| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 9458 | βόλος | βό-λος ουσ. (αρσ.) & βώλος: μικρή σφαιρική μάζα από χώμα ή άλλο υλικό: ~ από ζύμη/πηλό. ~οι ναφθαλίνης. Βλ. κόκκος, πεντόβολα. ΣΥΝ. σβόλος ● βόλοι (οι) (κυρ. παλαιότ.): μπίλιες. ΣΥΝ. γκαζές [< αρχ. βῶλος] | |
| 9461 | βολτ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της τάσης του ηλεκτρικού ρεύματος (σύμβ. V): μπαταρία 9 ~. Βλ. αμπέρ, βατ, μιλιβόλτ. [< γαλλ. volt, ιταλ. ανθρ. A. Volta] | |
| 9462 | βόλτα | βόλ-τα ουσ. (θηλ.): κάλυψη μικρής σχετικά απόστασης αμέριμνα και ξέγνοιαστα, με τα πόδια ή με μεταφορικό μέσο, για αναψυχή ή άσκηση: ανέμελη/κυριακάτικη/μοναχική/ρομαντική ~. ~ με το αυτοκίνητο/τη βάρκα (= βαρκάδα). ~ στο δάσος/στην εξοχή/στο κέντρο (ενν. της πόλης)/στο πάρκο. ~ στα μαγαζιά για ψώνια. Ατελείωτες ~ες με φίλους. Είσαι για μια/πάμε καμιά ~ (πβ. πάμε για καφέ); Βγήκε για την απογευματινή/πρωινή του ~. Κάνω (μια) ~. Βγάζω ~ τον σκύλο. Πβ. γύρα, γυροβολιά, περίπατος, σουλάτσο, τσάρκα.|| (μτφ.) ~ στο διαδίκτυο (= σερφάρισμα)/στο φόρουμ (= περιήγηση). ● βόλτες (οι) {σπάν. στον εν.} (προφ.) 1. σπειρώματα, ελικοειδείς αυλακώσεις βίδας. ΣΥΝ. στροφές. Πβ. βήμα, πάσο. 2. γύροι, περιστροφές: (σε συνταγή) Ρίχνουμε τα λαχανικά στην κατσαρόλα και τα φέρνουμε δυο ~ (= ανακατεύουμε). Φέρνει ~ γύρω από ... ● Υποκ.: βολτούλα & βολτίτσα (η) (οικ.): σύντομη βόλτα. ● ΦΡ.: κάνω/κόβω/φέρνω βόλτες (προφ.): περιφέρομαι, τριγυρίζω (σε περιορισμένο χώρο): Οι τουρίστες ~ουν ~ στην προκυμαία. Έκανε/έκοβε/έφερνε ~ πάνω-κάτω/πέρα-δώθε (με το μηχανάκι/στη γειτονιά).|| Ένα ελικόπτερο ~ει ~ πάνω απ' τα κεφάλια μας. ΣΥΝ. βολτάρω, παίρνει την κάτω βόλτα (προφ.): ακολουθεί πτωτική, φθίνουσα πορεία· αντιμετωπίζει ατυχίες ή δυσκολίες: Η ζωή της έχει πάρει ~ (= πάει από το κακό στο χειρότερο). Η εταιρεία έχει αρχίσει να ~ ~ (πβ. πάει για/προς φούντο). ΣΥΝ. παίρνει την κατιούσα, παίρνει την πάνω βόλτα (προφ.) & (σπάν.) την άνω βόλτα: ακολουθεί ανοδική πορεία, παρουσιάζει θετική εξέλιξη ή σημάδια βελτίωσης: Οι μετοχές πήραν ~ (πβ. ανάκαμψη). ΣΥΝ. παίρνει την ανιούσα, περνάω μια βόλτα (προφ.): πηγαίνω ή έρχομαι κάπου: Πέρνα ~ από το μαγαζί/το πάρτι. Είπα να περάσω ~ να δω πώς είστε., τα φέρνω βόλτα/γύρα (προφ.): καταφέρνω να αντιμετωπίσω τα οικονομικά μου προβλήματα· γενικότ. ξεπερνώ τις δυσκολίες: Μόλις που τα ~ει ~. Βλ. δεν βγαίνω/βγαίνει.|| Δεν προλαβαίνει να τα φέρει ~ με τις δουλειές του σπιτιού. Πβ. τα βολεύω, τα βγάζω/τα φέρνω πέρα., φέρνει/ρίχνει τις βόλτες του (λαϊκό): χορεύει (συνήθ. ζεϊμπέκικο ή άλλους λαϊκούς χορούς)., φέρνω βόλτα (προφ.) 1. κουμαντάρω: ~ει ~ μόνη της μια ολόκληρη επιχείρηση. Πβ. κουλαντρίζω. 2. πείθω κάποιον να αλλάξει γνώμη: Κατάφερε να τον φέρει ~ (= τουμπάρει). ΣΥΝ. φέρνω κάποιον στα νερά μου [< μεσν. βόλτα 'στροφή' < ιταλ. volta] | |
| 9463 | βολτάζ | βολ-τάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΗΛΕΚΤΡ. ηλεκτρική τάση: υψηλό/χαμηλό ~. [< γαλλ. voltage] | |
