Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [10320-10340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9437βόλεϊβό-λε-ϊ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & βόλεϊ-μπολ: ΑΘΛ. άθλημα που διεξάγεται μεταξύ δύο ομάδων με έξι παίκτες η καθεμία, οι οποίοι προσπαθούν να περάσουν την μπάλα με τα χέρια στην αντίπαλη περιοχή πάνω από φιλέ, με τρεις το πολύ μπαλιές: ~ ανδρών/γυναικών. || ~ λιγκ (πρώην Α1 ~). Βλ. μουντο~, μπιτς ~, ποδο~, σετ. ΣΥΝ. πετοσφαίριση ● ΣΥΜΠΛ.: βόλεϊ καθιστών: βόλεϊ για άτομα με ειδικές ανάγκες που αποτελεί άθλημα των Παραολυμπιακών Αγώνων. [< αγγλ. sitting volleyball] [< αμερικ. volleyball, 1896, γαλλ. ~, περ. 1925]
9438βολεϊμπολίστας, βολεϊμπολίστριαβο-λε-ϊ-μπο-λί-στας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. αθλητής, αθλήτρια του βόλεϊ. Βλ. μπασκετ-, μπεϊζ-μπολίστας. ΣΥΝ. πετοσφαιριστής, πετοσφαιρίστρια
9439βόλεμαβό-λε-μα ουσ. (ουδ.) {βολέμ-ατος | -ατα} (προφ.): επαγγελματική κυρ. αποκατάσταση που συχνά γίνεται αναξιοκρατικά: άνθρωπος του ~ατος. Η λογική του ~ατος και της ευκολίας. Κομματικά ~ατα. Πβ. βόλεψη, βολή. Βλ. ξε~.
9440βολεμένος, η, ο βο-λε-μέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει επαναπαυτεί σε μια κατάσταση και ειδικότ. που έχει εξασφαλίσει μόνιμη εργασία, συνήθ. με μέσο: ~ στη μετριότητα (πβ. συμβιβασμένος). ~ στον καναπέ/στην πολυθρόνα του (πβ. αδρανής, απαθής). Πβ. εφησυχασ-, τακτοποιη-μένος. ΑΝΤ. αβόλευτος (2) ● βλ. βολεύω
9441βολετός, ή, ό βο-λε-τός επίθ.: κυρ. στη ● ΦΡ.: είναι βολετό (λαϊκό-λογοτ.): (συνήθ. προηγείται η άρνηση "δεν") είναι εφικτό, βολεύει: Δεν ~ ~ να προχωρήσω/σταματήσω. Πβ. βολεί. [< μεσν. βολετός]
9442βολεύωβο-λεύ-ω ρ. (μτβ.) {βόλ-εψα, -έψω, -εύτηκα, -ευτώ, -εμένος, βολεύ-οντας} (προφ.) 1. τοποθετώ κάτι, συνήθ. ογκώδες, κάπου με τέτοιο τρόπο, ώστε να χωρά, να είναι τακτοποιημένο ή να μην πιάνει χώρο: ~εψε το κουτί όπου βρεις (= βάλ' το). Δεν έχει πού να/δεν μπορεί να ~έψει τα πόδια του. 2. (αρνητ. συνυποδ.) εξασφαλίζω σε κάποιον θέση, συνήθ. μόνιμη, με αναξιοκρατικό τρόπο: Τη ~εψε στο Δημόσιο (= έβαλε, έχωσε, τακτοποίησε). ~οντας γνωστούς και φίλους. Πβ. διορίζω. 3. (σπάν.) διευθετώ, συνήθ. πρόχειρα, ένα ζήτημα, χωρίς να γίνει αντιληπτό: Τη ~εψαν την κατάσταση, χωρίς πολλά προβλήματα. Πβ. μπαλώνω. Βλ. ξε~.βολεύει 1. εξυπηρετεί, διευκολύνει, συμφέρει: Με ~ καλύτερα/πιο πολύ να περάσω πρώτα από το σπίτι. Έλα όποτε/ό,τι ώρα σε ~!