι και προσφέρονται ως ορεκτικό: ~ κρεμμυδιού/σκόρδου. Ανοιξιάτικοι/φθινοπωρινοί ~οί. ~οί λουλουδιών (π.χ. ντάλιας) ή ανθοφόροι ~οί. Φυτεύω ~ούς. Πβ. κόνδυλος, ρίζωμα. Βλ. γεώφυτα, μονοκοτυλήδονα. 2. στρογγυλό, σφαιρικό εξόγκωμα: (ΑΝΑΤ.) οσφρητικός/οφθαλμικός (βλ. κόγχος) ~. ~ δωδεκαδάκτυλου/ουρήθρας. ~ της τρίχας.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Θερμόμετρο ξηρού και υγρού ~ού. [< αρχ. βολβός, αγγλ. bulb, γαλλ. bulbe]
25609βολβώδης

, ης, ες κον-δυ-λώ-δης επίθ. {κονδυλώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΒΟΤ. που έχει κονδύλους: ~εις: ρίζες. ~η: φυτά. ~η-ριζωματώδη λαχανικά. Βλ. βολβώδης, -ώδης. [< αρχ. κονδυλώδης ‘εξογκωμένος’]

9434βολβώδης, ης, ες βολ-βώ-δης επίθ. {βολβώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (επιστ.): (για φυτό) που αναπτύσσεται από βολβό· που έχει σχήμα βολβού: ~η: λαχανικά (π.χ. καρότα, κρεμμύδια, παντζάρια)/φυτά (π.χ. κρόκος, νάρκισσος, τουλίπα). Βλ. γεώφυτα, κονδυλώδης, -ώδης. ΣΥΝ. βολβοειδής [< μτγν. βολβώδης]
9435βολέβο-λέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) δυνατό χτύπημα της μπάλας, ενώ είναι ακόμα στον αέρα, με το πάνω μέρος του ποδιού: γυριστό ~. [< γαλλ. volée]
9436βολεί[βολεῖ] βο-λεί ρ. (απρόσ.) {συνήθ. στο ενεστ. θ.} (διαλεκτ.): (κυρ. με την άρνηση "δεν") είναι δυνατόν ή εύκολο, βολικό. Πβ. είναι βολετό. [< μεσν. βολεί]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.