| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 9600 | βουρδουλιά | βουρ-δου-λιά ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.): χτύπημα με βούρδουλα. Πβ. καμτσικιά, μαστίγωμα. [< μεσν. βουρδουλιά] | |
| 9601 | βούρκος | [βοῦρκος] βούρ-κος ουσ. (αρσ.) 1. μέρος με λασπώδη ή λιμνάζοντα νερά. Πβ. βάλτος, λασπουριά. 2. (μτφ.) (για ανήθικες πράξεις ή καταστάσεις) σήψη, βόρβορος: Βούλιαξε/βυθίστηκε/κυλιέται στον ~ο της αμαρτίας/διαφθοράς. Βουτηγμένοι στον ~ο των σκανδάλων. Πβ. οχετός, σαπίλα. [< μεσν. το βούρκος] | |
| 9602 | βούρκωμα | βούρ-κω-μα ουσ. (ουδ.): το αποτέλεσμα του βουρκώνω. Πβ. δάκρυσμα. | |
| 9603 | βουρκώνω | βουρ-κώ-νω ρ. (αμτβ.) {βούρκω-σα, -μένος, βουρκών-οντας} 1. (για μάτια γεμάτα δάκρυα) είμαι έτοιμος να κλάψω: ~σε από συγκίνηση. Με αγκάλιασε ~μένος. Πβ. δακρύζω.|| (μτφ.-λογοτ.) Ο ουρανός ~ει (: είναι συννεφιασμένος και προμηνύεται βροχή). 2. (σπάν.) βαλτώνω: Το μέρος ~σε από τα στάσιμα νερά της βροχής. [< μεσν. βουρκώνω] | |
| 9604 | βουρλίζω | βουρ-λί-ζω ρ. (μτβ.) {βούρλι-σα, βουρλί-στηκα, -σμένος} (λαϊκό): αναστατώνω, ταράζω κάποιον: Με ~σε (= ζάλισε, τρέλανε) με την πολυλογία του. ~εται από τις τύψεις (πβ. κατατρύχω). Θύμωσα, εκνευρίστηκα, ~στηκα (= τσαντίστηκα). Πβ. ζουρλαίνω, παλαβώνω, πονοκεφαλιάζω. [< μεσν. βουρλίζω] | |
| 9605 | βούρλο | [βοῦρλο] βούρ-λο ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. ποώδες υδρόφιλο φυτό (επιστ. ονομασ. Juncus) με κυλινδρικούς, κοίλους βλαστούς και λεία, στενόμακρα και αιχμηρά φύλλα: καλάθι/ψάθες από ~α. Καλαμιές και ~α. Πβ. σχοίνος. Βλ. σπαθόχορτο. 2. (μτφ.-προφ.) πρόσωπο ανόητο, ηλίθιο: Δεν πήρε είδηση απ' όσα είπα, το ~! Πβ. βλάκας, βλίτο, ζωντόβολο. [< μεσν. βούρλον < μτγν. βροῦλον] | |
| 9606 | βούρτσα | βούρ-τσα ουσ. (θηλ.): αντικείμενο που αποτελείται από τρίχες (φυσικές ή συνθετικές) ή από κομμάτια σύρματος σαν βελόνες, προσαρμοσμένα σε βάση, και χρησιμοποιείται για χτένισμα ή καθάρισμα, βάψιμο, γυάλισμα επιφάνειας: αντιστατική/ηλεκτρική/κυλινδρική/μαλακή/μεταλλική/περιστρεφόμενη/σκληρή/στρογγυλή ~. ~ μαλλιών (πβ. χτένα).|| Πλαστική ~. ~ δοντιών (= οδοντόβουρτσα)/παπουτσιών/χαλιών/χειρός. ~ καθαρισμού ρούχων. Τρίψτε (τα πλακάκια) με τη ~.|| ~ες βιομηχανικής/επαγγελματικής χρήσης. Βλ. πινέλο, ρολό, ταβανό-, συρματό-βουρτσα. ● Υποκ.: βουρτσάκι (το) [< μεσν. βούρτσα] | |
| 9607 | βουρτσίζω | βουρ-τσί-ζω ρ. (μτβ.) {βούρτσι-σα, -στηκε, -σμένος, βουρτσίζ-οντας}: χρησιμοποιώ βούρτσα, για να χτενίσω, καθαρίσω, γυαλίσω ή βάψω κάτι: ~σε τα μαλλιά της. ~ τα δόντια/τα παπούτσια/τη στολή.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~σμένο: αλουμίνιο/νικέλιο. [< μεσν. βουρτσίζω] | |
| 9608 | βούρτσισμα | βούρ-τσι-σμα ουσ. (ουδ.): η διαδικασία και το αποτέλεσμα του βουρτσίζω: σωστό/τακτικό ~ των δοντιών. ~ των μαλλιών/του σκύλου (πβ. χτένισμα). | |
| 9609 | βουστάσιο | βου-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): οργανωμένη μονάδα εκτροφής βοοειδών: ~α ελεύθερου/περιορισμένου σταβλισμού. Βλ. -στάσιο. [< μτγν. βουστάσιον ‘στάβλος’] | |