|| Δεν ~ να πάρεις το αμάξι. 2. με κάνει να αισθάνομαι άνετα: Κάθισε όπου σε ~! Το παντελόνι με ~εψε πολύ (: ήταν κατάλληλο για πολλές περιστάσεις, το φόρεσα πάρα πολύ). ● Παθ.: βολεύομαι 1. κάθομαι, τακτοποιούμαι κάπου άνετα: Δεν ~ σ' αυτή την καρέκλα. Πώς θα ~ευτούν (= χωρέσουν) τόσοι άνθρωποι σ' ένα τόσο μικρό δωμάτιο; ~εύτηκε (αναπαυτικά) στον καναπέ. Πβ. αράζω, θρονιάζομαι.|| ~ευτείτε τώρα όπως μπορείτε και το πρωί βλέπουμε! 2. (αρνητ. συνυποδ.) διορίζομαι, συχνά με μέσο, σε μόνιμη συνήθ. θέση. 3. εξυπηρετούμαι, βρίσκω προσωρινή συνήθ. λύση: Θα ~ευτούμε με (= θα φάμε) ό,τι υπάρχει στο ψυγείο. 4. (αρνητ. συνυποδ.) επαναπαύομαι, εφησυχάζω, συμβιβάζομαι: Έχουν ~ευτεί με την παρούσα κατάσταση. ● ΦΡ.: τα/τη βολεύω (προφ.): αντιμετωπίζω μια κατάσταση, ένα πρόβλημα και γενικότ. ζω, περνώ: Από φαγητό κουτσά στραβά/κάπως τα ~ουμε. Πβ. τα βγάζω/τα φέρνω πέρα, τα καταφέρνω, τη βγάζω, τα φέρνω βόλτα. ● βλ. βολεμένος
9443βολεψάκιαςβο-λε-ψά-κιας ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): πρόσωπο που κοιτάζει μόνο τον εαυτό του, κυρ. το πώς θα αποκατασταθεί επαγγελματικά: ~ και καλοπερασάκιας.|| (ως επίθ.) ~ηδες: υπάλληλοι. Βλ. -άκιας.
9444βόλεψηβό-λε-ψη ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): επαγγελματική αποκατάσταση, άνετη ζωή: Δεν θέλει να χαλάσει/χάσει τη ~ή του. Πβ. βόλεμα, βολή.
9445βολή1βο-λή ουσ. (θηλ.) 1. ΑΘΛ. ρίψη (ακοντίου, βέλους, δίσκου, μπάλας, σφαίρας, σφύρας): (στην τοξοβολία) γραμμή ~ής. (στον ακοντισμό) Πέτυχε ~ στα ... μ. (ειδικότ. στο μπάσκετ) Άστοχη/εύστοχη ~ (πβ. σουτ1). Ελεύθερη ~ (: από τη γραμμή του φάουλ). Έχασε τη ~. Δοκιμαστικές ~ές.|| (ΦΥΣ.) Κατακόρυφη/οριζόντια/πλάγια ~ σώματος. Βλ. ελεύθερη πτώση. 2. ΣΤΡΑΤ. εκτόξευση βλήματος ή ρίψη πυρών με πυροβόλα όπλα: άσκηση ~ής. (για στρατιωτικές δυνάμεις) Έριξαν προειδοποιητικές ~ές (στον αέρα). ~ές αρμάτων/όλμων. Πβ. πιστολιά, πυρ, πυροβολισμός, τουφεκιά. Βλ. εκσφενδόνιση, εξακόντιση. 3. (μτφ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} λεκτική επίθεση με τη μορφή κατηγορίας ή αρνητικής κριτικής: άμεσες/ευθείες ~ές εναντίον ... Απευθύνω/εκτοξεύω/εξαπολύω ~ές κατά ... Πβ. αιχμές, βέλη, πυρά. Βλ. δια~, προσ~. ● ΣΥΜΠΛ.: έμμεση βολή: ΣΤΡΑΤ. κατά μη ορατού στόχου: ~ ~ πυραύλων.