Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [10380-10400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9501Βορειοηπειρώτης, ΒορειοηπειρώτισσαΒο-ρει-ο-η-πει-ρώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που κατοικεί στη Βόρεια Ήπειρο ή κατάγεται από αυτή.
9502βορειοηπειρωτικός, ή, ό βο-ρει-ο-η-πει-ρω-τι-κός επίθ. & (προφ.) βορειοηπειρώτικος: που σχετίζεται με τη Βόρεια Ήπειρο ή/και τους Βορειοηπειρώτες.
9503βόρειος, α/ος, ο βό-ρει-ος επίθ. {-ου (λόγ.) -είου· βορειότ-ερος, -ατος} (συντομ. Β.): που βρίσκεται ή έχει διεύθυνση προς τον Βορρά ή προέρχεται από αυτόν: ~ος: Πόλος (= αρκτικός). ~α: Αμερική/Ελλάδα/Ευρώπη. ~ο: ημισφαίριο. ~α: μέρη/σύνορα. Οι ~οι λαοί (: που κατοικούν στις αντίστοιχες χώρες). Στο ~ότερο/~ότατο άκρο. Βλ. υπερ~.|| ~α: πρόσοψη. ~ο: δωμάτιο (= βορινό).|| ~ος: άνεμος (= βοριάς).|| (ειδικότ., που αναφέρεται στους ανθρώπους που ζουν στον Βορρά) ~α: ιδιοσυγκρασία/συμπεριφορά (= σοβαρή, ψυχρή). ~α: χαρακτηριστικά. Βλ. νότιος. ● Ουσ.: βόρεια (τα): το βόρειο τμήμα τόπου: στα ~ του νομού., Βόρειος (ο), Βόρεια (η) {συνήθ. στον πληθ.}: πρόσωπο που έχει γεννηθεί ή/και κατοικεί σε χώρα του Βορρά ή στο βόρειο τμήμα γεωγραφικής περιοχής. ● επίρρ.: βόρεια & (λόγ.) βορείως: στον Βορρά ή προς την κατεύθυνσή του: Ταξιδέψαμε ~. ~ως της πόλης. ● ΣΥΜΠΛ.: Βόρειο Σέλας (κ. με πεζά β, σ): ΑΣΤΡΟΝ. φωτεινό φαινόμενο το οποίο παρατηρείται κατά τη διάρκεια της νύχτας στις περιοχές του Βόρειου Πόλου. [< γαλλ. Aurore Boréale] , αρκτικός κύκλος βλ. αρκτικός1, Βόρειος Σταυρός βλ. σταυρός, Βόρειος/Νότιος Δεσμός της Σελήνης βλ. σελήνη [< αρχ. βόρειος, γαλλ. nord, boréal, αγγλ. north]
9504βοριάςβο-ριάς ουσ. (αρσ.) {βορ-ιάδες} 1. ψυχρός άνεμος που πνέει από τον Βορρά: δυνατός/παγωμένος ~. Ασθενείς/θυελλώδεις/ισχυροί ~ιάδες. Ο ~ λυσσομανούσε. Φύσηξε ~. ~ιάδες (εντάσεως) έξι μποφόρ. Πβ. τραμουντάνα. ΑΝΤ. νοτιάς (1) 2. (προφ.) βορράς: Παράθυρο/πόρτα προς το(ν) ~ιά (ΑΝΤ. νότο). ● Υποκ.: βοριαδάκι (το): στη σημ. 1. [< μεσν. βοριάς]
9505βορικός, ή, ό βο-ρι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει βόριο: ~ό: νάτριο (= βόρακας). ~ά: άλατα. ● ΣΥΜΠΛ.: βορικό οξύ: λευκή ή άχρωμη κρυσταλλική ουσία (σύμβ. H3BO3) με αντισηπτικές ιδιότητες. [< γαλλ. borique]
9506βορινός, ή, ό βο-ρι-νός επίθ.: που είναι στραμμένος, βλέπει προς τον Βορρά, βόρειος: ~ός: τοίχος. ~ό: παράθυρο. Το δωμάτιο είναι ~ό.|| ~ό: άκρο (νησιού). [< μτγν. βορ(ε)ινός - παλαιότ. ορθογρ. βορεινός]
9507βόριοβό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. αμέταλλο στοιχείο (σύμβ. Β, Ζ 5), στερεό, που λαμβάνεται από ορυκτά άλατα του βορικού οξέος: κρυσταλλικό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ομάδα του βορίου: η τρίτη ομάδα του Περιοδικού Συστήματος στην οποία περιλαμβάνονται τα στοιχεία βόριο, αργίλιο, γάλλιο, ίνδιο και θάλλιο. [< γαλλ. bore]
9508βορράς[βορρᾶς] βορ-ράς ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Β, συντομ. Β.) 1. σημείο του ορίζοντα που βρίσκεται στην κατεύθυνση του Βόρειου Πόλου: αληθής/γεωγραφικός/μαγνητικός (: η ένδειξη της βελόνας της πυξίδας) ~. Οδικός άξονας ~ά-Νότου. (Προς τα) πού βρίσκεται/είναι/πέφτει ο ~; Βλ. απόκλιση, ισημερ-, μεσημβρ-ινός, προσανατολισμός.|| Εισβολή από/(λόγ.) εκ ~ά. Κατευθύνομαι/στρέφω το βλέμμα μου στον ~ά. Το παράθυρο βλέπει/κοιτάζει προς τον ~ά. To πλοίο κινείται προς ~ά (= βόρεια). 2. το βόρειο τμήμα της υδρογείου, μιας ηπείρου, χώρας ή γενικότ. τόπου: στον αρκτικό ~ά. Ο αμερικανικός/ιταλικός ~. Οι λαοί του ~ά. Ο βιομηχανικός ~. 3. ΜΕΤΕΩΡ. βοριάς, τραμουντάνα. Βλ. μεσο~. [< αρχ. βορρᾶς]
