Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [1020-1040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30αβαντάρω[ἀβαντάρω] α-βα-ντά-ρω ρ. (μτβ.) {αβάνταρ-α κ. -ισα} (προφ.): ευνοώ, υποστηρίζω, προωθώ: ~ει τις αποφάσεις/τις επιλογές/τα σχέδια του συνεργάτη του. Οι θέσεις του ~άρουν το κόμμα/την κυβέρνηση. Ο πρόεδρος ~ε ανοιχτά/απροκάλυπτα/συστηματικά τους δικούς του σε βάρος των υπολοίπων. Η διαιτησία ~ισε τους γηπεδούχους. Πβ. πριμοδοτώ. [< ιταλ. avantare]
31αβάντζο[ἀβάντζο] α-βά-ντζο ουσ. (ουδ.) & αβάντσο (λαϊκό): πλεονέκτημα: Έχει το ~. Δίνω ~. Ξεκίνησε τον αγώνα με ένα γκολ ~. Πβ. αβάντα. [< μεσν. αβάντζον < ιταλ. avanzo]
32αβάντι[ἀβάντι] α-βά-ντι επίρρ. (προφ.): εμπρός, ας αρχίσουμε, πάμε: Αν πάρουμε τη νίκη, μετά ~ για τον τελικό! ● ΦΡ.: αβάντι μαέστρο! & πάμε μαέστρο! (προφ.): προτροπή για να ξεκινήσει να παίζει η ορχήστρα ή κατ' επέκτ. για να αρχίσει κάτι. [< ιταλ. avanti maestro] [< ιταλ. avanti]
33αβάπτιστοςβλ. αβάφτιστος
34αβαρής, ής, ές [ἀβαρής] α-βα-ρής επίθ. {αβαρ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (επιστ.) 1. με ελάχιστο ή σχεδόν καθόλου βάρος: ~ής: ράβδος. ~ές: βέλος/ελατήριο/νήμα. ~ή: στοιχεία. Βλ. ελαφρύς. ΑΝΤ. βαρύς (1) 2. (σπάν.-μτφ.) που δεν έχει βαρύτητα, κύρος, σπουδαιότητα: ~είς: απόψεις. [< αρχ. ἀβαρής]
35αβαρία[ἀβαρία] α-βα-ρί-α ουσ. (θηλ.) {αβαριών} 1. ΝΑΥΤ. φθορά, ζημιά πλοίου ή του φορτίου του κατά τη διάρκεια ταξιδιού (συνήθ. λόγω τρικυμίας ή ατυχήματος) και ειδικότ. η αναγκαστική ρίψη φορτίου στη θάλασσα: γενική/κοινή/μερική/ολική ~. Έξοδα/ρήτρα ~ας. Το σκάφος υπέστη σοβαρές ~ες.|| Μέτρα προστασίας των επιβατών σε περίπτωση ~ας. 2. (γενικότ.) ζημιά, απώλεια, βλάβη: οικονομική/τεχνική ~. ~ εμπορευμάτων. Προϊόντα που έχουν υποστεί ~. Αποζημιώσεις από ~ες. Η εταιρεία μέτρησε ~ες και οφέλη. 3. (συνηθέστ. στον πληθ.) υποχώρηση, συμβιβασμός σε ζητήματα κυρ. οικονομικά, κοινωνικά, ιδεολογικά: ~ σε αρχές/ιδανικά. Κάνε και συ μια ~. [< ιταλ. avaria]
36αβάς[ἀβᾶς] α-βάς ουσ. (αρσ.) {αβ-άδες, αβ-άδων} ΕΚΚΛΗΣ. 1. ηγούμενος ρωμαιοκαθολικού μοναστηριού και γενικότ. ιερέας της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. 2. επίσκοπος της κοπτικής, της αιθιοπικής και της συριακής Εκκλησίας. [< μτγν. ἀββᾶς]
37αβασάνιστος, η, ο [ἀβασάνιστος] α-βα-σά-νι-στος επίθ. 1. (μτφ.) που γίνεται χωρίς κόπο, προσοχή, κρίση, φροντίδα ή μελέτη: ~ος: λόγος (πβ. άκριτος)/προγραμματισμός/χαρακτηρισμός. ~η: αποδοχή/απόρριψη/γνώμη/επιλογή/κριτική/προσέγγιση (πβ. επι-δερμική, -φανειακή). ~ο: πόρισμα/συμπέρασμα. Βιαστική και ~η λύση. Προϊόν επιπόλαιης και ~ης σκέψης. Εύκολο και ~ο (: χωρίς κόπο) κέρδος. Πρόχειροι και ~οι ισχυρισμοί. ΣΥΝ. απαίδευτος (2) 2. (σπάν.) που δεν έχει υποστεί βασανιστήρια, βάσανα και γενικότ. ταλαιπωρίες. ΑΝΤ. βασανισμένος. ● επίρρ.: αβασάνιστα [< 1: αρχ. ἀβασάνιστος 2: μτγν.]