|| (μτφ., έμμεσες κατηγορίες, υπαινιγμοί:) ~ες ~ές εναντίον ... Απάντησε στις/δέχτηκε ~ες ~ές., πεδίο βολής βλ. πεδίο, τροχιοδεικτική βολή βλ. τροχιοδεικτικός, χαριστική βολή βλ. χαριστικός ● ΦΡ.: βολή κατά βολή: ΣΤΡΑΤ. ένας μόνο πυροβολισμός με το όπλο., βολή κατά ριπάς (λόγ.) & βολή κατά ριπές: ΣΤΡΑΤ. συνεχείς πυροβολισμοί: (κυριολ.) Τους πυροβόλησαν με ~ές ~. Πβ. καταιγιστικά πυρά.|| (μτφ.) ~ές(/πυρά) ~ σε βάρος της πλειοψηφίας.|| (Για παίκτη) Σκοράρει κατά ριπάς., σε απόσταση/θέση βολής βλ. απόσταση [< αρχ. βολή, γαλλ. tir, αγγλ. shot]
9446βολή2βο-λή ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): άνεση, καλοπέραση: Δεν αφήνει τη/κοιτάει μόνο τη ~ της. Φοβούνται μη χάσουν τη ~ τους. Πβ. βόλεμα, βόλεψη, ευκολία. [< μεσν. βολή]
9447βόλιβό-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): βλήμα, σφαίρα όπλου: φονικό ~. Τον βρήκε/σημάδεψε/χτύπησε ~. Βλ. σφαιρίδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: κρητικό βόλι: παραδοσιακό κρητικό αγώνισμα στο οποίο ο αθλητής στέκεται συνήθ. σε υπερυψωμένο σημείο και δίνοντας ώθηση με τα πόδια, ρίχνει με το ένα χέρι μια πέτρα σε σχήμα αβγού όσο πιο μακριά μπορεί: Αναβιώνει το ~ ~. Βλ. σφαιροβολία. ● ΦΡ.: καλό βόλι (μτφ.-λαϊκό): (συχνά σε εκλογές, εξετάσεις) καλή επιτυχία: ~ ~ και με τη νίκη! [< μεσν. βόλι(ο)ν]
9449βολίδαβο-λί-δα ουσ. (θηλ.) 1. σφαίρα πυροβόλου όπλου: Κάλυκες, βλήματα, σκάγια και ~ες. Πβ. φισέκι. Βλ. ραδιο~, φωτο~. 2. (μτφ.) (για κάποιον ή κάτι) που κινείται με μεγάλη ταχύτητα: Έφυγε/μπήκε μέσα/πάει/τρέχει (σαν) ~. (ως παραθετικό σύνθ.) Αυτοκίνητο-~. (στο ποδόσφαιρο) Σουτ-~. Πβ. αστραπή, πύραυλος. 3. ΑΣΤΡΟΝ. είδος λαμπερού διάττοντος αστέρα, που αφήνει έντονο ίχνος πίσω του και σβήνει προτού φτάσει στο έδαφος. 4. ΝΑΥΤ. βαρίδι κωνικού σχήματος για τη μέτρηση του θαλάσσιου βυθού: μηχανική ~. Πβ. βυθόμετρο. ΣΥΝ. σκαντάγιο ● ΣΥΜΠΛ.: διαστημική βολίδα: ΑΣΤΡΟΝΑΥΤ. τηλεκατευθυνόμενο μη επανδρωμένο διαστημόπλοιο για αναγνώριση ή εξερεύνηση του διαπλανητικού χώρου ή ορισμένων ουράνιων σωμάτων του ηλιακού συστήματος. [< αγγλ. space probe, 1958] [< μτγν. βολίς ‘βλήμα’ 2,3: γαλλ. bolide]
9450βολιδοσκόπησηβο-λι-δο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (απαιτ. λεξιλόγ.-μτφ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βολιδοσκοπώ: ~ των αντιδράσεων/θέσεων (κάθε πλευράς). ~ της αγοράς/κοινής γνώμης (πβ. σφυγμομέτρηση). Έγινε (μια πρώτη) ~ στον ... (πβ. κρούση). Επαφές και ~ήσεις. ~ήσεις για σύναψη ειρήνης/συνεργασία. Βλ. -σκόπηση. 2. ΩΚΕΑΝ. βυθομέτρηση. [< γαλλ. sondage]