9509βοσκάωβλ. βόσκω
9510βοσκήβο-σκή ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια του βόσκω, βόσκηση: ανεξέλεγκτη/εκτατική/οικολογική/παράνομη ~. ~ κοπαδιών. Βγάζω/οδηγώ/πάω τα πρόβατα για ~. 2. χορτάρι κατάλληλο για τροφή ζώων: περιοχή με περιορισμένη ~. Πβ. νομή, χόρτο. 3. βοσκότοπος: πεδινές ~ές (πβ. χειμαδιό). ● ΣΥΜΠΛ.: ελευθέρας/ελεύθερης βοσκής: για ζώα φάρμας στα οποία επιτρέπεται να περιφέρονται και να τρέφονται υπό φυσικές συνθήκες, χωρίς να είναι κλεισμένα σε κλουβιά: κότα ~ ~ (πβ. αλανιάρα). Πουλερικά ~ ~ και βιολογικής εκτροφής.|| (συνεκδ.) Αβγά/κρέατα ~ ~ (: που προέρχονται από τέτοιου είδους ζώα). [< αρχ. βοσκή, γαλλ. εμπορ. ονομασ. écopâturage, 2002]
9511βόσκημαβό-σκη-μα ουσ. (ουδ.) 1. βόσκηση. 2. (συνεκδ.-σπάν.) βοσκότοπος. Πβ. νομή.βοσκήματα (τα): εκτρεφόμενα ζώα. Πβ. ζωντανό. [< αρχ. βόσκημα]
9512βόσκησηβό-σκη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): (για φυτοφάγα ζώα) αναζήτηση και κατανάλωση τροφής, βοσκή: ελεγχόμενη/ελεύθερη/εντατική ~. ~ προβάτων και γιδιών. Εκτάσεις ~ης. Πυκνότητα ~ης (= βοσκοφόρτωση). Βλ. υπερ~. [< μτγν. βόσκησις]
9513βοσκοϊκανότηταβο-σκο-ϊ-κα-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ικανότητα ενός βοσκότοπου να εξασφαλίζει επαρκή τροφή σε ορισμένο αριθμό ζώων για δεδομένο χρονικό διάστημα, χωρίς να βλάπτεται η παραγωγική του ικανότητα. Βλ. λιβαδοπονία.
9514βοσκοπούλαβο-σκο-πού-λα ουσ. (θηλ.): κοπέλα που βόσκει ζώα ή κόρη βοσκού. Βλ. βλαχοπούλα, -οπούλα. ΣΥΝ. τσοπανοπούλα [< μεσν. βοσκοπούλα]
9515βοσκόπουλοβο-σκό-που-λο ουσ. (ουδ.): νεαρός βοσκός ή γιος βοσκού. Βλ. βλαχόπουλο, -όπουλο. ΣΥΝ. τσοπανόπουλο ● βοσκόπουλα (τα): νεαρής ηλικίας βοσκοί, ανεξαρτήτως φύλου.
9516βοσκόςβο-σκός ουσ. (αρσ.): αυτός που βόσκει ζώα, συνήθ. αιγοπρόβατα. Πβ. αγελαδάρης, γιδο~, μπιστικός. ΣΥΝ. βουκόλος, ποιμένας (1) [< μτγν. βοσκός]
9517βοσκότοποςβο-σκό-το-πος ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) βοσκοτόπι (το): έκταση με βλάστηση, κατάλληλη για βόσκηση: ορεινοί/φυσικοί ~οι (= βοσκές). Πβ. λιβάδι, νομή. Βλ. -τόπος.
9518βοσκοφόρτωσηβο-σκο-φόρ-τω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): αριθμός ζώων σε έναν βοσκότοπο σε μια χρονική περίοδο, πυκνότητα βόσκησης. Βλ. βοσκοϊκανότητα, υπερβόσκηση.
9519βόσκωβό-σκω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {βόσκ-ησε, -ήθηκε} & βοσκώ κ. -άω 1. οδηγώ οικόσιτα ζώα σε μέρος όπου θα βρουν τροφή και τα επιβλέπω: ~ει τα γίδια/κοπάδια/πρόβατα. Πβ. ποιμαίνω. 2. (μτφ.-προφ.) περιφέρομαι, γυρίζω εδώ κι εκεί: Ήθελα να 'ξερα πού ~ει! Πβ. τριγυρίζω.|| Ξύπνα, πού ~εις; (: είσαι αφηρημένος).βόσκει: (για φυτοφάγο ζώο) τρώει χορτάρι σε βοσκότοπο: Αμνοερίφια που ~ουν ελεύθερα/παράνομα. [< 1: αρχ. βόσκω]
9520βοσνιακός, ή, ό βοσ-νι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Βοσνία ή/και τους Βόσνιους. Βλ. κροατικός.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.