| 9610 | βουστροφηδόν | βου-στρο-φη-δόν επίρρ.: ΑΡΧ. τρόπος γραφής στις αρχαιότερες ελληνικές επιγραφές, κατά τον οποίο οι λέξεις γράφονταν από τα αριστερά προς τα δεξιά στην πρώτη γραμμή και στη συνέχεια η φορά άλλαζε κατά στίχο. Βλ. -ηδόν. [< μτγν. βουστροφηδόν, αγγλ. boustrophedon, γαλλ. boustrophédon] | |
| 9611 | βουταδιένιο | βου-τα-δι-έ-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. άχρωμος, εύφλεκτος υδρογονάνθρακας (C4H6), προϊόν κυρ. του πετρελαίου, ο οποίος χρησιμοποιείται στην κατασκευή συνθετικών ελαστικών. [< αγγλ. butadiene, 1900, γαλλ. butadiène, 1912] | |
| 9612 | βουτάνιο | βου-τά-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. κορεσμένος υδρογονάνθρακας (σύμβ. C4H10), προϊόν φυσικού αερίου, που χρησιμοποιείται ως καύσιμο: φιάλη ~ίου (βλ. γκαζάκι). Βλ. αλκάνια, -άνιο. [< γαλλ.-αγγλ. butane] | |
| 9613 | βουτάω | βλ. βουτώ | |
| 9614 | βουτένιο | βου-τέ-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. άχρωμο, εύφλεκτο, εύκολα ρευστοποιήσιμο αέριο (σύμβ. C4H8). Βλ. αλκένια. [< αγγλ. butene, γαλλ. butène] | |
| 9615 | βούτηγμα | βού-τηγ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. βύθιση σε υγρό ή ρευστό, βρέξιμο: ~ στη θάλασσα (πβ. βουτιά). ~ ψωμιού σε λαδόξιδο (βλ. παπάρα). ~ των λαχανικών σε νερό που βράζει (πβ. ζεμάτισμα). Κρακεράκια για ~. 2. (σπάν.) άρπαγμα, γράπωμα: ~ απ' το μαλλί. | |
| 9616 | βουτήματα | βου-τή-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΑΧΑΡ. αρτοσκευάσματα και γλυκίσματα μικρού μεγέθους, που σερβίρονται συνήθ. με ροφήματα: αλμυρά/γλυκά ~. ~ βουτύρου/διαίτης/κανέλας. Παξιμαδάκια, κουλουράκια, κριτσίνια, μπισκότα και άλλα ~. Πβ. πτι-φουρ. ● Υποκ.: βουτηματάκια (τα) [< γαλλ. mouillettes] | |
| 9617 | βουτηχτάρι | βου-τη-χτά-ρι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. γενική ονομασία υδρόβιων πτηνών (οικογ. Podicipedidae) που τρέφονται με ψάρια τα οποία πιάνουν, βουτώντας στο νερό. | |
| 9618 | βουτηχτής | βου-τη-χτής ουσ. (αρσ.) {βουτηχτ-άδες} (λαϊκό-παλαιότ.): δύτης. Βλ. σφουγγαράς. [< μεσν. βουτηχτής] | |
| 9619 | βουτιά | βου-τιά ουσ. (θηλ.) 1. πτώση ή βύθιση στο νερό: ~ στα βαθιά/στην πισίνα. ~ από βατήρα/βράχο/ψηλά. Αναγνωριστικές/δοκιμαστικές ~ιές. Κάνω ~ιές στη θάλασσα. (προφ.) Έριξα μια ~ (: κολύμπησα για λίγο). Πβ. κατάδυση. Βλ. μακροβούτι.|| (μτφ.) ~ στα δύσκολα. ~ στο παρελθόν/υποσυνείδητο (πβ. καταβύθιση). 2. (γενικότ.) άλμα προς τα κάτω: ~ θανάτου/στο κενό (πβ. πέσιμο, βλ. αυτοκτονία). Ακροβατικές ασκήσεις και ~ιές με αεροπλάνο.|| Ο τερματοφύλακας έκανε ~ για να πιάσει τη μπάλα (: εκτινάχθηκε μπροστά και έπεσε στο έδαφος, πβ. πλονζόν). 3. (μτφ.-προφ.) απότομη καθοδική πορεία: ~ των μετοχών/τιμών. ~ σημείωσε ο γενικός δείκτης του Χρηματιστηρίου. Πβ. πτώση. ● Υποκ.: βουτίτσα (η): κυρ. στη σημ. 1. [< βουτώ, γαλλ. plongeon] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