| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 9521 | Βόσνιος, Βόσνια | Βόσ-νι-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Βοσνία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει τη βοσνιακή υπηκοότητα. | |
| 9522 | βόστρυχος | βό-στρυ-χος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύχου} 1. {συνήθ. στον πληθ.} μπούκλα: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Οι (κυματοειδείς) ~οι του κούρου. 2. ΒΟΤ. κοτσάνι σταφυλιού. Πβ. τσάμπουρο. [< αρχ. βόστρυχος] | |
| 9523 | βότανα | βό-τα-να ουσ. (ουδ.) (τα) {βοτάνων | σπανιότ. στον εν. βότανο}: ΒΟΤ. φυτά που περιέχουν συστατικά, τα οποία δρουν θεραπευτικά ή θεωρούνταν ότι είχαν μαγικές ιδιότητες: αποξηραμένα/φρέσκα ~. Αρωματικά/τονωτικά/φαρμακευτικά ~ (βλ. θυμάρι, μέντα, φασκόμηλο, χαμομήλι). ~ κατά της αϋπνίας.|| (ΛΑΟΓΡ.) Το μαγικό ~ο της αθανασίας. Πβ. βοτάνι, ματζούνι. Βλ. αγριο-, μελισσο-, σταυρο-βότανο. [< μεσν. βότανο(ν)] | |
| 9524 | βοτάνι | βο-τά-νι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): βότανο. ● ΣΥΜΠΛ.: αθάνατο νερό/αθάνατο βοτάνι βλ. αθάνατος [< μεσν. βοτάνι(ο)ν] | |
| 9525 | βοτανίζω | βο-τα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {βοτάνισα} (λόγ.): ξεβοτανίζω, ξεχορταριάζω: ~ουν και σκαλίζουν τα χωράφια. [< μτγν. βοτανίζω] | |
| 9526 | βοτανική | βο-τα-νι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Β): ΒΟΤ. κλάδος της βιολογίας που ασχολείται με την επιστημονική μελέτη των φυτών· συνεκδ. το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα και βιβλίο: δασική/εφαρμοσμένη/φαρμακευτική ~. Βλ. γεω~, παλαιο~, μυκητολογία. ΣΥΝ. βοτανολογία, φυτοβιολογία, φυτολογία [< γαλλ. botanique, αγγλ. botany] | |
| 9527 | βοτανικός | , ή, ό βο-τα-νι-κός επίθ.: ΒΟΤ. που σχετίζεται με τη βοτανική ή γενικότ. με τα φυτά: ~ό: μουσείο. ΣΥΝ. βοτανο-, φυτο-λογικός. ● ΣΥΜΠΛ.: βοτανικός κήπος: δημόσιος ή ιδιωτικός χώρος που προορίζεται για την καλλιέργεια, την επιστημονική μελέτη και την έκθεση φυτών: ζωολογικοί και ~οί ~οι. [< μτγν. βοτανικός, αγγλ. botanical, γαλλ. botanique] | |
| 9528 | βοτάνισμα | βο-τά-νι-σμα ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ξερίζωμα βλαβερών φυτών και άγριων χόρτων από κήπους και καλλιεργημένα χωράφια: μηχανικό ~ (ΑΝΤ. ~ με το χέρι). Σκάλισμα, ~, άρδευση και λίπανση καλλιεργειών. ΣΥΝ. ξεβοτάνισμα, ξεχορτάριασμα | |
| 9529 | βοτανοθεραπεία | βο-τα-νο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.) & βοτανοθεραπευτική: θεραπευτική μέθοδος που βασίζεται στη χρήση βοτάνων. Βλ. -θεραπεία, εναλλακτική ιατρική. [< αγγλ. herbal medicine] | |
| 9530 | βοτανολογία | βο-τα-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): βοτανική. Βλ. -λογία. ΣΥΝ. φυτολογία [< μτγν. βοτανολογία 'ξεχορτάριασμα', γαλλ. botanologie, αγγλ. botanology] | |
| 9531 | βοτανολογικός | , ή, ό βο-τα-νο-λο-γι-κός επίθ.: ΒΟΤ. που σχετίζεται με τη βοτανολογία ή τον βοτανολόγο. ΣΥΝ. βοτανικός [< γαλλ. botanologique, αγγλ. botanological] | |
| 9532 | βοτανολόγιο | βο-τα-νο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) 1. εικονογραφημένο συνήθ. βιβλίο στο οποίο αναγράφονται τα βασικά χαρακτηριστικά και οι θεραπευτικές ιδιότητες των βοτάνων. 2. (παλαιότ.) ειδικό τετράδιο ή άλμπουμ που περιείχε συλλογή αποξηραμένων φυτών για μελέτες. Πβ. φυτολόγιο. Βλ. -λόγιο. [< γαλλ. herbier] | |
| 9533 | βοτανολόγος | βο-τα-νο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που ασχολείται με τη συλλογή και ιδ. τη μελέτη βοτάνων ή γενικότ. τη βοτανική: βιολόγος/φυσιοδίφης-~. Βλ. -λόγος. ΣΥΝ. φυτολόγος [< μεσν. βοτανολόγος 'αυτός που μαζεύει βότανα', γαλλ. botaniste, αγγλ. botanist] | |
| 9534 | βότκα | βότ-κα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. οινοπνευματώδες ποτό, συνήθ. άχρωμο, απόσταγμα δημητριακών ή πατάτας: κόκκινη ~. ~ λεμόνι/πορτοκάλι. || Κοκτέιλ ~ μαρτίνι. [< ρωσ. υποκ. vódka ‘νεράκι’, αγγλ.-γαλλ. vodka - αγγλ.vodka martini, 1948] | |
| 9535 | βοτουλισμός | βο-του-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. αλλαντίαση. Βλ. -ισμός. [< γερμ. Botulismus] | |
| 9536 | βότρυς | βό-τρυς ουσ. (αρσ.) {βότρυος} (αρχαιοπρ.): τσαμπί σταφυλιού. [< αρχ. βότρυς] | |
| 9537 | βότσαλο | βό-τσα-λο ουσ. (ουδ.): μικρή, συνήθ. στρογγυλεμένη πέτρα, με λεία επιφάνεια, που βρίσκεται στις παραλίες ή στις όχθες ποταμών ή λιμνών: χοντρό/ψιλό ~. Άσπρα ~α. Ψηφιδωτά με ~α (= βοτσαλωτά). Πβ. κροκάλα. Βλ. χαλίκι. ● Υποκ.: βοτσαλάκι (το) [< ιταλ. bozzolo] | |
| 9538 | βοτσαλωτός | , ή, ό βο-τσα-λω-τός επίθ.: που έχει βότσαλα ή αποτελείται από αυτά: ~ός: βυθός. ~ή: ακρογιαλιά/παραλία.|| ~ή: αυλή. ~ό: δάπεδο. (ως ουσ.) Η τέχνη του ~ού. | |
| 9539 | βου1 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): το γράμμα βήτα. | |
| 9540 | βου2 | ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. ο δεύτερος φθόγγος της βυζαντινής μουσικής κλίμακας, αντίστοιχος προς τη νότα μι της ευρωπαϊκής. Βλ. πα2. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