Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [10460-10480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9580βουλητικός, ή, ό βου-λη-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τη βούληση: ~ός: έλεγχος (των κινήσεων). Νοητικές και ~ές ενέργειες.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ά: ρήματα (= επιθυμίας). ● Ουσ.: βουλητικό (το): ΨΥΧΟΛ. το τμήμα της ψυχής που αποτελεί το κέντρο της βούλησης: το γνωστικό, το συναισθηματικό και το ~. Βλ. επιθυμητικό, θυμικό. ● ΣΥΜΠΛ.: βουλητικές προτάσεις: ΓΡΑΜΜ. δευτερεύουσες ονοματικές προτάσεις, που εισάγονται με το μόριο "να" και συμπληρώνουν συνήθ. την έννοια του ρήματος ή σπανιότ. του ονόματος: π.χ. Θέλω να γυρίσω. [< μτγν. βουλητικός]
9581βούλιαγμαβού-λιαγ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. βύθιση: ~ του πλοίου στη θάλασσα. Πβ. κατα-βύθιση, -ποντισμός.|| (μτφ.) ~ στη ρουτίνα. 2. (μτφ.) καταστροφή, κατάρρευση: ~ των ασφαλιστικών ταμείων/του χρηματιστηρίου. Πβ. ναυάγιο, φουντάρισμα.|| ~ των εσόδων/τιμών (: μεγάλη πτώση, καταβύθιση). 3. δημιουργία κοιλώματος, βαθουλώματος και το ίδιο το βαθούλωμα: ~ του εδάφους (βλ. καθίζηση).|| (σε αυτοκίνητο ή μοτοσικλέτα:) ~ στο φτερό. ~ατα και γρατζουνιές. Πβ. λακκούβα.
9582βουλιάζωβου-λιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {βούλια-ξε, βουλιά-ξει, -γμένος, βουλιάζ-οντας} (προφ.) 1. (συνήθ. για πλεούμενο) βυθίζω ή βυθίζομαι: Ένα τεράστιο κύμα ~ξε τη βάρκα. ~ξαν το πλοίο με τορπίλη (πβ. τορπιλίζω). Πβ. καταβυθίζω.|| Το καράβι ~ξε στα ανοιχτά (ΣΥΝ. καταποντίστηκε, ναυάγησε).|| (κατ' επέκτ.) Το αυτοκίνητο ~ξε στη λάσπη (= βουτήχτηκε). ~ξε αναπαυτικά στον καναπέ. 2. (μτφ.) περιέρχομαι σε μια αρνητική κατάσταση: ~ξε στην απόγνωση/στη θλίψη/στη ρουτίνα. Έχει ~ξει στον βούρκο (της αμαρτίας)/στο τέλμα (= έχει βουτηχτεί, βυθιστεί). Πβ. περιπίπτω. 3. (μτφ.) καταστρέφω ή καταστρέφομαι, συνήθ. οικονομικά: Ο πόλεμος ~ξε κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα.|| ~ξε η εταιρεία (= απέτυχε, χρεοκόπησε). Η αγορά έχει ~ξει εξαιτίας της έλλειψης ρευστού. Πβ. φουντάρω. Βλ. ξελασπώνω.βουλιάζει: υποχωρεί, καταρρέει: ~ξε το πάτωμα από τα νερά/η στέγη από το χιόνι. Ένιωσαν τη γη/το έδαφος να ~ κάτω από τα πόδια τους (= παθαίνει καθίζηση, χάνεται).|| Ο προφυλακτήρας του αυτοκινήτου ~ξε από τη σύγκρουση. ~γμένα μάγουλα/μάτια (= βαθουλωμένα).|| (μτφ.) Έχει ~ξει το νησί από τους τουρίστες (: έχει πάρα πολύ τουρισμό). ● ΦΡ.: βούλιαξαν/έπεσαν έξω τα καράβια (κάποιου) βλ. καράβι, πνίγεται/είναι βουτηγμένος/έχει βουλιάξει στα χρέη βλ. χρέος [< μεσν. βουλίζω]
