Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [10420-10440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9541βουάλβου-άλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ψιλό, ημιδιαφανές ύφασμα: βαμβακερό/μεταξωτό/πολυεστερικό ~.|| (ως επίθ.) ~ κουρτίνα. Πβ. πέπλο, τούλι. Βλ. γάζα, τουλπάνι. [< γαλλ. voile]
9542βούβαβού-βα ουσ. (θηλ.) (αργκό): σιωπή, βουβαμάρα: Έμεινε άφωνος, ~.|| ~ (= σκασμός, τσιμουδιά)! Πβ. μούγγα.
9543βουβαίνωβου-βαί-νω ρ. (μτβ.) {βούβα-νε, βουβά-θηκε, -θεί, συνήθ. μεσοπαθ.} (προφ.): κάνω κάποιον να σωπάσει ή να μείνει άναυδος: Η απάντησή της μας ~νε (= άφησε άφωνους). Είχαν όλοι ~θεί από τη συγκίνηση. Πβ. αποστομώνω, μουγγαίνω.|| (μτφ.) Το τηλέφωνο σήμερα ~θηκε (: δεν χτύπησε καθόλου). [< μεσν. βουβαίνω]
9544βουβάλιβου-βά-λι ουσ. (ουδ.) {βουβαλ-ιού} & βούβαλος (ο) 1. ΖΩΟΛ. μεγαλόσωμο βοοειδές (επιστ. ονομασ. Bubalus) με κέρατα και κοντό τρίχωμα, που ζει στα θερμά κλίματα και στα υγρά, ελώδη εδάφη: ασιατικό/αφρικανικό ~. Δέρμα ~ιού. Βλ. αγριοβούβαλο, βίσονας. 2. {θηλ. βουβάλα} (μτφ.-προφ.-μειωτ.) πρόσωπο παχύσαρκο, δυσκίνητο ή χωρίς ευστροφία και ευαισθησία: Έχει γίνει ~ (= βόδι) από το πάχος. Πβ. χοντρομπαλάς.|| Άσ' τον, είναι ~, δεν καταλαβαίνει (= παχύδερμο, χοντρόπετσος). ● Υποκ.: βουβαλάκι (το) [< μεσν. βουβάλι(ον)]
9545βουβαλίσιος, ια, ιο βου-βα-λί-σιος επίθ.: που προέρχεται ή παράγεται από το βουβάλι: ~ια: μοτσαρέλα. ~ιο: γάλα/κρέας. Βλ. αγελαδινός, κατσικίσιος, -ίσιος.
9546βουβαμάραβου-βα-μά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): κατάσταση κατά την οποία κάποιος μένει σιωπηλός ή άφωνος: απόλυτη ~. Στην αίθουσα έπεσε/επικράτησε ~ μετά την ανακοίνωση της παραίτησης. Πβ. μουγγαμάρα, σιγή, σιωπή.
9547βουβόκυκνοςβου-βό-κυ-κνος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. λευκός κύκνος (επιστ. ονομασ. Cygnus olor) που διακρίνεται για το μαύρο εξόγκωμα στη βάση του ράμφους του.
9548βουβός, ή, ό βου-βός επίθ./ουσ. & (σπάν.-λόγ.) βωβός 1. (για πρόσ.) που δεν μιλά ή δεν μπορεί να μιλήσει: ~ εκ γενετής (= μουγγός). Κουφός και ~ (= κωφάλαλος).|| Έστεκε ~ (= αμίλητος, άφωνος) κι ακίνητος. Έμεινε ~ (= άλαλος) από την έκπληξη/τον πόνο/τον φόβο. 2. (μτφ.) που δεν ακούγεται, δεν εκδηλώνεται έντονα ή γίνεται σιωπηλά: ~ός: αναστεναγμός/θρήνος/πόνος/σπαραγμός. ~ή: αγανάκτηση/συγκατάθεση/χαρά. ~ό: κλάμα (= άηχο)/παράπονο.|| ~ό ποτάμι. Το ~ό δράμα των προσφύγων.|| ~ός: πόλεμος. ~ή: διαμαρτυρία/επανάσταση. Πβ. σιωπηρός. ΑΝΤ. ηχηρός. ● επίρρ.: βουβά ● ΣΥΜΠΛ.: βουβό πρόσωπο 1. ήρωας του οποίου ο ρόλος απαιτεί να μη μιλά σε θεατρικό, κινηματογραφικό ή λογοτεχνικό έργο. Βλ. κομπάρσος. 2. (μτφ.) που δεν εκφράζεται, δεν αντιδρά: Δεν μπορούμε να μένουμε ~ά ~α, όταν παραβιάζονται ανθρώπινα δικαιώματα. Πβ. αμέτοχος, απαθής. [< γαλλ. personnage muet] , βουβός/βωβός κινηματογράφος & βουβές ταινίες: ΚΙΝΗΜ. το σύνολο των φιλμ (ιδ. στις τρεις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι.) στα οποία η εικόνα δεν συνοδεύεται από ήχο. Βλ. ομιλών κινηματογράφος. [< γαλλ. cinéma muet, αγγλ. silent cinema, 1914] [< μεσν. βουβός]
