Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [10520-10540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9640βραγχιακός, ή, ό βραγ-χι-α-κός επίθ.: ΖΩΟΛ. που σχετίζεται με τα βράγχια: ~ή: κοιλότητα/κύστη. ~ό: επικάλυμμα. ~ά: τόξα. ~ές: σχισμές. [< γαλλ.-αγγλ. branchial]
9641βράγχοςβράγ-χος ουσ. (ουδ. + αρσ.): ΙΑΤΡ. βραχνάδα. [< αρχ. βράγχος (ὁ)]
9642βραδέωςβρα-δέ-ως επίρρ. {βραδ-ύτερα, -ύτατα} (λόγ.): αργά, σιγά, χωρίς βιασύνη. ΑΝΤ. γρήγορα (1), ραγδαία, ταχέως (1) ● ΦΡ.: σπεύδε βραδέως βλ. σπεύδω ● βλ. βραδύς [< αρχ. βραδέως]
9643βραδιάβρα-διά ουσ. (θηλ.) 1. βράδυ, νύχτα: ανοιξιάτικη/αξέχαστη/βροχερή/γλυκιά/ήσυχη/καλοκαιρινή/μαγευτική/ρομαντική/φεγγαρόλουστη/φθινοπωρινή/χειμωνιάτικη ~. Η ~ κύλησε υπέροχα. Πέρασαμε τη ~ μας κουβεντιάζοντας. Η έκπληξη της ~ιάς. Σχέσεις (της) μιας ~ιάς (= σύντομες, επιπόλαιες). Βλ. αστρο~. 2. (κατ' επέκτ.) εκδήλωση που οργανώνεται βραδινές ώρες: ~ βιβλίου/κινηματογράφου/μπαλέτου/όπερας/ποίησης. Το πρόγραμμα της ~ιάς άνοιξε με ... Καλλιτεχνικές/κεφάτες/παραδοσιακές ~ιές με ζωντανή μουσική/συναυλίες/χορό. ~ιές αφιερωμένες στο θέατρο. Διοργανώνονται ~ιές πολιτισμού. Πβ. εσπερίδα, σουαρέ.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ του ναύτη/οπλίτη. ● ΣΥΜΠΛ.: λογοτεχνική/φιλολογική βραδιά & λογοτεχνικό/φιλολογικό βραδινό: εκδήλωση που γίνεται βράδυ και περιλαμβάνει ανάγνωση πεζού ή/και ποιητικού λόγου καθώς και σχετική συζήτηση. [< γαλλ. soirée littéraire] , μουσική βραδιά & μουσικό βραδινό: με εκτέλεση μουσικών έργων και συνήθ. τραγούδι: έντεχνη/εορταστική ~ ~. [< μεσν. βραδιά, γαλλ. soirée - παλαιότ. ορθογρ. βραδυά]
9644βραδιάζειβρα-διά-ζει ρ. {βράδια-σε, βραδιάζ-οντας}: έρχεται το βράδυ, νυχτώνει: ~σε για τα καλά. Πβ. σκοτεινιάζει, σουρουπώνει. Βλ. ξημερώνει, χαράζει.βραδιάσαμε & (σπάν.) βραδιαστήκαμε (προφ.): πέρασε η ώρα, μας έπιασε το βράδυ, συνήθ. εξαιτίας της αργοπορίας κάποιου: ~ μέχρι/ώσπου να ετοιμαστεί. Κάτσαμε, τα ήπιαμε και ~, χωρίς να το καταλάβουμε. ΣΥΝ. μας πήρε/μας έπιασε/μας βρήκε η νύχτα/το βράδυ, νυχτώσαμε [< μεσν. βραδιάζω - παλαιότ. ορθογρ. βραδυάζει]
9645βραδιάτικαβρα-διά-τι-κα επίρρ. & (σπάν.) βραδιάτικο (προφ.): μέσα στη νύχτα (για να δηλωθεί κάτι απρόσμενο ή/και ενοχλητικό, δυσάρεστο): Ποιος παίρνει τηλέφωνο ~; Τρέχαμε ~ στα νοσοκομεία. Βλ. μεσημερ-, πρωιν-ιάτικα. ΣΥΝ. νυχτιάτικα
