| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 9620 | βουτσί | βου-τσί ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.): βαρέλι. [< μεσν. βουτσί(ον)] | |
| 9621 | βουτύλιο | βου-τύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. μονοσθενής ρίζα (σύμβ. C4H9) που προέρχεται από το βουτάνιο με την απώλεια ενός ατόμου υδρογόνου· κυρ. κατ' επέκτ. συνθετικό ελαστικό, ιδιαίτερα ανθεκτικό: καουτσούκ/κόλλα/μονωτικά υλικά ~ίου. Προστατευτικά γάντια/πώμα από ~. Βλ. νεοπρέν. [< γαλλ. butyle < but(yrique) + yle, αγγλ. butyl] | |
| 9622 | βουτυράτος | , η, ο [βουτυρᾶτος] βου-τυ-ρά-τος επίθ. ΣΥΝ. βουτυρένιος 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που περιέχει βούτυρο: ~α: μπισκότα (= βουτύρου). Βλ. -άτος. 2. που έχει τη γεύση ή το άρωμα του βουτύρου: ~η: μυζήθρα/φέτα. ● Ουσ.: βουτυράτα (τα): ΒΟΤ. ποικιλία μαλακών και αρωματικών αχλαδιών με γλυκιά γεύση. Βλ. κοντούλα, κρυστάλλι. [< γαλλ. beurrés] | |
| 9623 | βουτυρέλαιο | βου-τυ-ρέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γαλακτοκομικό προϊόν με μεγάλη περιεκτικότητα σε λιπαρά, το οποίο παρασκευάζεται με αφυδάτωση του βουτύρου· άνυδρο βούτυρο. Βλ. -έλαιο. | |
| 9624 | βουτυρένιος | , ια, ιο βου-τυ-ρέ-νιος επίθ.: βουτυράτος. [< μτγν. βουτύρινος] | |
| 9625 | βουτυρικός | , ή, ό βου-τυ-ρι-κός επίθ.: συνήθ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: βουτυρική ζύμωση: ΧΗΜ. διαμόρφωση του βουτυρικού οξέος με μετατροπή του σακχάρου, του γαλακτικού οξέος ή του αμύλου, η οποία οφείλεται σε μικροοργανισμούς. [< γαλλ. fermentation butyrique] , βουτυρικό οξύ: ΧΗΜ. άχρωμο και δύσοσμο υγρό που βρίσκεται στο ταγκισμένο βούτυρο και στον ανθρώπινο ιδρώτα. [< γαλλ. acide butyrique, αγγλ. butyric acid] | |
| 9626 | βούτυρο | βού-τυ-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ύρου} ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. 1. εδώδιμη λιπαρή ουσία λευκοκίτρινου χρώματος, σε στερεή και μαλακή μορφή, που παράγεται από επεξεργασία γάλακτος και χρησιμοποιείται στη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική: αγελαδινό/αλατισμένο/ανάλατο/άνυδρο (= βουτυρέλαιο)/κατσικίσιο/νωπό/πρόβειο/φρέσκο ~. Ψωμί με ~ και μαρμελάδα/μέλι. Αλείψτε το ταψί με ~. Το ~ λιώνει. Βλ. στακο~. 2. ανάλογη ουσία που παρασκευάζεται από τους σπόρους διάφορων φυτών: ζωικό/φυτικό ~. ~ καριτέ/καρύδας/μάνγκο/φιστικιών (= φιστικοβούτυρο). Πβ. μαργαρίνη. ● βουτύρου: που περιέχει βούτυρο: καραμέλες/κρουασάν/μπισκότα ~ (= βουτυράτα). ● Υποκ.: βουτυράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: βούτυρο (του) κακάο βλ. κακάο ● ΦΡ.: βούτυρο στο ψωμί (μτφ.): για καθετί που ενισχύει κάποιον ή κάτι, που αποβαίνει προς όφελός του: ~ ~ των κερδοσκόπων/των λαϊκιστών. Ρυθμίσεις που αποτελούν ~ ~ των εμπόρων/των πολυεθνικών. [< αρχ. βούτυρον, αγγλ. butter, γαλλ. beurre] | |
