Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [10440-10460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9561βουκαμβίλιαβου-καμ-βί-λια ουσ. (θηλ.) & μπουκαμβίλια & βοκαμβίλια: ΒΟΤ. αναρριχώμενο καλλωπιστικό φυτό (οικογ. Nyctaginaceae, γένος Bougainvillaea) με χαρακτηριστικά μοβ, κόκκινα ή λευκά πέταλα. [< γαλλ. bougainvillée, γαλλ. ανθρ. L.-A. de Bougainville]
9562βουκέντραβου-κέ-ντρα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) βούκεντρο (το) 1. (μτφ.) κάθε μέσο κινητοποίησης ή εξαναγκασμού: η ~ της εξουσίας/του λόγου. 2. (παλαιότ.) αιχμηρό ραβδί για το κέντρισμα των βοδιών, ιδ. κατά το όργωμα. [< 2: μτγν. βούκεντρον]
9563βούκινοβού-κι-νο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): μεγάλο κοχύλι ή κέρατο βοδιού που το χρησιμοποιούσαν ως σάλπιγγα. Πβ. μπουρού. Κυρ. στις ● ΦΡ.: έγινε βούκινο (μτφ.-προφ.): (για προσωπική υπόθεση) διαδόθηκε ευρέως: Το μυστικό του έγινε ~. Όσα είπα, να μείνουν μεταξύ μας, μη γίνουμε (και) ~., κάνω βούκινο (μτφ.-προφ.): διαδίδω, κοινοποιώ κάτι κρυφό, εμπιστευτικό: Κάποιος τους είδε μαζί και το έκανε ~ (= τούμπανο). Πβ. δια-λαλώ, -τυμπανίζω., ο κόσμος το 'χει τούμπανο/βούκινο κι εμείς κρυφό καμάρι βλ. κόσμος [< μεσν. βούκινον]
9564βουκολικός, ή, ό βου-κο-λι-κός επίθ. (λόγ.): σχετικός με τον βουκόλο: ~ή: ζωή. (ΦΙΛΟΛ.) ~ή: ποίηση (: που περιγράφει και εξυμνεί την ποιμενική ζωή). ~ό: ειδύλλιο/μυθιστόρημα.|| (συνήθ. ειδικότ.) ~ό: τοπίο (= ειδυλλιακό, ρομαντικό). [< μτγν. βουκολικός]
9565βουκόλοςβου-κό-λος ουσ. (αρσ.) (σπάν.-λόγ.): βοσκός κυρ. βοδιών, αγελάδων. [< αρχ. βουκόλος]
9566βουκράνιοβου-κρά-νι-ο ουσ. (ουδ.) & βούκρανο: ΑΡΧΑΙΟΛ. κεφαλή ταύρου ως γλυπτό ή ζωγραφικό μοτίβο. Βλ. προτομή. [< μτγν. βουκράνιον, γαλλ.-αγγλ. bucrane]
9567βούλα[βοῦλα] βού-λα ουσ. (θηλ.) 1. στρογγυλή κηλίδα: τρίχωμα με ~ες. Άσπρο φουστάνι με κόκκινες ~ες (: πουά). Πβ. κουκκίδα. Βλ. στίγμα. 2. (παρωχ.) σφραγίδα γνησιότητας, πιστοποίησης και κατ΄επέκτ. το επίσημο έγγραφο (διάταγμα, εξουσιοδότηση, άδεια) που σφραγίζεται με αυτή: αυτοκρατορική/βασιλική/παπική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: άσπρη βούλα: ΑΘΛ. λευκό σημάδι σε ποδοσφαιρικό γήπεδο για την τοποθέτηση της μπάλας, όταν εκτελείται πέναλτι: Σκόραρε από την ~ ~. ● ΦΡ.: με τη βούλα: (μτφ.) για καθετί εγγυημένο ή επίσημα αναγνωρισμένο: ~ ~ του Νόμου. Είναι πλέον και ~ ~ πρωταθλητής (: πήρε το πρωτάθλημα).|| (ειδικότ.) Καρπούζι ~ ~ (: από το οποίο κόβεται ένα κομμάτι, για να ελέγξει ο αγοραστής την ποιότητά του). Βλ. με το μαχαίρι. [< μτγν. βούλλα ‘χρυσή πόρπη’, μεσν. ~ ‘σημάδι κυκλικού σχήματος, σφραγίδα’ < νεολατ. bulla - παλαιότ. ορθογρ. βούλλα]
