| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 9481 | βόμβος | βόμ-βος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): βούισμα, βουητό. [< αρχ. βόμβος (ηχομιμητ.)] | |
| 9482 | βομβύκιο | βομ-βύ-κι-ο ουσ. (ουδ.) (απαρχαιωμ.): ΖΩΟΛ. κουκούλι. [< αρχ. βομβύκιον] | |
| 9483 | βοναπαρτισμός | βο-να-παρ-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. απολυταρχικό σύστημα διακυβέρνησης ενός κράτους από στρατιωτικό συνήθ. ηγέτη που χαίρει λαϊκής υποστήριξης και κατ' επέκτ. κάθε αυταρχική άσκηση εξουσίας: καισαρισμός και ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. bonapartisme] | |
| 9484 | βοντβίλ | βοντ-βίλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΘΕΑΤΡ. ανάλαφρη κωμωδία με κύριο χαρακτηριστικό τις ανατροπές της πλοκής, τις παρεξηγήσεις καθώς και τις σκαμπρόζικες καταστάσεις· (παλαιότ.) είδος που συνδύαζε τραγούδι και χορό. Βλ. μπουλβάρ, μπουρλέσκ. [< γαλλ. vaudeville] | |
| 9485 | βοοειδή | [βοοειδῆ] βο-ο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. βοοειδές}: ΖΩΟΛ. ομάδα μεγαλόσωμων τετράποδων μηρυκαστικών (επιστ. ονομασ. Bovidae) που έχουν κέρατα (βόδια, βουβάλια, αντιλόπες, βίσονες): ~ γαλακτοπαραγωγής/κρεατοπαραγωγής. Βλ. αιγο-, προβατο-ειδή. [< μτγν. βοοειδής ‘που μοιάζει με βόδι’, γαλλ. bovidés] | |
| 9486 | βοοτροφία | βο-ο-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΖΩΟΤ. εκτροφή βοοειδών. Βλ. -τροφία. [< μεσν. βοοτροφία] | |
| 9487 | βοοτροφικός | , ή, ό βο-ο-τρο-φι-κός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με τη βοοτροφία. | |
| 9488 | βορά | βο-ρά ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) όποιος ή ό,τι γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης: πολίτες ~ (= θύματα) των κερδοσκόπων. Η ιδιωτική του ζωή έγινε ~ των τηλεοπτικών μέσων. Περιοχή που δόθηκε ~ στα επιχειρηματικά συμφέροντα. Πβ. έρμαιο. 2. καθετί που μπορεί να αποτελέσει τροφή για σαρκοφάγα ζώα: ~ στα άγρια θηρία/αρπακτικά. Πβ. θήραμα, κυνήγι, λεία. [< 2: αρχ. βορά] | |
| 9489 | βόρακας | βό-ρα-κας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) βόραξ: ΧΗΜ. λευκό κρυσταλλικό ένυδρο άλας βορίου και νατρίου, (βορικό νάτριο, σύμβ. Na2B4O7), που χρησιμοποιείται ως συντηρητικό, υλικό καθαρισμού, μαλακτικό νερού. Βλ. βορικό οξύ. [< γαλλ. borax] | |
| 9490 | βόρβορος | βόρ-βο-ρος ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) το έσχατο σημείο μιας κατάστασης που χαρακτηρίζεται από ηθική κατάπτωση, διαφθορά: βουτηγμένος και πνιγμένος στον ~ο της ακολασίας. Έπεσε/κυλίστηκε στον ~ο των ναρκωτικών. Πβ. οχετός, σαπίλα. 2. δύσοσμη λάσπη, βούρκος και γενικότ. βρομιά: Η πόλη έχει βυθιστεί στον ~ο των σκουπιδιών. Πβ. λασπουριά. [< 1: μτγν. βόρβορος 2: αρχ. ~] | |
| 9491 | βορβορυγμός | βορ-βο-ρυγ-μός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. εντερικό γουργουρητό που οφείλεται σε αέρια και σχετίζεται με τη χώνεψη. Βλ. δυσπεψία, μετεωρ-, τυμπαν-ισμός. [< αρχ. βορβορυγμός, γαλλ. borborygme, αγγλ. borborygm(us)] | |