9583βουλιμίαβου-λι-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. ψυχοσωματική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από αίσθημα έντονης πείνας και υπερβολική κατανάλωση τροφής: ψυχογενής ~. ~ και παχυσαρκία. Πβ. πολυ-, υπερ-φαγία. 2. (γενικότ.) λαιμαργία: Έτρωγε/καταβρόχθιζε με ~ το φαγητό. Βλ. λιγούρα, χορτασμός. ΣΥΝ. αδηφαγία (2) 3. (μτφ.) έντονη επιθυμία για κάτι: επεκτατική/ερωτική/κερδοσκοπική ~. Ακόρεστη ~ για εξουσία. Πβ. απληστία, πλεονεξία. ● ΣΥΜΠΛ.: νευρική βουλιμία & νευρογενής βουλιμία: ΨΥΧΙΑΤΡ. ψυχοσωματική διαταραχή που εμφανίζεται σε νεαρές κυρ. γυναίκες, χαρακτηρίζεται από παρορμητική υπερφαγία και οφείλεται σε ψυχολογικά αίτια. Βλ. νευρική ανορεξία. [< αγγλ. bulimia nervosa, 1979] [< 2: αρχ. βουλιμία, γαλλ. boulimie, αγγλ. bulimy]
9584βουλιμικός, ή, ό βου-λι-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη βουλιμία ή πάσχει από αυτή: ~ές: κρίσεις.|| ~οί: έφηβοι. Βλ. ανορεξικός. || ~ή: διάθεση (για εξουσία). ● Ουσ.: βουλιμικός, βουλιμική (ο/η) [< γαλλ. boulimique, αγγλ. bulimic]
9585βουλκανιζατέρβουλ-κα-νι-ζα-τέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: συνεργείο ή σπανιότ. συσκευή επιδιόρθωσης ή αντικατάστασης φθαρμένων ελαστικών σε οχήματα: βαφείο-φανοποιείο-~. Λάστιχα-~. [< γαλλ. vulcanisateur]
9586βουλκανισμένος, η, ο βουλ-κα-νι-σμέ-νος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που έχει υποστεί βουλκανισμό: ~η: ίνα/κυτταρίνη. ~ο: ελαστικό/καουτσούκ. [< γαλλ. vulcanisé]
9587βουλκανισμόςβουλ-κα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. χημική κατεργασία του (φυσικού ή συνθετικού) καουτσούκ με σκοπό την ενίσχυση των φυσικών και μηχανικών ιδιοτήτων του. Βλ. αναγόμωση, -ισμός. [< γαλλ. vulcanisation]
9588βουλοκέριβου-λο-κέ-ρι ουσ. (ουδ.): (κυρ. παλαιότ.) ειδικό κερί ή κολλώδης ουσία, που τη χρησιμοποιούσαν για το σφράγισμα επιστολών, δεμάτων: ~ ή ισπανικός κηρός. ~ σιλικόνης.
9589βούλωμαβού-λω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. φράξιμο, κλείσιμο: ~ των αρτηριών (πβ. στένωση)/των αυτιών/της μύτης (πβ. μπούκωμα). ~ τρύπας/φίλτρου. Πβ. πωματισμός, τάπωμα. ΑΝΤ. απόφραξη (2), ξεβούλωμα 2. καθετί που χρησιμοποιείται για το κλείσιμο ή το σφράγισμα οπής ή στομίου, καπάκι: ξύλινο/πλαστικό ~. ~ βαρελιού. Πβ. βύσμα, πώμα, σκέπασμα, τάπα. ● Υποκ.: βουλωματάκι (το) [< μεσν. βούλλωμα]
9590βουλώνω

βου-λώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {βούλω-σα, βουλώ-θηκε, -μένος, βουλών-οντας} (προφ.) ΑΝΤ. ξεβουλώνω: κλείνω τρύπα ή στόμιο, φράσσω: ~ την κανάτα/το μπουκάλι. Πβ. καπακώνω, ταπώνω.βουλώνει {συνήθ. στον αόρ. κ. τον παρακ.}: για κάτι που έχει φράξει: ~σε η αποχέτευση/ο νεροχύτης/το σιφόνι/η τουαλέτα. ~σαν τ' αυτιά μου από το νερό/το υψόμετρο. Αποσυμφορητικό για ~μένη μύτη (= μπουκωμένη, βλ. κρυολόγημα, συνάχι). Πβ. στουμπώνω. ● ΦΡ.: το βουλώνω {συνηθέστ. στην προστ.