9646βραδινός, ή, ό βρα-δι-νός επίθ.: που σχετίζεται με το βράδυ ή γίνεται κατά τη διάρκειά του: ~ός: περίπατος/ύπνος. ~ή: βάρδια/διασκέδαση/έξοδος/(τηλεοπτική) ζώνη/προβολή/πτήση/τουαλέτα (: επίσημη). ~ό: δελτίο (ειδήσεων)/πρόγραμμα.|| (προφ.) Είναι ~ (: εργάζεται βραδινές ώρες). Πβ. νυχτερινός. Βλ. εσπερινός, μεσημεριανός, μεταμεσονύχτιος, πρωινός. ● Ουσ.: βραδινή (η): η τελευταία κινηματογραφική προβολή ή θεατρική παράσταση μιας μέρας. Βλ. (λαϊκή) απογευματινή., βραδινό (το): ενν. γεύμα: Πρωινό, μεσημεριανό και ~. Πβ. δείπνο. ● ΣΥΜΠΛ.: λογοτεχνική/φιλολογική βραδιά βλ. βραδιά, μουσική βραδιά βλ. βραδιά [< μεσν. βραδινός]
9647βράδυβρά-δυ ουσ. (ουδ.) {πληθ. βράδ-ια} 1. το χρονικό διάστημα από τη δύση του ήλιου μέχρι τα μεσάνυχτα· κατ' επέκτ. νύχτα: βροχερό/γλυκό/δροσερό/ζεστό/κυριακάτικο ~. Ανοιξιάτικα/καλοκαιρινά/χειμωνιάτικα ~ια. Το ~ των εκλογών/της Πρωτοχρονιάς. Αργά/νωρίς το ~. Κατά/προς το ~. Απόψε το/αύριο (το)/χθες (το) ~. Το ~ της 3ης προς 4η Ιουλίου ... Στις εννιά το ~. Έπεσε/έρχεται/ζυγώνει το ~. Κοντεύει ~. Ανανεώνουμε το ραντεβού μας για το ~ της Τρίτης. (ως πρόταση για έξοδο:) Είσαι ελεύθερη/κάνεις κάτι (σήμερα) το ~; (επαναλαμβανόμενη συνήθεια:) Κάθε ~/το ~/τα ~ια βλέπει τηλεόραση. (σε διήγηση:) Ήταν Σάββατο ~, όταν ... Περάσαμε ένα ήρεμο/ήσυχο ~ (= βραδιά). Πβ. εσπέρα. Βλ. απόγευμα, πρωί.|| Ατελείωτο ~. Τι όνειρο είδες το ~; (λογοτ.) ~ια αξημέρωτα. ΑΝΤ. ημέρα (1) 2. (κατ΄επέκτ.) κοινωνική δραστηριότητα (δείπνο, έξοδος) που έλαβε χώρα το συγκεκριμένο διάστημα: Σ’ ευχαριστώ πολύ για το αξέχαστο/όμορφο/υπέροχο ~! ● Υποκ.: βραδάκι (το): οι πρώτες βραδινές ώρες: Έλα (κατά) το ~. Βλ. απογευματ-, μεσημερ-άκι. ● ΦΡ.: από/απ' το πρωί ως/μέχρι το βράδυ & (λόγ.) από πρωίας μέχρι νυκτός: διαρκώς, συνεχώς: Διαβάζει/τρέχει ~ ~. Είναι μαζί ~ ~ (= είναι αχώριστοι)., βράδυ-βράδυ (προφ.-λογοτ.): το σούρουπο, πριν νυχτώσει πολύ., καλό βράδυ! (ευχετ.): καληνύχτα: ~ ~ και όνειρα γλυκά! ~ ~, τα λέμε αύριο!|| Να έχεις (ένα) ~ ~!, πρωί βράδυ 1. & (λογοτ.) βράδυ πρωί: συνέχεια, όλη μέρα: Δουλεύει ~ ~ (= νυχθημερόν). Το κατάστημα είναι ανοιχτό ~ ~. Βλ. χειμώνα καλοκαίρι. 2. δύο φορές την ημέρα, μία το πρωί και μία το βράδυ: Βουρτσίζει τα δόντια του ~ ~. Βγάζει τον σκύλο βόλτα ~ ~., μας πήρε (το) μεσημέρι/μας πήρε το βράδυ βλ. παίρνω, μας πήρε/μας έπιασε/μας βρήκε η νύχτα/το βράδυ βλ. νύχτα [< μεσν. βράδυ, πιθ. βράδι(ον), συγκρ. βαθμός του επιρρ. βραδέως]
9648βραδυ- & βραδύ-(λόγ.): α' συνθετικό επιθέτων και ουσιαστικών που δηλώνει βραδύτητα ή δυσκολία στην εκτέλεση λειτουργίας: βραδυ-κίνητος/~φλεγής. Βραδύ-καυστος.|| (μτφ.) Bραδύ-νους (ΑΝΤ. οξύ-).|| (ΙΑΤΡ.) Βραδυ-καρδία (ΑΝΤ. ταχυ-).|| Βραδυ-πορώ.|| Βραδ-έως.
