Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [10540-10560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9660βραδυπορίαβρα-δυ-πο-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αργή πορεία και γενικότ. καθυστέρηση: λωρίδα ~ας.|| (μτφ.) ~ στην υλοποίηση των στόχων (= αργοπορία). [< μεσν. βραδυπορία]
9661βραδυπορώ[βραδυπορῶ] βρα-δυ-πο-ρώ ρ. (αμτβ.) {-είς ...} (λόγ.): (μτφ.) κινούμαι με αργούς ρυθμούς: Η διαδικασία έγκρισης του σχεδίου ~εί (= αργοπορεί, καθυστερεί). Πβ. ολιγωρώ, χρονοτριβώ. [< μτγν. βραδυπορῶ]
9662βραδύπουςβρα-δύ-πους ουσ. (αρσ.) {πληθ. βραδύποδες κ. βραδύποδα (τα)}: ΖΩΟΛ. τροπικό θηλαστικό φυτοφάγο ζώο (επιστ. ονομασ. Bradypus, Choloepus), αργοκίνητο και δενδρόβιο. [< αρχ. βραδύπους 'που προχωρεί αργά', γαλλ. bradype]
9663βραδύς, εία, ύ βρα-δύς επίθ. {βραδ-έος | -είς (ουδ. -έα), -έων} (λόγ.) 1. που επιτελείται ή κινείται με πιο αργούς από τους αναμενόμενους ρυθμούς: ~εία: ανάπτυξη/εξέλιξη/(ΧΗΜ.) καύση. ~έα: κύματα/νετρόνια. Φάρμακο ~είας δράσης. Δισκία ~είας απελευθέρωσης. ΑΝΤ. γρήγορος (1), ταχύς (1) 2. (για πρόσ.) βραδύνους. ΣΥΝ. αργόστροφος (1) ΑΝΤ. εύστροφος ● βλ. βραδέως [< αρχ. βραδύς]
9664βραδύτηταβρα-δύ-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αργού: ~ των κινήσεων. Πβ. δυσκινησία.|| ~ στην εκδίκαση των δικαστικών υποθέσεων (= αργοπορία, καθυστέρηση). Αντιδρά στα ερεθίσματα με ~. Οι συνομιλίες εξελίσσονται με ~ (= βραδείς ρυθμούς).|| (Δια)νοητική ~ (πβ. νωθρότητα). ~ σκέψης (= βραδύνοια). Βλ. -ύτητα. ΑΝΤ. ταχύτητα (2) [< μτγν. βραδύτης]
9665βραδυφλεγής, ής, ές βρα-δυ-φλε-γής επίθ. {βραδυφλεγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.) 1. που καίγεται αργά: ~ές: ύφασμα. ~ή: υλικά. Βλ. άφλεκτος. ΣΥΝ. βραδύκαυστος ΑΝΤ. εύφλεκτος (1) 2. (μτφ.) που αργεί να εκφραστεί, να ξεσπάσει: ~ής: αντίδραση. ● επίρρ.: βραδυφλεγώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: βραδυφλεγής βόμβα (μτφ.): για οτιδήποτε αποτελεί σοβαρό κίνδυνο, εκδηλώνεται σιγά-σιγά και παίρνει τελικά εκρηκτικές διαστάσεις: ~ ~ η ανεργία. Οι χωματερές αποτελούν βραδυφλεγή ~ για το περιβάλλον. [< αγγλ. slow-burning, γαλλ. à combustion lente]
9666βραζιλιάνικος, η, ο βρα-ζι-λιά-νι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τη Βραζιλία ή/και τους Βραζιλιάνους.
9667Βραζιλιάνος, ΒραζιλιάναΒρα-ζι-λιά-νος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Βραζιλία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει τη βραζιλιάνικη υπηκοότητα.