9451βολιδοσκοπώ[βολιδοσκοπῶ] βο-λι-δο-σκο-πώ ρ. (μτβ.) {βολιδοσκοπ-είς, -ώντας | βολιδοσκόπ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί} 1. (απαιτ. λεξιλόγ.-μτφ.) διερευνώ με έμμεσο τρόπο καταστάσεις ή προθέσεις: ~ αντιδράσεις (πβ. ανιχνεύω). Επενδυτές του εξωτερικού ~ούν την εγχώρια αγορά (πβ. σφυγμομετρώ). Τον έβαλαν να με ~ήσει (πβ. ψαρεύω). ~ήθηκε για να είναι υποψήφιος στις επόμενες εκλογές. 2. ΩΚΕΑΝ. βυθομετρώ. Βλ. -σκοπώ. [< γαλλ. sonder]
9452βολικός, ή, ό βο-λι-κός επίθ. (προφ.) 1. που βολεύει, εξυπηρετεί: ~ός: καναπές (= άνετος, αναπαυτικός). ~ή: διαδρομή/συσκευασία (= πρακτική)/τοποθεσία. Κινητό ~ό στη χρήση του (= εύχρηστο).|| ~ή: λύση. ~ό: ωράριο. Όλα ήρθαν ~ά. Πβ. εξυπηρετικός, ευνοϊκός. ΑΝΤ. άβολος (1) 2. (προφ.) (για πρόσ.) που δεν αντιδρά, ήπιος, ανεκτικός: Είναι ~ άνθρωπος, δεν γκρινιάζει. Πβ. καλόβολος, συνεννοήσιμος. ΑΝΤ. ανάποδος (1), δύσκολος (2), δύστροπος (1) ● επίρρ.: βολικά
9453Βολιώτης, ΒολιώτισσαΒο-λιώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τον Βόλο.
9454βολιώτικος, η, ο βο-λιώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τον Βόλο ή/και τους Βολιώτες.
9455βολοβάνβο-λο-βάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. ψημένη στρογγυλή ζύμη σφολιάτας η οποία γεμίζεται με κομματάκια τυριού, κρέατος ή ψαριού. [< γαλλ. vol-au-vent]
9456βολοδέρνωβο-λο-δέρ-νω ρ. (αμτβ.) {βολοδέρν-οντας, κυρ. στον ενεστ. κ. παρατ.}: (συνήθ. για διαρκείς μετακινήσεις ή αναζητήσεις) ταλαιπωρούμαι: ~ουν, για να επιβιώσουν (πβ. βασανίζομαι, τυραννιέμαι). ~ει (άσκοπα) στους δρόμους/από δω κι από κει (πβ. περι-φέρομαι, -πλανιέμαι). Καράβι που ~ει στα κύματα. Πβ. παραδέρνω.
9457βολονταρισμόςβο-λο-ντα-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. θέση η οποία υποστηρίζει τη δράση που βασίζεται στη βούληση, αποκλείοντας κάθε εξαναγκασμό: επαναστατικός/πολιτικός ~. 2. ΦΙΛΟΣ. θεωρία κατά την οποία θεμελιώδης οργανωτική δύναμη του κόσμου και του ατόμου είναι η βούληση. Βλ. λογοκρατία, νοησιαρχία. ΣΥΝ. βουλησιαρχία 3. (αρνητ. συνυποδ.) στάση, συμπεριφορά προσώπου ή ομάδας ανθρώπων που πιστεύουν ότι μπορούν να επιβάλουν δογματικά ή/και αυταρχικά τις επιθυμίες τους. Πβ. ετσιθελισμός. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. volontarisme, 1909]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.