9568βουλγαρικός, ή, ό βουλ-γα-ρι-κός επίθ. & (προφ.) βουλγάρικος, η, ο: που σχετίζεται με τη Βουλγαρία ή/και τους Βουλγάρους. ● Ουσ.: Βουλγαρικά (τα) & (επίσ.) Βουλγαρική (η): η βουλγαρική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. [< μεσν. βουλγαρικός]
9569Βούλγαρος, ΒουλγάραΒούλ-γα-ρος επίθ./ουσ. {-ου (λόγ.) -άρου}: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Βουλγαρία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει τη βουλγαρική υπηκοότητα. [< μεσν. Βούλγαρος]
9570βουλεβάρτοβου-λε-βάρ-το ουσ. (ουδ.) 1. πλατιά λεωφόρος με δενδροστοιχίες και ευρύχωρα πεζοδρόμια σε μεγάλες πόλεις του εξωτερικού: τα ~α του Παρισιού. 2. ΘΕΑΤΡ. μπουλβάρ. [< γαλλ. boulevard]
9571βούλεταιβού-λε-ται ρ. (αρχαιοπρ.): επιθυμεί, θέλει, κυρ. στις ● ΦΡ.: μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι βλ. μωραίνω, τις αγορεύειν βούλεται; βλ. αγορεύω [< αρχ. βούλομαι]Ι
9572βούλευμαβού-λευ-μα ουσ. (ουδ.) {βουλεύμ-ατος | -ατα, -άτων}: ΝΟΜ. απόφαση Δικαστικού Συμβουλίου: έκδοση ~ατος. Ένδικα μέσα (: αναίρεση/έφεση) κατά ~άτων. Ο Άρειος Πάγος αναίρεσε το ~ αποφυλάκισης του ... Παραπομπή για κακούργημα με αμετάκλητο (= τελεσίδικο) ~ ή απευθείας κλήση. (σε παραθετικά σύνθ.) ~-βόμβα/καταπέλτης/χαστούκι. Βλ. προ~. ● ΣΥΜΠΛ.: απαλλακτικό βούλευμα: με το οποίο αποφασίζεται η αθώωση του κατηγορουμένου ή σταματά η ποινική δίωξη., παραπεμπτικό βούλευμα: με το οποίο ο κατηγορούμενος παραπέμπεται σε δίκη λόγω επαρκών ενοχοποιητικών στοιχείων. Βλ. κλητήριο θέσπισμα. [< αρχ. βούλευμα ‘κρίση, απόφαση, συμβουλή’]
9573βουλευτήςβου-λευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) & βουλεύτρια (η) & (λαϊκό) βουλευτίνα (η): ΠΟΛΙΤ. αιρετός αντιπρόσωπος του λαού στη Βουλή, μέλος του Κοινοβουλίου: τέως/υποψήφιος ~. Απερχόμενοι ~ές. Εκλέχτηκε ~. Κατεβαίνει για ~. Βλ. ευρω~. ● ΣΥΜΠΛ.: βουλευτής επικρατείας: που δεν θέτει υποψηφιότητα σε συγκεκριμένη περιφέρεια, αλλά εκλέγεται ανάλογα με το ποσοστό των ψήφων που θα συγκεντρώσει το κόμμα του/της στο σύνολο της χώρας και με βάση τη σειρά εμφάνισης του ονόματός του/της στο ψηφοδέλτιο επικρατείας. [< αρχ. βουλευτής]
9574βουλευτικός, ή, ό βου-λευ-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον βουλευτή: ~ή: έδρα/ιδιότητα. ~ό: αξίωμα. ~ές: εκλογές. Βλ. δια~, ευρω~, κοινο~. ● ΣΥΜΠΛ.: βουλευτική αποζημίωση βλ. αποζημίωση, βουλευτική/κοινοβουλευτική ασυλία βλ. ασυλία [< αρχ. βουλευτικός]
9575βουλευτιλίκιβου-λευ-τι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): το αξίωμα ή η θητεία του βουλευτή: Εγκατέλειψε τη δικηγορία για το ~. Βλ. -ιλίκι.