9668βράζωβρά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έβρα-ζα, έβρα-σα, βρά-στηκε, -στεί, -σμένος, βράζ-οντας} 1. μαγειρεύω κάτι μέσα σε νερό που βρίσκεται σε κατάσταση βρασμού ή θερμαίνω υγρό μέχρι το σημείο βρασμού του: ~ το κρέας/τα μακαρόνια/τη σούπα/τα χόρτα/το ψάρι σε υψηλή/χαμηλή θερμοκρασία. Μη ~σεις πολύ το ρύζι και λασπώσει! Λαχανικά που έχουν ~στεί στον ατμό. ~σμένες: πατάτες (βλ. προβρασμένος). ~σμένα: αβγά.|| ~στε το ζουμί/σιρόπι/χαμομήλι (για) πέντε λεπτά. Βλ. σιγο~. 2. (μτφ.-προφ.) για πρόσωπο που ζεσταίνεται υπερβολικά ή βρίσκεται σε ένταση, αναταραχή: Έχουμε ~σει (= ανάψει, σκάσει) από τη ζέστη!|| (ειδικότ.) ~ει στον πυρετό (= καίγεται, ψήνεται).|| Δεν έλεγα τίποτα, αλλά (από) μέσα μου ~ζα από θυμό (: ήμουν πολύ θυμωμένος, είχα φουντώσει, ήμουν έτοιμος να εκραγώ). Η κερκίδα/ο κόσμος ~ει από αγανάκτηση. ~ει από το κακό του. (κατ' επέκτ.) Η οργή ~ει.βράζει 1. (για υγρό ή φαγητό) έχει θερμανθεί τόσο, ώστε να βγάζει ατμούς: (σε συνταγή:) Μόλις το νερό αρχίσει να ~ (= κοχλάζει), ρίξτε τα ζυμαρικά. Το γάλα/τσάι ~σε. Πβ. αναβράζει, ζέει.|| Τα όσπρια δεν έχουν ~σει καλά (: θέλουν κι άλλο βράσιμο). Αφήνουμε τη σάλτσα να ~σει σε σιγανή/χαμηλή φωτιά (πβ. σιγοβράζω). 2. (μτφ.) (για μέρος) έχει πολύ υψηλή θερμοκρασία ή βρίσκεται σε έκρυθμη κατάσταση: ~ το δωμάτιο. Έξω ~ ο κόσμος/ο τόπος! Καμίνι που ~ η πόλη. ΣΥΝ. ζεματάει, καίει.|| Περιοχή που ~ από φυλετικές συγκρούσεις. 3. υφίσταται ζύμωση: ~ ο μούστος/το τσίπουρο. ΣΥΝ. ζυμώνεται (2) ● ΦΡ.: βράσε ρύζι/όρυζα (προφ.): προς δήλωση αδιεξόδου, απογοήτευσης ή των δυσάρεστων συνεπειών που θα επακολουθήσουν: Έτσι και μπλέξεις με τα γραφειοκρατικά, ~ ~! ΣΥΝ. άστα (να πάνε) (καλύτερα) & άσε καλύτερα, ζήτω που καήκαμε!, κλάφ' τα (Χαράλαμπε), να τον/την/το βράσω (προφ.): για κάποιον ή κάτι που περιφρονώ, δεν υπολογίζω, απορρίπτω: Τέτοιον φίλο ~ ~! Να τα ~ τα λεφτά του!, άστα βράστα βλ. αφήνω, βράζει στο ζουμί του βλ. ζουμί, βράζει/κοχλάζει το αίμα βλ. αίμα, καζάνι που βράζει/κοχλάζει βλ. καζάνι, όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε βλ. καζάνι [< μτγν. βράζω]
9669βράκαβρά-κα ουσ. (θηλ.) 1. ΛΑΟΓΡ. φαρδύ παντελόνι με πτυχές, το μήκος του οποίου φτάνει ως τα γόνατα ή τους αστραγάλους: κρητική/κυπριακή/μαύρη/νησιώτικη/παραδοσιακή ~. Πβ. σαλβάρι, φουφούλα. 2. (προφ.-μειωτ.) μακρύ ή φαρδύ παντελόνι. [< μεσν. βράκα]