| 9492 | βορβορώδης | , ης, ες βορ-βο-ρώ-δης επίθ. {βορβορώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) 1. (μτφ.) ανήθικος, ακόλαστος, διεφθαρμένος, φαύλος. 2. που καλύπτεται από βόρβορο, λασπώδης. Βλ. -ώδης. [< 1: μτγν. βορβορώδης 2: αρχ. ~] | |
| 9493 | βορειοανατολικός | , ή, ό βο-ρει-ο-α-να-το-λι-κός επίθ. (συντομ. ΒΑ): που βρίσκεται στο σημείο του ορίζοντα μεταξύ Βορρά και Ανατολής ή ή έχει προσανατολισμό προς αυτό ή προέρχεται από αυτό: ~ά: σύνορα. (ως ουσ.) Στα ~ά της χώρας (: το αντίστοιχο τμήμα γεωγραφικής περιοχής).|| ~ό: δωμάτιο.|| ~ός: άνεμος (= γρέγος, μέσης). ~ό: ρεύμα αέρος. Βλ. βορειοδυτ-, νοτιοανατολ-ικός. ● επίρρ.: βορειοανατολικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. nord-est] | |
| 9494 | βορειοατλαντικός | , ή, ό βο-ρει-ο-ατ-λα-ντι-κός επίθ.: κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: Βορειοατλαντική/Ατλαντική Συμμαχία: διεθνής οργανισμός που συστάθηκε με την υπογραφή του Βορειοατλαντικού Συμφώνου το 1949, με σκοπό τη συνεργασία σε θέματα άμυνας και τη διαφύλαξη της συλλογικής ασφάλειας των χωρών-μελών του, το ΝΑΤΟ. [< αγγλ. North Atlantic Treaty Organization] , Βορειοατλαντικό/Ατλαντικό Συμβούλιο: που αποτελείται από μόνιμους αντιπροσώπους των χωρών μελών του ΝΑΤΟ και συγκαλείται για τη λήψη πολιτικών και στρατιωτικών αποφάσεων. | |
| 9495 | βορειοαφρικανικός | , ή, ό βο-ρει-ο-α-φρι-κα-νι-κός επίθ. & (προφ.) βορειοαφρικάνικος, η, ο: που σχετίζεται με τη Βόρεια Αφρική ή/και τους Βορειοαφρικανούς. Βλ. νοτιοαφρικανικός. [< αγγλ. North African] | |
| 9496 | βορειοδυτικός | , ή, ό βο-ρει-ο-δυ-τι-κός επίθ. (συντομ. ΒΔ): που βρίσκεται στο σημείο του ορίζοντα μεταξύ Βορρά και Δύσης ή έχει προσανατολισμό προς αυτό ή προέρχεται από αυτό: ~ή: ακτή (του νησιού)/είσοδος/κατεύθυνση. (ως ουσ.) Στα ~ά (: το αντίστοιχο τμήμα γεωγραφικής περιοχής).|| ~ός: άνεμος (= μαΐστρος). Βλ. βορειοανατολικός, νοτιοδυτικός. ● επίρρ.: βορειοδυτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. nord-ouest] | |
| 9497 | βορειοελλαδικός | , ή, ό βο-ρει-ο-ελ-λα-δι-κός επίθ. & (προφ.) βορειοελλαδίτικος, η, ο: που αναφέρεται στη Βόρεια Ελλάδα. | |
| 9498 | Βορειοελλαδίτης, Βορειοελλαδίτισσα | Βο-ρει-ο-ελ-λα-δί-της ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Βόρεια Ελλάδα. | |
| 9499 | βορειοευρωπαϊκός | , ή, ό βο-ρει-ο-ευ-ρω-πα-ϊ-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Βόρεια Ευρώπη ή/και τους Βορειοευρωπαίους. Βλ. νοτιοευρωπαϊκός. | |
| 9500 | Βορειοευρωπαίος, Βορειοευρωπαία | [Βορειοευρωπαῖος] Βο-ρει-ο-ευ-ρω-παί-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί, κατοικεί σε ή κατάγεται από χώρα της Βόρειας Ευρώπης. Βλ. Νοτιοευρωπαίος. [< αγγλ. Northern European] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