9576βουλήβου-λή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Β) 1. ΠΟΛΙΤ. (στο δημοκρατικό πολίτευμα) αντιπροσωπευτικό συλλογικό πολιτικό όργανο που ασκεί τη νομοθετική εξουσία και τον κοινοβουλευτικό έλεγχο· κατ' επέκτ. οι βουλευτές: αποφάσεις/οι Επιτροπές/η ημερήσια διάταξη/το κανάλι/οι κανονισμοί/η ολομέλεια/τα όργανα/τα πρακτικά/το Προεδρείο/ο Πρόεδρος της ~ής (των Ελλήνων). Οι αρμοδιότητες της ~ής (: κυρ. ψήφιση Συντάγματος και προϋπολογισμού, εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας και αιρετών οργάνων, παροχή ψήφου εμπιστοσύνης, άσκηση οιωνεί δικαστικών καθηκόντων, απόφαση για διενέργεια δημοψηφίσματος). Διάλυση/σύγκληση/συνεδρίαση της ~ής. Διακοπή/έναρξη/λήξη των εργασιών της ~ής. Επερώτηση/ομιλία/παρέμβαση στη ~. Τροπολογία που συζητείται στη ~. (για υποψήφιο βουλευτή:) Έμεινε εκτός ~ής (ΑΝΤ. Μπήκε στη ~ = εκλέχθηκε). Το νομοσχέδιο ήρθε για/προς ψήφιση στη ~.|| Η ~ απέρριψε/ενέκρινε/ψήφισε την πρόταση νόμου. Βλ. ευρω~. ΣΥΝ. κοινοβούλιο 2. (συνεκδ.) το αντίστοιχο κτίριο: διαδήλωση/συγκέντρωση στη/έξω από τη ~. βουλές (οι) (λόγ.): επιθυμίες, σκέψεις: ανεξιχνίαστες οι ~ τους. ● ΣΥΜΠΛ.: Άνω Βουλή: ΠΟΛΙΤ. το ανώτερο από τα δύο νομοθετικά σώματα ξένων χωρών, τα μέλη του οποίου διορίζονται βάσει κληρονομικού δικαιώματος ή εκλέγονται με έμμεση ψηφοφορία (δηλ. η Γερουσία και η Βουλή των Λόρδων). [< αγγλ. Upper House] , Βουλή των Εφήβων: ετήσιο εκπαιδευτικό πρόγραμμα της Βουλής των Ελλήνων, στο οποίο συμμετέχουν, ύστερα από επιλογή, μαθητές της Β' Λυκείου από την Ελλάδα, την Κύπρο και τα ελληνικά σχολεία του εξωτερικού: σύνοδος της ~ής ~., Κάτω Βουλή: ΠΟΛΙΤ. το κατώτερο από τα δύο νομοθετικά σώματα ξένων χωρών, τα μέλη του οποίου εκλέγονται άμεσα από τον λαό (δηλ. η Βουλή των Αντιπροσώπων, η Βουλή των Κοινοτήτων και η Εθνοσυνέλευση). [< αγγλ. Lower House] , Αναθεωρητική Βουλή βλ. αναθεωρητικός, Βουλή των Κοινοτήτων βλ. κοινότητα, Βουλή των Λόρδων βλ. λόρδος, Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας (της Βουλής) βλ. θεσμός, Συντακτική/Συνταγματική Βουλή βλ. συντακτικός, τμήμα (θερινών) διακοπών της Βουλής βλ. διακοπές ● ΦΡ.: άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει (γνωμ.-αρχαιοπρ.): οι ανθρώπινες επιθυμίες ή προσδοκίες ανατρέπονται από τη θεϊκή βούληση και γενικότ. από την πραγματικότητα., άγνωσται αι βουλαί/άγνωστες οι βουλές του Κυρίου/του Υψίστου βλ. άγνωστος [< αρχ. βουλή, γαλλ. Parlement, αγγλ. Parliament]
21126βουλήσει

[ἴδιος] ί-δι-ος επίθ. , -ία, -ιο(ν) {ιδί-ου | -ων, -ους} (λόγ.) 1. που ανήκει στο πρόσωπο ή στον φορέα για τον οποίο γίνεται λόγος: παραγωγή λαχανικών για ιδία χρήση. Δεν έχω ιδία άποψη για το θέμα. Αγορά ιδίων μετοχών. Ίδιες ζημίες (βλ. μικτή ασφάλεια). Πβ. ατομ-, προσωπ-ικός. ΑΝΤ. ξένος (1) 2. ιδιαίτερος, ξεχωριστός: ~ος: τρόπος έκφρασης. ● ΦΡ.: ιδίαις δαπάναις & ιδία δαπάνη [ἰδίᾳ δαπάνῃ] & ιδίοις αναλώμασι(ν) (αρχαιοπρ.): με έξοδα του ίδιου: Εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή ~ ~., ίδιον όφελος/συμφέρον (συχνά αρνητ. συνυποδ.): κέρδος που αποκομίζει κάποιος για τον εαυτό του: Προσφέρει χωρίς ~ ~ (= ανιδιοτελώς).