| 9627 | βουτυρο- & βουτυρό- & βουτυρ- | α' συνθετικό κυρ. ουσιαστικών∙ αναφέρεται 1. στο βούτυρο: βουτυρό-γαλα. Βουτυρ-έλαιο. 2. (μειωτ.) σε καλομαθημένο, παραχαϊδέμενο, νεαρό συνήθ., άνδρα: βουτυρο-μπεμπές. Βουτυρό-παιδο. | |
| 9628 | βουτυρόγαλα | βου-τυ-ρό-γα-λα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. το άπαχο προϊόν που απομένει από την απομάκρυνση του βουτύρου από το γάλα, το οποίο χρησιμοποιείται στη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική: ~ σε σκόνη. Βλ. τυρόγαλα. [< γερμ. Buttermilch] | |
| 9629 | βουτυρομπεμπές | βου-τυ-ρο-μπε-μπές ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): βουτυρόπαιδο. | |
| 9630 | βουτυρόπαιδο | βου-τυ-ρό-παι-δο ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.): χαϊδεμένο παιδί, εύπορης συνήθ. οικογένειας, που έχει μάθει να ζει στην καλοπέραση: κακομαθημένο ~. Βλ. -παιδο. ΣΥΝ. βουτυρομπεμπές, σοκολατόπαιδο | |
| 9631 | βουτυρώνω | βου-τυ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {βουτύρω-σα, βουτυρώ-θηκε, -μένος} 1. αλείφω με βούτυρο: ~ και αλευρώνω το πυρέξ/το ταψί. 2. βάζω βούτυρο (σε φαγητό ή γλύκισμα): ~μένα: μακαρόνια. Πβ. σοτάρω, τσιγαρίζω. | |
| 9632 | βουτώ | [βουτῶ] βου-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {βουτάς ... | βούτ-ηξα, -ιέται, -ήχτηκε, -ηγμένος, -ώντας} & βουτάω 1. βυθίζω κάτι μέσα σε υγρό: ~ηξε το παξιμάδι στον καφέ/το πινέλο στην τέμπερα/το σφουγγάρι στη σαπουνάδα. ~ηξε το μωρό στην κολυμπήθρα (ενν. ο παπάς κατά τη βάφτιση). Τα μελομακάρονα ~ιούνται στο μέλι. Τα πόδια του ~ήχτηκαν στη λάσπη (= βούλιαξαν, βυθίστηκαν, χώθηκαν). ~ηγμένος μέχρι τη μέση στο νερό.|| (μτφ., για κάτι που υπάρχει σε μεγάλο βαθμό) Πόλη ~ηγμένη στο νέφος/στο σκοτάδι (= βυθισμένη). ~ηγμένοι στον ιδρώτα (= πολύ ιδρωμένοι, κάθιδροι). 2. πέφτω από ύψος στο νερό ή στο έδαφος· κάνω βουτιά: ~ηξε (από τα βράχια) στη θάλασσα/σε βάθος ... μέτρων. ~ηξαν για σφουγγάρια/να πιάσουν τον σταυρό (: στην εορτή των Θεοφανείων). Πβ. καταδύομαι.|| ~ηξε στο κενό (: έπεσε, ενν. για να αυτοκτονήσει).|| (μτφ.) Ο ήλιος ~ηξε στη θάλασσα (= έδυσε). Ο Γενικός Δείκτης ~ηξε στις ... μονάδες (: για μεγάλη πτώση). 3. (προφ.) αρπάζω απότομα, σφιχτά και βίαια: Τον ~ηξε από τον γιακά/τον λαιμό/τα μαλλιά/τον ώμο. Τους ~ηξαν και τους κόλλησαν στον τοίχο.|| Τον ~ηξαν (= συνέλαβαν) τα όργανα της τάξεως. ΣΥΝ. αδράχνω, γραπώνω (1) 4. (μτφ.-προφ.) κλέβω: Μου ~ηξαν το κινητό/το πορτοφόλι/την τσάντα. ● Παθ.: βουτήχτηκε/έχει βουτηχτεί (μτφ.-προφ.): περιήλθε σε δυσάρεστη θέση, κατάσταση: Η χώρα ~ στο πένθος. ~ (μέχρι τον λαιμό) στη διαφθορά.|| ~ηγμένος στην αμαρτία/στα ναρκωτικά (= πνιγμένος, χωμένος). Πβ. βουλιάζω, βυθίζομαι. ● ΦΡ.: πριν μιλήσεις, βούτα τη γλώσσα στο μυαλό σου (μτφ.): προτού πεις κάτι, να το σκεφτείς καλά., βουτηγμένος στο αίμα βλ. αίμα, κολυμπάει/έπεσε σε βαθιά νερά/στα βαθιά (νερά) βλ. κολυμπώ, πνίγεται/είναι βουτηγμένος/έχει βουλιάξει στα χρέη βλ. χρέος [< μεσν. βουτώ, γαλλ. tremper] | |