9649βραδυγλωσσίαβρα-δυ-γλωσ-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή της ομιλίας, που χαρακτηρίζεται από δυσκολία στην άρθρωση του λόγου και οφείλεται κυρ. σε ψυχοπαθολογικά αίτια. Πβ. τραυλισμός. Βλ. -γλωσσία, γλωσσοδέτης. [< μτγν. βραδυγλωσσία]
9650βραδύγλωσσος, η, ο βρα-δύ-γλωσ-σος επίθ./ουσ.: ΙΑΤΡ. για πρόσωπο που πάσχει από βραδυγλωσσία. Πβ. τραυλός. [< μτγν. βραδύγλωσσος]
9651βραδυκαρδίαβρα-δυ-καρ-δί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επιβράδυνση του ρυθμού της καρδιάς (κάτω από τους εξήντα παλμούς το λεπτό). Βλ. αρρυθμία. ΑΝΤ. ταχυκαρδία [< γαλλ. bradycardie, αγγλ. bradycardia
9652βραδύκαυστος, η, ο βρα-δύ-καυ-στος επίθ. (λόγ.): που καίγεται αργά: ~η: θρυαλλίδα. ~ο: υλικό/φιτίλι. ΣΥΝ. βραδυφλεγής (1) [< γαλλ. à combustion lente]
9653βραδυκινησίαβρα-δυ-κι-νη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική επιβράδυνση των εκούσιων κινήσεων του οργανισμού. Πβ. δυσκινησία. Βλ. δυσκαμψία, παρκινσονισμός, υποκινησία. [< μτγν. βραδυκινησία ‘αργή κίνηση’, γαλλ. bradykinésie, αγγλ. bradykinesia]
9654βραδυκίνητος, η, ο βρα-δυ-κί-νη-τος επίθ. (λόγ.): που κινείται με αργούς ρυθμούς: ~ο: όχημα.|| (μτφ.) ~ος: (κρατικός) µηχανισµός. ~η: διαδικασία. Πβ. δυσκίνητος, νωθρός. Βλ. -κίνητος. ΣΥΝ. αργοκίνητος ΑΝΤ. γοργοκίνητος, γρήγορος (1), ταχυκίνητος [< μτγν. βραδυκίνητος]
9655βραδυκινίνηβρα-δυ-κι-νί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πεπτίδιο που αποτελείται από εννέα αμινοξέα, απελευθερώνεται στο πλάσμα του αίματος σε περίπτωση ασθένειας ή τραύματος, έχει αγγειοδιασταλτικές ιδιότητες και χρησιμοποιείται για την παραγωγή αντιυπερτασικών φαρμάκων. [< αγγλ. bradykinin, 1949, γαλλ. bradykinine, 1968]
9656βραδύνοιαβρα-δύ-νοι-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μειωμένη αντιληπτική ή/και κριτική ικανότητα· (ΙΑΤΡ.) η αντίστοιχη κατάσταση που οφείλεται σε ψυχοπαθολογικά αίτια. Πβ. νοητική υστέρηση. ΣΥΝ. αμβλύνοια ΑΝΤ. αγχίνοια, ευστροφία (1), ευφυΐα (1), οξύνοια [< μτγν. βραδύνοια]
9657βραδύνους, ους, ουν βρα-δύ-νους επίθ./ουσ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται ή πάσχει από βραδύνοια. ΣΥΝ. αργόστροφος (1), βραδύς (2) [< μτγν. βραδύνους]
9658βραδύνωβρα-δύ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {βράδυ-να} (λόγ.) 1. ελαττώνω την ταχύτητα σε κάτι, επιβραδύνω: ~νε το βήμα του. ~ουν τους ρυθμούς ανάπτυξης. ΑΝΤ. επισπεύδω, επιταχύνω (1) 2. {στο γ' πρόσ.} καθυστερώ, αργώ: Η υλοποίηση των έργων δεν πρέπει να ~ει. ΣΥΝ. αργοπορώ (1), βραδυπορώ [< αρχ. βραδύνω]
9659βραδύπνοιαβρα-δύ-πνοι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική μείωση του αριθμού των αναπνοών ανά λεπτό. Βλ. ά-, υπό-πνοια. ΑΝΤ. ταχύπνοια [< αγγλ. bradypn(o)ea]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.