| 9464 | βολταϊκός | , ή, ό βολ-τα-ϊ-κός επίθ.: ΗΛΕΚΤΡ. συνήθ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: βολταϊκή στήλη & βολταϊκό στοιχείο: συσκευή για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας που λειτουργεί σαν μπαταρία. Πβ. ηλεκτρική στήλη/ηλεκτρικό στοιχείο. [< γαλλ. pile de Volta] , βολταϊκό/ηλεκτρικό τόξο βλ. τόξο [< γαλλ. voltaïque] | |
| 9465 | βολτάμετρο | βολ-τά-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΗΛΕΚΤΡ. συσκευή ηλεκτρόλυσης με την οποία προσδιορίζεται η ποσότητα του ηλεκτρικού ρεύματος που περνάει μέσα από ηλεκτρολυτικό διάλυμα. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. voltamètre] | |
| 9466 | βολτάρω | βολ-τά-ρω ρ. (αμτβ.) {βολτάρ-οντας, κυρ. στον ενεστ. κ. παρατ.} (προφ.): κάνω βόλτα: ~ αμέριμνος/ανέμελα στην αγορά. ~ με το αυτοκίνητο. Πβ. σεργιανίζω, σουλατσάρω.|| (μτφ.) ~ στο ίντερνετ. Πβ. πλοηγούμαι, σερφάρω. [< ιταλ. voltare] | |
| 9467 | βολτόμετρο | βολ-τό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. όργανο μέτρησης της τάσης ηλεκτρικού ρεύματος σε βολτ. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. voltmètre] | |
| 9468 | βολφράμιο | βολ-φρά-μι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. μέταλλο αργυρόλευκου χρώματος (σύμβ. W, Z 74) με υψηλό σημείο τήξης, που χρησιμοποιείται για την κατασκευή κραμάτων ανθεκτικών σε υψηλές θερμοκρασίες. ΣΥΝ. τουνγκστένιο [< γερμ. Wolfram] | |
| 9470 | βόμβα | βόμ-βα ουσ. (θηλ.) {βομβών} 1. κοίλο βλήμα με εκρηκτική ύλη και πυροδοτικό μηχανισμό, το οποίο τοποθετείται σε κάποιο μέρος ή ρίχνεται συνήθ. από πολεμικό αεροσκάφος: αυτοσχέδια/εμπρηστική/έξυπνη/θερμοβαρική/τηλεκατευθυνόμενη/χημική/ωρολογιακή ~. ~ κενού. ~ απεμπλουτισμένου ουρανίου. (παλαιότ.) ~ με φιτίλι. Έκρηξη/ρίψη/τοποθέτηση ~ας. ~-φάρσα. Η ~ εξερράγη/έσκασε στα χέρια του τρομοκράτη. Έβαλαν ~. Ο πυροτεχνουργός απενεργοποίησε/εξουδετέρωσε τη ~. Βλ. κροτίδα, οβίδα, ρουκέτα, χειροβομβίδα. ΣΥΝ. μπόμπα (1) 2. (μτφ.) καθετί αρνητικό ή/και αναπάντεχο που προκαλεί μεγάλη έκπληξη, αναστάτωση, αιφνιδιασμό, ανατροπή ή καταστροφή: (ως παραθετικό σύνθ.) αποκάλυψη/δήλωση/έκθεση/επιστολή/παραίτηση-~ (πβ. καταπέλτης). Μεταγραφική/οικολογική/υγειονομική ~. Τοξική/ωρολογιακή ~ η μόλυνση του περιβάλλοντος. Είδηση που έπεσε/έσκασε σαν ~!|| Βλ. σεξο~. ● Υποκ.: βομβίδια (τα) {σπάν. στον εν. βομβίδιο}, βομβίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: βόμβα βυθού: ΣΤΡΑΤ. ειδικά σχεδιασμένη να εκρήγνυται σε συγκεκριμένο βάθος εναντίον υποβρύχιων στόχων. Βλ. νάρκη, τορπίλη.|| (μτφ.) Χωματερές-~ες ~ού (: για θαλάσσια απόβλητα)., βόμβα διασποράς: όπλο που φέρει πολλά μικρά βομβίδια, τα οποία εκτοξεύονται σε μεγάλη έκταση και εκρήγνυνται στον αέρα ή στο έδαφος. [< αγγλ. cluster bomb, 1967] , βόμβα μολότοφ & (προφ.) μολότoφ & κοκτέιλ μολότοφ: αυτοσχέδια βόμβα από γυάλινο μπουκάλι με εύφλεκτο υγρό και στουπί στο στόμιο ως φιτίλι: Επίθεση με ~ ~ από ομάδα κουκουλοφόρων. Βλ. γκαζάκι. [< αγγλ. molotov (cocktail), 1940, ρωσ. ανθρ. M. W. Molotow] , βρόμικη βόμβα (προφ.): η οποία διαχέει ραδιενεργό υλικό, πυρηνική βόμβα. [< αγγλ. dirty bomb, 1955] , (βόμβα) ναπάλμ βλ. ναπάλμ, ατομική βόμβα βλ. ατομικός, βόμβα (πολλών) μεγατόνων βλ. μεγάτονος, βόμβα κοβαλτίου βλ. κοβάλτιο, βόμβα νετρονίου βλ. νετρόνιο, βόμβα υδρογόνου βλ. υδρογόνο, βραδυφλεγής βόμβα βλ. βραδυφλεγής, μετεωρολογική βόμβα βλ. μετεωρολογικός, πυρηνική βόμβα βλ. πυρηνικός [< ιταλ. bomba (ηχομιμητ.), αγγλ. bomb] | |