|| Κλοπή δημοσίου χρήματος για/προς ~ ~., ιδίω δικαιώματι: ΝΟΜ. με εξουσία που λαμβάνει κανείς από τον ίδιο του τον εαυτό, χωρίς άδεια: Ενεργεί είτε ~ ~ είτε κατ' εξουσιοδότηση., ιδίω ονόματι: ΝΟΜ. με το δικό του όνομα, χωρίς να εκπροσωπεί κάποιον άλλο: Ενεργεί ~ ~. Προέβη ~ ~ σε υποβολή πρότασης προς ..., κατ' ιδίαν (& σπάν. κατιδίαν): μόνος με κάποιον, σε προσωπικό επίπεδο και χωρίς την παρουσία τρίτων: ~ ~ συνάντηση/συνομιλίες. Με πήρε παράμερα, για να μου μιλήσει ~ ~. ΣΥΝ. ιδιαιτέρως (1), κατά μόνας, προσωπικά, τετ α τετ, κρίνω εξ ιδίων (τα αλλότρια) (αρνητ. συνυποδ.): οδηγούμαι σε συμπεράσματα για κάποιον άλλο με κριτήριο τον εαυτό μου: Κρίνοντας προφανώς εξ ιδίων, θεωρεί ότι οι συνειδήσεις εξαγοράζονται. ΣΥΝ. κρίνω από τον εαυτό μου, του ιδίου φυράματος (μειωτ. για πρόσ.): έχει τον ίδιο κακό χαρακτήρα με κάποιον άλλο: Ταιριάζουν γιατί είναι ~ ~., (με) ιδία ευθύνη βλ. ευθύνη, από ιδίους πόρους βλ. πόρος, εκ πείρας βλ. πείρα, εξ ιδίας αντιλήψεως βλ. αντίληψη, εξ ιδίας πρωτοβουλίας βλ. πρωτοβουλία, εξ οικείων/εξ ιδίων τα βέλη βλ. βέλος, ιδίαις χερσί(ν) βλ. χειρ, ιδίοις όμμασι(ν) βλ. όμμα, οικεία/ιδία βουλήσει βλ. βούληση ● βλ. ίδιο(ν), ιδίως [< αρχ. ἴδιος]

9577βούλησηβού-λη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) επιθυμία για την πραγματοποίηση στόχου, τη λήψη απόφασης, την εκτέλεση πράξης, θέληση: ανθρώπινη/ατομική/ισχυρή/κοινή/λαϊκή ~. Η αυτονομία της ~ης. Επιβολή της ~ης της πλειοψηφίας. Έκφραση της ~ης του λαού. Καθεστώς ενάντια στη ~ των πολιτών (βλ. δικτατορία). Ανεξάρτητα από/παρά τη ~ή μου. Έρμαιο της ~ης των ισχυρών. Βλ. βολονταρισμός. 2. ΨΥΧΟΛ. ψυχική λειτουργία που εκδηλώνεται μέσω της ενσυνείδητης προσπάθειας του ανθρώπου να πετύχει τους στόχους που έχει επιλέξει. Βλ. νόηση, συναίσθημα. ΑΝΤ. αβουλία (2) ● ΣΥΜΠΛ.: ελευθερία της βούλησης: το δικαίωμα του ανθρώπου να πράττει σύμφωνα με τις συνειδητές επιλογές του, χωρίς να επηρεάζεται από εξωτερικούς παράγοντες: ~ ~ και σκέψης., πολιτική βούληση & πολιτική θέληση: που εκπορεύεται από την εξουσία για την οργάνωση μιας κοινωνίας και την αντιμετώπιση των προβλημάτων της: ~ ~ για πάταξη της φοροδιαφυγής. Θέμα ~ής ~ης. Ανυπαρξία/απουσία/έλλειψη ~ής ~ης. Δεν υπάρχει ~ ~. Η κυβέρνηση διαθέτει/έχει την ~ ~ να προχωρήσει σε ριζικές αλλαγές., δήλωση βουλήσεως/βούλησης βλ. δήλωση, διάταξη τελευταίας βούλησης βλ. διάταξη ● ΦΡ.: κατά βούληση & (λόγ.) κατά βούλησιν: σύμφωνα με τη θέληση κάποιου, όπως και όσο επιθυμεί: Είστε ελεύθεροι να πράξετε ~ ~. Πυρ ~ ~., οικεία/ιδία βουλήσει & εξ ιδίας βουλήσεως (λόγ.): θεληματικά, εκούσια: Αποφασίζω/δρω/ενεργώ ~ ~. ΣΥΝ. αυτόβουλα, ηθελημένα, οικειοθελώς ΑΝΤ. ακούσια [< αρχ. βούλησις, γαλλ. volonté]
9578βουλησιαρχίαβου-λη-σι-αρ-χί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. βολονταρισμός. Βλ. -αρχία.
9579βουλησιαρχικός, ή, ό βου-λη-σι-αρ-χι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τη βουλησιαρχία. [< γαλλ. volontariste, 1902]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.