| 9633 | βοώ | [βοῶ] βο-ώ ρ. (αμτβ.) {βοά ... | συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.) 1. (μτφ.) συζητώ κάτι πολύ, προκαλώ έντονες συζητήσεις γύρω από ένα θέμα: ~ά η γειτονιά/το πανελλήνιο/ο τόπος. ~ούν τα ΜΜΕ για το σκάνδαλο. Πβ. βουίζει. 2. (κυρ. μτφ.) κραυγάζω, φωνάζω: Τα γεγονότα/στοιχεία ~ούν ότι ... ● ΦΡ.: φωνή βοώντος εν τη ερήμω [φωνή βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ] (ΚΔ): σε περιπτώσεις που οι συμβουλές ή οι οδηγίες κάποιου πέφτουν στο κενό: Προσπάθησα να τον μεταπείσω, αλλά μάταια! ~ ~! ΣΥΝ. εγώ τα λέω, εγώ τ' ακούω/μόνος μου τα λέω, μόνος μου τ' ακούω [< αρχ. βοῶ] | |
| 9634 | βραβείο | [βραβεῖο] βρα-βεί-ο ουσ. (ουδ.): καθετί που απονέμεται σε κάποιον, κυρ. από φορέα, ως αναγνώριση της αξίας, της προσφοράς ή των επιδόσεών του σε ορισμένο τομέα: κινηματογραφικό/κρατικό/λογοτεχνικό/σχολικό ~. ~ καινοτομίας/Νόμπελ/Όσκαρ (πβ. αγαλματίδιο)/Πούλιτζερ. Χορηγός (του) ~ου. Τηλεοπτικά/χρηματικά ~α. ~α ανδρείας/προόδου. Παίρνω το πρώτο/δεύτερο ~. Τιμήθηκε με το ~ ... Τα ~α της Ακαδημίας Αθηνών. Πβ. αριστείο, έπαθλο. Βλ. αντι~, δίπλωμα, έπαινος, μετάλλιο, τιμητική διάκριση. ● ΣΥΜΠΛ.: βραβείο ήθους βλ. ήθος ● ΦΡ.: το παράσημο/το βραβείο της ανοιχτής παλάμης βλ. παλάμη [< μτγν. βραβεῖον ‘έπαθλο του αγώνα, ανταμοιβή’, γαλλ. prix, αγγλ. prize] | |
| 9635 | βράβευση | βρά-βευ-ση ουσ. (θηλ.): η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βραβεύω: διεθνής ~. ~ αθλητών/αριστούχων (μαθητών)/σχολείων. Τελετή/τιμητική πλακέτα ~ης. Βλ. επι~. | |
| 9636 | βραβεύσιμος | , η, ο βρα-βεύ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που αξίζει να βραβευτεί: Η μελέτη δεν κρίθηκε ~η. Βλ. επι~. | |
| 9637 | βραβεύω | βρα-βεύ-ω ρ. (μτβ.) {βράβευ-σα, βραβεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα (μτχ. -θείς, -θείσα, -θέν), -οντας, -όμενος, -μένος}: απονέμω βραβείο, τιμητική διάκριση σε κάποιον: ~ τον καλύτερο μαθητή/παίκτη. ~ με αναμνηστικό μετάλλιο/χρηματικό έπαθλο. Τη ~σαν για την προσφορά της. Η Ακαδημία Αθηνών ~σε το ερευνητικό του έργο. ~τηκαν οι αριστούχοι/οι επιτυχόντες στις εξετάσεις. Ηθοποιός ~μένος με Όσκαρ (βλ. πολυβραβευμένος). Οι ~θέντες του διεθνούς διαγωνισμού.|| (μτφ.) ~τηκαν οι κόποι μιας χρονιάς. Πβ. επι~. [< μτγν. βραβεύω] | |
| 9638 | βραγιά | βρα-γιά ουσ. (θηλ.) (διαλεκτ.): τμήμα καλλιεργήσιμης γης, κυρ. κήπου, φυτεμένo με λουλούδια ή λαχανικά, που περιβάλλεται συνήθ. από αυλάκι για το πότισμά τους. Πβ. παρτέρι, πρασιά. [< ιταλ. braia] | |
| 9639 | βράγχια | βράγ-χι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. αναπνευστικά όργανα των ψαριών και ορισμένων αμφίβιων. Βλ. πνεύμονας. ΣΥΝ. σπάραχνα [< αρχ. βράγχια, γαλλ. branchies, αγγλ. branchiæ, branchia] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