} (προφ.): παύω να μιλώ, σωπαίνω: (υβριστ.) Βούλωσ' το/βούλωστο (= σκάσε) λοιπόν! Βουλώστε το επιτέλους!, βουλωμένο γράμμα διαβάζεις βλ. γράμμα, βουλώνω/κλείνω (τα) στόματα βλ. στόμα, κλείνω/βουλώνω το στόμα κάποιου βλ. στόμα, κλείνω/βουλώνω/μπαλώνω (τις) τρύπες βλ. τρύπα, ράψε/βούλωσε/κλείσε το στόμα σου! βλ. στόμα [< μεσν. βουλλώνω - παλαιότ. ορθογρ. βουλλώνω]

9591βουνίσιος, ια, ιο βου-νί-σιος επίθ.: που αναφέρεται στο βουνό ή προέρχεται από αυτό: ~ιος: αέρας. ~ια: βλάστηση/ζωή. ~ιο: τοπίο/χωριό. ~ια: μονοπάτια.|| ~ιο: μέλι. Πβ. ορεινός. Βλ. (παρα)θαλάσσιος, πεδινός, καμπίσιος, -ίσιος. ● Ουσ.: βουνίσιος, βουνίσια (ο/η): πρόσωπο που κατάγεται από ή μένει σε ορεινή περιοχή. Βλ. νησιώτης. ΣΥΝ. ορεσίβιος, ορεσίβια [< μεσν. βουνήσιος]
9592βουνόβου-νό ουσ. (ουδ.) 1. φυσικό ύψωμα γης που ξεπερνά τα τριακόσια μέτρα σε ύψος (είναι δηλ. μεγαλύτερο από τον λόφο): απόκρημνο/ιερό/κακοτράχαλο/καταπράσινο/χιονισμένο/ψηλό ~. Γυμνό/φαλακρό ~ (: χωρίς δέντρα). (ΜΥΘ.) Το ~ των θεών (: ο Όλυμπος). Κορυφή/μονοπάτια/πλαγιά/πρόποδες (παρυφές/ρίζες/υπώρειες) ~ού. Τσάι/χόρτα του ~ού. Απάτητα/δασωμένα/δύσβατα/πετρώδη ~ά. ~ά με απότομα φαράγγια/βαθιές χαράδρες/πλούσια βλάστηση. ~ά και πεδιάδες. ~ που υψώνεται στα βόρεια του νομού. Διασχίζω/κατεβαίνω το ~. Ανεβαίνω στο/το ~. Ο ήλιος έδυσε πίσω από τα ~ά. Περιοχή που περιβάλλεται από ~ά. Πβ. όρος. Βλ. παγόβουνο, πρόβουνο.|| (Αθλήματα/σπορ ~ού:) Ποδηλασία/σκι ~ού. Ανάβαση/αναρρίχηση/ορειβασία/πεζοπορία σε ~. 2. (κατ΄επέκτ.) ορεινή περιοχή: άνθρωπος του ~ού (= βουνίσιος). Διακοπές/ταξίδι στο ~ (βλ. στη θάλασσα). Ζει στα ~ά. 3. (μτφ.-εμφατ.) πληθώρα, σωρός· ειδικότ. για κάτι πολύ δύσκολο, ακατόρθωτο ή μεγάλο, ογκώδες: ~ από άπλυτα (= ίσα με το ταβάνι)! ~ά σκουπιδιών/από σκουπίδια. Σκυμμένος πάνω από ένα ~ βιβλία. Πβ. πλήθος, στοίβα, σωρεία.|| ~ οι δυσκολίες/τα εμπόδια/τα προβλήματα/τα χρέη. Η υπόθεση μού φαίνεται/φαντάζει ~! Πβ. σκόπελος, τροχοπέδη, φραγμός.|| Κύματα ~ά (= τεράστια). ● Υποκ.: βουναλάκι & (λαϊκό-λογοτ.) βουνάκι & βουνί (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ποδήλατο βουνού βλ. ποδήλατο ● ΦΡ.: (να ζήσεις) σαν τα ψηλά βουνά!: ευχή για υγεία και μακροζωία: Να 'σαι γερός ~ ~!|| Έργο αθάνατο σαν ~ ~., από το βουνό κατέβηκε; (ειρων.-μειωτ.): για άνθρωπο ανίδεο ή αγροίκο, αγενή. ΣΥΝ. κατέβηκε/ήρθε/είναι από τα Γκράβαρα, βουνά και λαγκάδια: δύσβατες περιοχές, συνήθ. μακρινές: Περάσαμε μέσα από ~ ~., βουνό με βουνό δεν σμίγει: για να δηλωθεί ότι υπάρχει πάντα η πιθανότητα να ξανασυναντηθούν δυο άνθρωποι. Βλ. καλώς τα μάτια μου τα δυο!, σαν τα χιόνια!, η τρέλα δεν πάει στα βουνά (πάει στους ανθρώπους) (παροιμ.): λέγεται για