38αβασίλευτος, η, ο [ἀβασίλευτος] α-βα-σί-λευ-τος επίθ. 1. (για πολίτευμα) στο οποίο η πολιτική εξουσία δεν ασκείται από βασιλιά, δεν είναι μοναρχικού τύπου. 2. (σπάν.-λαϊκό) που δεν έχει δύσει ή δεν δύει: ~ος: ήλιος. ~ο: αστέρι/φεγγάρι.|| (κατ' επέκτ.) ~ο: φως. 3. (μτφ.-σπάν.) σταθερός, αμετάβλητος: ~η: δόξα (πβ. αιώνια). ● ΣΥΜΠΛ.: αβασίλευτη δημοκρατία βλ. δημοκρατία [< 1: αρχ. ἀβασίλευτος]
39αβάσιμος, η, ο [ἀβάσιμος] α-βά-σι-μος επίθ. (λόγ.): που δεν στηρίζεται σε αντικειμενικώς εξακριβώσιμα στοιχεία: ~ος: ισχυρισμός/φόβος (ΣΥΝ. αστήρικτος, ανυπόστατος). ~η: αισιοδοξία/αξίωση/κατηγορία. ~ο: επιχείρημα/συμπέρασμα (ΣΥΝ. ατεκμηρίωτο, ΑΝΤ. τεκμηριωμένο). ~ες: υποψίες/φήμες. ~α: δημοσιεύματα. Νομικώς/παντελώς/πλήρως ~η άποψη. ΑΝΤ. βάσιμος ● Ουσ.: αβάσιμο (το): το να μην στηρίζεται κάτι σε πραγματικά γεγονότα: το ~ της απόφασης/των καταγγελιών. ΣΥΝ. αβασιμότητα ΑΝΤ. βάσιμο ● επίρρ.: αβάσιμα [< γερμ. unbegründet]
40αβασιμότητα[ἀβασιμότητα] α-βα-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του αβάσιμου, έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων: ~ απόψεων/της υπόθεσης. Εξακρίβωση της ~ας των πληροφοριών. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. αβάσιμο ΑΝΤ. βασιμότητα
41αβασκαίνωβλ. βασκαίνω
42αβασκανίαβλ. βασκανία
43αβάσταχτος, η, ο [ἀβάσταχτος] α-βά-στα-χτος επίθ. & αβάστακτος & (λαϊκό) αβάσταγος 1. που δεν μπορεί κάποιος να τον σηκώσει ή κατ' επέκτ. να τον αντέξει, να τον υπομείνει: ~ο: βάρος/φορτίο (ΣΥΝ. ασήκωτο).|| (μτφ.) ~ος: αποχωρισμός/ο ζυγός της δουλείας/καημός/πόνος (= ανυπόφορος, αφόρητος, δυσβάσταχτος). ~η: αδικία/ακρίβεια/αλήθεια/δυστυχία/ζέστη/ζωή/θλίψη/καθημερινότητα/λύπη/μελαγχολία/μοναξιά. ~ο: μαρτύριο/τίμημα (= βαρύ). ~οι: φόροι (= επαχθείς). ~ες: υποχρεώσεις. ~α: προβλήματα/χρέη. Σε ~ο βαθμό. Είναι ~ο να είσαι μακριά μου. 2. (μτφ.) για κάτι που δεν μπορεί κανείς να το συγκρατήσει, να το ελέγξει: ~ος: έρωτας (πβ. παράφορος). ~η: οργή. ~ο: μίσος/πάθος. ~α: γέλια. Πβ. ασυγκράτητος. ● επίρρ.: αβάσταχτα & αβάστακτα [< μτγν. ἀβάστακτος]