| 9471 | βομβάρδα | βλ. μπομπάρδα | |
| 9472 | βομβαρδίζω | βομ-βαρ-δί-ζω ρ. (μτβ.) {βομβάρδι-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, βομβαρδίζ-οντας, -όμενος, βομβαρδι-σμένος} 1. ΣΤΡΑΤ. επιτίθεμαι κατά στόχου με χρήση βομβών ή άλλων βλημάτων: Το πυροβολικό και τα άρματα μάχης ~σαν την πόλη. ~στηκε φάλαγγα από εχθρικά αεροσκάφη. Περιοχές αμάχων έχουν ανηλεώς ~στεί. ~σμένο: τοπίο. Πβ. βάλλω.|| (μτφ.) Γήπεδο ~σμένο με δακρυγόνα/χημικά. 2. (μτφ.) ασκώ ασφυκτική πίεση σε κάποιον, συνήθ. προβάλλοντας κάτι κατ' επανάληψη: Τον ~σαν με ερωτήσεις/προτάσεις/τηλεφωνήματα. Ο χρήστης του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ~εται από/με σπαμ. Πβ. κατακλύζω, πολιορκώ, σφυροκοπώ. 3. ΦΥΣ. ΠΥΡ. κατευθύνω ραδιενεργά ιόντα ή υψηλής ενέργειας σωματίδια προς ορισμένο στόχο: Όταν ο πυρήνας ενός ατόμου ουρανίου ~εται από ένα νετρόνιο, προκαλείται σχάση.|| (ΙΑΤΡ.) Όγκος που ~στηκε με ακτίνες. [< γαλλ. bombarder] | |
| 9473 | βομβαρδισμός | βομ-βαρ-δι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΣΤΡΑΤ. επίθεση κατά στόχου με βόμβες ή άλλα βλήματα: ανελέητος/στρατηγικός/σφοδρός ~. ~ αμάχων/κατοικημένων περιοχών. Θύματα ~ού. Αεροπορικοί ~οί. Πβ. σφυροκόπημα. 2. (μτφ.) συνεχής, επίμονη, πιεστική προβολή αρνητικών συνήθ. στοιχείων: ~ διαφημίσεων/ερωτήσεων/μηνυμάτων. ~ από/με πληροφορίες. ΣΥΝ. βροχή (2), καταιγισμός (1) 3. ΦΥΣ. ΠΥΡ. εκτόξευση στοιχειωδών σωματιδίων προς συγκεκριμένο στόχο. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. bombardement] | |
| 9474 | βομβαρδιστής | βομ-βαρ-δι-στής ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. (παλαιότ.) αυτός που βομβαρδίζει. [< γαλλ. bombardier] | |
| 9475 | βομβαρδιστικό | βομ-βαρ-δι-στι-κό ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. πολεμικό αεροσκάφος ειδικά σχεδιασμένο για μεταφορά και ρίψη βομβών ή πυραύλων: βαριά/στρατηγικά ~ά. Καταδιωκτικό-~. [< γαλλ. bombardier, 1933] | |
| 9476 | βομβαρδιστικός | , ή, ό βομ-βαρ-δι-στι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με τον βομβαρδισμό: ~ή: επίθεση. ~ό: αεροσκάφος.|| (σπάν.-μτφ.) ~ές: ερωτήσεις. | |
| 9477 | βομβητής | βομ-βη-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρομαγνητική συσκευή ηχητικής ειδοποίησης: ασύρματος/ηλεκτρονικός/προειδοποιητικός ~. ~ υπενθύμισης. ΣΥΝ. μπίπερ [< πβ. μτγν. βομβητής ‘μελίσσι που βουίζει’, αγγλ. buzzer] | |
| 9478 | βομβίδα | βομ-βί-δα ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. βόμβα μικρού μεγέθους: ~ες κρότου-λάμψης. Εκτοξευτές ~ων. Βλ. οπλο~, χειρο~. [< γαλλ. grenade] | |
| 9479 | βομβιστής | βομ-βι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. βομβίστρια}: πρόσωπο που τοποθετεί εκρηκτικούς μηχανισμούς. | |
| 9480 | βομβιστικός | , ή, ό βομ-βι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον βομβιστή και γενικότ. την τοποθέτηση βόμβας: ~ός: μηχανισμός. ~ή: απόπειρα/ενέργεια/επίθεση. ~ό: χτύπημα. Βλ. -ιστικός1. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