9549βουβώναςβου-βώ-νας ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. τμήμα του ανθρώπινου σώματος μεταξύ των έξω γεννητικών οργάνων και των μηρών. ΣΥΝ. βουβωνική χώρα [< αρχ. βουβών]
9550βουβωνικός, ή, ό βου-βω-νι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τους βουβώνες ή βρίσκεται σε αυτούς: ~ή: κήλη (= βουβωνοκήλη). ● ΣΥΜΠΛ.: βουβωνική πανώλη & μαύρη πανώλη: ΙΑΤΡ. που προκαλεί διόγκωση των λεμφαδένων, κυρ. στην περιοχή των βουβώνων, της μασχάλης και του λαιμού. Πβ. μαύρος θάνατος. [< γαλλ. peste bubonique] , βουβωνική χώρα & (σπάν.) περιοχή: ΑΝΑΤ. βουβώνας. [< μτγν. βουβωνικός]
9551βουβωνοκήληβου-βω-νο-κή-λη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κήλη της βουβωνικής χώρας. Βλ. -κήλη. [< μτγν. βουβωνοκήλη, γαλλ. bubonocèle, αγγλ. bubonocele]
9552βούδαςβού-δας ουσ. (αρσ.) 1. ΘΡΗΣΚ. (με κεφαλ. Β) ο ιδρυτής του βουδισμού. 2. (μτφ.) πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από απάθεια και στωικότητα: Καθόταν ακίνητος σαν ~. [< γαλλ. Bouddha]
9553βουδισμόςβου-δι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. θρησκεία και φιλοσοφικό ρεύμα που ξεκίνησε από την Ινδία και βασίζεται στη διδασκαλία του Βούδα, η οποία κηρύσσει τη λύτρωση του ανθρώπου από τον πόνο μέσω του πνευματικού και ηθικού εξαγνισμού. Βλ. μαχα-, χινα-γιάνα, βραχμαν-, ινδου-, ταντρ-ισμός, ζεν, κάρμα, νιρβάνα, ντάρμα. [< γαλλ. bouddhisme]
9554βουδιστής, βουδίστριαβου-δι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΘΡΗΣΚ. οπαδός του βουδισμού: (κ. ως επίθ.) ~ μοναχός. [< γαλλ. bouddhiste]
9555βουδιστικός, ή, ό βου-δι-στι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον βουδισμό ή τον βουδιστή: ~ός: διαλογισμός/ναός (= παγόδα). Βλ. -ιστικός1. [< γαλλ. bouddhique]
9556βουερός, ή, ό βου-ε-ρός επίθ. & βοερός (κυρ. λογοτ.): που παράγει βοή: ~ό: πλήθος/ποτάμι. Πβ. θορυβώδης. Βλ. -ερός. ● επίρρ.: βουερά
9557βουήβλ. βοή
9558βουητόβου-η-τό ουσ. (ουδ.): υπόκωφος, διαρκής ήχος, βοή: το ~ των αεροπλάνων/αυτοκινήτων (= θόρυβος). ~ στα αυτιά (= εμβοές)/στο κεφάλι (βλ. ζάλη, πονοκέφαλος). Το ~ των μελισσών. Ακούγεται ένα ~ (από το ηχείο, πβ. μικροφωνισμός).|| (για φυσικά φαινόμενα) Το ~ του ανέμου/της θάλασσας. Πβ. αχός, βαβούρα. Βλ. -ητό. ΣΥΝ. βόμβος, βούισμα
9559βουίζειβου-ί-ζει ρ. (αμτβ.) {βούι-ζε, βούι-ξε} 1. (για κάτι που) προκαλεί βουητό: Οι μέλισσες ~ουν. 2. (μτφ.) προκαλούνται έντονες συζητήσεις γύρω από ένα θέμα: ~ξε η γειτονιά/ο κόσμος/ο τόπος. ~ξαν τα ΜΜΕ για το σκάνδαλο. Πβ. γίνεται (μεγάλος/πολύς) ντόρος, πάταγος. 3. αντηχεί: Η γειτονιά/πλατεία ~ζε από γλέντια/κόσμο. ΣΥΝ. αντιβουίζει, αντιλαλεί (2) ● ΦΡ.: βουίζουν τ' αυτιά μου (προφ.): έχω εμβοές., γυρίζει/βουίζει το κεφάλι μου βλ. κεφάλι, το τηλέφωνο μιλάει/βουίζει βλ. τηλέφωνο [< μεσν. βοΐζω]
9560βούισμαβού-ι-σμα ουσ. (ουδ.): βοή, βουητό: το ~ του ανέμου/των εντόμων/του κινητήρα. ΣΥΝ. βόμβος

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.