44άβαταρ[ἄβαταρ] ά-βα-ταρ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΠΛΗΡΟΦ. σκίτσο ή εικόνα την οποία επιλέγει ένας χρήστης του διαδικτύου σαν είδος ταυτότητας, εκτός από το ψευδώνυμο που χρησιμοποιεί, συνήθ. σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης και διαδικτυακά παιχνίδια. [< αγγλ. avatar, 1986 < σανσκριτικό avatāra ‘κάθοδος’ (από τον ουρανό μιας θεότητας σε ανθρώπινη μορφή)]
45άβατο[ἄβατο] ά-βα-το ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) καθετί στο οποίο κάποιος δεν έχει ελεύθερη πρόσβαση: Στα ~α ενός μυστήριου κόσμου. 2. ΕΚΚΛΗΣ. τμήμα του ναού ή ιερός χώρος όπου απαγορεύεται η είσοδος σε γυναίκες και γενικότ. σε αμύητους: ~ του ιερού. Παραβίαση του ~ου. Πβ. άδυτο. ΣΥΝ. Ιερό/Άγιο Βήμα ● ΣΥΜΠΛ.: το άβατο(ν) του Αγίου Όρους: θεσμός που δεν επιτρέπει την είσοδο των γυναικών στο Άγιο(ν) Όρος. [< ουσιαστικοπ. ουδ. του αρχ. επιθ. ἄβατος]
46άβατος, η, ο [ἄβατος] ά-βα-τος επίθ.: που δεν μπορεί ή δεν επιτρέπεται να τον διαβεί κάποιος, να τον προσπελάσει: ~ος: δρόμος (ΣΥΝ. αδιάβατος, ΑΝΤ. βατός, προσπελάσιμος). ~η: παραλία/περιοχή. ~ες: κορφές (πβ. απάτητες). ~α: (παρθένα) δάση/μονοπάτια. Έρημο και ~ο τοπίο (πβ. απροσπέλαστο). Οι ~ες και απόκρημνες πλευρές του νησιού.|| ~η: Μονή. Xώρος ιερός, ~ και απαραβίαστος.|| (μτφ.) ~ες για πολλούς υποψηφίους οι πύλες των πανεπιστημίων. [< αρχ. ἄβατος]
47άβαφος & άβαφτος, η, ο [ἄβαφος] ά-βα-φος επίθ. 1. που δεν έχει βαφτεί, χρωματιστεί: ~ος: τοίχος. ~η: επιφάνεια/πόρτα. ~ο: δέρµα/ξύλο/σπίτι/ύφασμα. ~α: κάγκελα/μαλλιά. Πβ. αμπογιάτιστος, αχρωμάτιστος. ΑΝΤ. βαμμένος. 2. αμακιγιάριστος: ~ο: πρόσωπο. ~η, αχτένιστη και απεριποίητη. Πβ. αφτιασίδωτος. ΑΝΤ. μακιγιαρισμένος, φτιασιδωμένος. 3. (στη μεταλλουργία) για μέταλλο που δεν έχει ψυχθεί απότομα μετά την πυράκτωσή του, για να γίνει πιο ανθεκτικό. [< μεσν. άβαφος]
48αβάφτιστος & αβάπτιστος, η, ο [ἀβάφτιστος] α-βά-φτι-στος επίθ.: που δεν έχει βαφτιστεί, αποκτήσει όνομα: ~ο: μωρό (ΑΝΤ. βαφτισμένο). Το παιδί έμεινε ~ο. Άθεοι/αλλόθρησκοι/άπιστοι και ~οι (: μη βαφτισμένοι χριστιανοί). || ~ος: πλανήτης. ~η: βουνοκορφή. ~ο: πλοίο. [< μτγν. ἀβάπτιστος]
29245αβαφτο