πράξεις παράλογες, απερίσκεπτες., μαθημένα/συνηθισμένα τα βουνά στα/από τα χιόνια (παροιμ.): όποιος έχει συναντήσει μεγάλες δυσκολίες στο παρελθόν, αντιμετωπίζει πιο ψύχραιμα τις αντιξοότητες. ΣΥΝ. ο βρεγμένος (τη) βροχή δεν (τη) φοβάται, ο άνθρωπος/η πίστη κινεί βουνά (μτφ.): μπορεί να πετύχει ακόμα και κάτι θεωρητικά ανέφικτο., παίρνω τα (όρη και τα) βουνά (μτφ.) 1. φεύγω μακριά, συνήθ. επειδή βρίσκομαι σε κίνδυνο ή/και σε απόγνωση. 2. (σπάν.) τρελαίνομαι, παραφρονώ., στα όρη, στ' άγρια βουνά & στα όρη και στα βουνά (προφ.): πάρα πολύ μακριά (και απόκρημνα): Τι γύρευαν ~ ~ μες στα μεσάνυχτα; Ήταν ανάγκη να τρέχεις ~ ~;, τύχη βουνό (προφ.): (συνήθ. σε περίπτωση σοβαρού ατυχήματος) πολύ μεγάλη, εξαιρετική τύχη: ~ ~ είχε ο οδηγός του ΙΧ που έπεσε στον γκρεμό και σώθηκε., βοήθα με να σε βοηθώ ν' ανεβούμε (σ)το βουνό βλ. βοηθώ, κράτα με να σε κρατώ (ν' ανεβούμε στο βουνό) βλ. κρατώ, μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά (μαύρη σαν καλιακούδα) βλ. νύχτα, όταν/αν/άμα δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό, πάει το βουνό στον Μωάμεθ βλ. Μωάμεθ [< μεσν. βουνό(ν)]
9593βουνοκορφήβου-νο-κορ-φή ουσ. (θηλ.): κορυφή βουνού: απάτητη ~. Απόκρημνες/χιονισμένες ~ές. Σκαρφάλωσε στη ~. Βλ. αντέρεισμα, κορυφογραμμή, πρόποδες. ΣΥΝ. ακρώρεια (1), κορφοβούνι
9594βουνοπλαγιάβου-νο-πλα-γιά ουσ. (θηλ.): πλαγιά βουνού: απότομη/κατάφυτη ~. Δασώδεις ~ιές. Πβ. κλιτύς, ράχη.
9595βουνοσειράβου-νο-σει-ρά ουσ. (θηλ.) (προφ.): οροσειρά.
9596βουντούβου-ντού ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΘΡΗΣΚ. θρησκευτική παράδοση διαδεδομένη ιδ. στην Αϊτή, η οποία περιλαμβάνει πνευματιστικές και εκστατικές τελετές. ● ΦΡ.: κάνω βουντού (μτφ.): κάνω μάγια. [< αγγλ. voodoo, γαλλ. vaudou]
9597βουπρενορφίνηβου-πρε-νορ-φί-νη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. -ΦΑΡΜΑΚ. ημισυνθετικό οπιοειδές φάρμακο (σύμβ. C29H41NO4·HCl) που χρησιμοποιείται στην αναισθησιολογία σε μικρές δόσεις ως αναλγητικό και σε μεγάλες δόσεις ως υποκατάστατο της ηρωίνης σε προγράμματα απεξάρτησης από τα ναρκωτικά. Βλ. -ίνη, μεθαδόνη. [< αγγλ. buprenorphine, 1974]
9598βουρεπιφών.: (προτρεπτικά για γρήγορη δράση) εμπρός!: ~ στο ψαχνό/ψητό (= όρμα). Κλείσαμε το μαγαζί και ~ (= φύγαμε) για το σπίτι! ● ΦΡ.: βουρ στον πατσά! (αργκό): ως προτροπή σε κάποιον να εκμεταλλευτεί μια κατάσταση χωρίς χρονοτριβή. [< τουρκ. vur (ηχομιμητ.)]
9599βούρδουλαςβούρ-δου-λας ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. μαστίγιο. Πβ. καμουτσίκι. 2. (μτφ.) κάθε μορφή άσκησης πίεσης, καταναγκασμού: Δεν μπορεί να δουλέψει με τον ~α.|| (απειλητ.) Θα πέσει ~ (= ξύλο). [< μεσν. βούρδουλας]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.