μαλ-λί ουσ. (ουδ.) {μαλλ-ιού} 1. {συνήθ. στον πληθ.} το σύνολο των τριχών που καλύπτουν το πάνω και πίσω μέρος του ανθρώπινου κεφαλιού: άσπρα/γκρίζα/καστανά/κόκκινα/μαύρα/ξανθά ~ιά. Αραιά/γερά/δεμένα/ίσια/κατσαρά/κοντά/λαμπερά/λυτά/μακριά/ξηρά/πλούσια/πυκνά/σγουρά/σπαστά/ταλαιπωρημένα/υγιή/φουντωτά ~ιά. Άβαφα/άλουστα/απεριποίητα/βρεγμένα/λουσμένα ~ιά. ~ιά με ανταύγειες/μπούκλες/όγκο. Σαμπουάν για αδύναμα/ευαίσθητα/κανονικά/λεπτά/λιπαρά ~ιά. Κοκαλάκι/λακ/λοσιόν/σεσουάρ για τα ~ιά. Αξεσουάρ/απώλεια/βαφές/βούρτσα/ζελέ/θεραπεία/ισιωτική/κόψιμο/κρέμα/μαλακτικό/μεταμόσχευση/περιποίηση/πιστολάκι/προσθετική/σπρέι/στέγνωμα/τούφα/τύπος/χρώμα ~ιών. Έφτιαξα/χτένισα το ~/τα ~ιά μου. Έπιασε τα ~ιά της με τσιμπιδάκι. 2. {συνήθ. στον εν.} τρίχωμα ζώων, που συχνά αποτελεί αντικείμενο επεξεργασίας: αγνό/ακατέργαστο/απαλό/παρθένο/πρόβειο/συνθετικό/φυσικό ~. Ρούχα/υφάσματα από ~ (= μάλλινα). Γνέσιμο/επεξεργασία/παραγωγή/ποιότητα ~ιού. || Ορυκτό ~ (= πετροβάμβακας). ● Υποκ.: μαλλάκι (το) {συνήθ. στον πληθ.} ● ΣΥΜΠΛ.: μαλλί της γριάς: ΖΑΧΑΡ. είδος γλυκίσματος, κυρ. για παιδιά, από νήματα λιωμένης ζάχαρης που τυλίγονται γύρω από ένα ξυλάκι., μαλλιά αγγέλου: είδος φιδέ. [< αγγλ. angel-hair pasta, 1981] , στεγνωτήρας μαλλιών βλ. στεγνωτήρας ● ΦΡ.: μαλλιά κουβάρια (προφ.): για έντονη αντιπαράθεση ή σύγχυση: Έγιναν ~ ~ (= μύλος) λόγω οικονομικών διαφορών.|| Τα 'χω κάνει ~ ~ (= μαντάρα) στο μυαλό μου. ΣΥΝ. άνω-κάτω (2), κουλουβάχατα, μαλλιοκούβαρα, πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος (παροιμ.): προσπάθησε να κερδίσει κάτι και τελικά ζημιώθηκε., πιάνομαι μαλλί με μαλλί {συνήθ. στο γ' πρόσ.} (προφ.): μαλλιοτραβιέμαι., πόσο πάει το μαλλί; (μτφ.-ειρων.): πόσο κάνει/κοστίζει;, σαν της τρελής τα μαλλιά (σπάν.-προφ.): για χώρο όπου επικρατεί ακαταστασία: Το δωμάτιό του ήταν ~ ~. ΣΥΝ. άνω-κάτω (1), τα μαλλιά της κεφαλής μου/σου/του (προφ.): τα μαλλιοκέφαλά μου., αρπάζω την ευκαιρία (από τα μαλλιά) βλ. ευκαιρία, αφήνω μούσι/μουστάκι/γένια/μαλλιά βλ. αφήνω, κλάνω μαλλί/μέντες/πατάτες βλ. κλάνω, ο πνιγμένος απ' τα μαλλιά (του) πιάνεται βλ. πνίγω, τραβάω τα μαλλιά μου βλ. τραβώ, τραβηγμένος από τα μαλλιά βλ. τραβηγμένος [< μεσν. μαλλίν < μτγν. μαλλίον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.