9670βρακίβρα-κί ουσ. (ουδ.) (προφ.): εσώρουχο που καλύπτει την περιοχή των γεννητικών οργάνων και τους γλουτούς: άσπρο/βαμβακερό/τρύπιο ~. Ανδρικό ~ (πβ. μπόξερ, σλιπ, σώβρακο). Γυναικείο ~ (πβ. κιλότα). Αλλάζω/βάζω/βγάζω/φορώ ~.|| (κατ' επέκτ.) Mάζεψε τα ~ιά σου (= παντελόνια)! ● Υποκ.: βρακάκι (το) ● ΦΡ.: δεν έχει (δεύτερο) βρακί να φορέσει (μτφ.): είναι πολύ φτωχός., δίνει/πουλάει και το βρακί του (μτφ.): κάνει, προσφέρει τα πάντα, προκειμένου να πετύχει κάτι., κατεβάζει τα βρακιά (του) (μτφ.): υποχωρεί, δειλιάζει., τα μεταξωτά βρακιά θέλουν κι επιδέξιους/και μεταξωτούς κώλους (παροιμ.): για κάποιον που επιθυμεί να επιτύχει φιλόδοξο ή δύσκολο στόχο, αλλά δεν έχει τις απαιτούμενες ικανότητες ή τη διάθεση να κάνει τις απαραίτητες προσπάθειες., την πήρε με το βρακί της (παλαιότ.-μτφ.): την παντρεύτηκε χωρίς προίκα., τον έβαλε/τον έχει βάλει στο βρακί της (μτφ.): (κυρ. για σύζυγο) τον κάνει ό,τι θέλει, τον σέρνει από τη μύτη., κώλος και βρακί βλ. κώλος [< μεσν. βρακί(ν)]
9671βρακοφόροςβρα-κο-φό-ρος επίθ./ουσ. (επίσ.): (για άνδρα) που φορά παραδοσιακή βράκα: ~ Κρητικός. ~οι και φουστανελοφόροι. Βλ. -φόρος.
9672βράκτιοβρά-κτι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. καθένα από τα μικρά, συνήθ. χρωματιστά, φύλλα που βρίσκονται στη βάση άνθους ή ταξιανθίας: (κ. ως επίθ.) ~α φύλλα. Πβ. σέπαλο. Βλ. κάλυκας, λέπυρα. [< νεολατ. bractea, γαλλ. bractée]
9673βράσηβρά-ση ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. βρασμός, βράσιμο: Η ~ του φαγητού να γίνει σε χαμηλή φωτιά. 2. (μτφ.) αφόρητη ζέστη: Μέσα στη ~ του καλοκαιριού. Βλ. κουφόβραση. 3. (σπάν.) ζύμωση. ~ του μούστου. ● ΦΡ.: (πάνω) στη βράση (μτφ.): (πάνω) στην ένταση, στην κορύφωση: ~ ~ του αγώνα/της επανάστασης., παίρνει (μια) βράση: (για θερμαινόμενο υγρό ή φαγητό) αρχίζει να βράζει: (σε συνταγές:) Μόλις το νερό πάρει ~, ρίχνετε τα ζυμαρικά. Αφήστε τα χόρτα να πάρουν μερικές βράσεις και μετά ..., στη βράση κολλάει το σίδερο (παροιμ.): παρότρυνση σε κάποιον να αξιοποιήσει χωρίς καθυστέρηση την ευκαιρία που του δίνεται. [< μτγν. βράσις]
9674βράσιμοβρά-σι-μο ουσ. (ουδ.) {βρασίμ-ατος} 1. βρασμός: ~ αβγών/ζυμαρικών/νερού. ~ στην κατσαρόλα/σε χαμηλή φωτιά. Χρόνος ~ατος. Βλ. τηγάνισμα, ψήσιμο. ΣΥΝ. βράση (1) 2. (μτφ.-προφ.) παθολογική κατάσταση που σχετίζεται με φλεγμονή των αναπνευστικών οδών: ~ στο στήθος. Πβ. ρόγχος.
9675βρασμόςβρα-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. ΦΥΣ. κατάσταση κατά την οποία υγρό μετατρέπεται σε αέριο υπό την επίδραση θερμότητας, σχηματίζοντας φυσαλίδες σε όλο τον όγκο του. Πβ. κοχλασμός. Βλ. εξάτμιση, εξαέρωση. ΣΥΝ. βράση (1), βράσιμο (1) 2. η διαδικασία της ζύμωσης: ο ~ του μούστου. ΣΥΝ. βράση (3) 3. (μτφ.) αναστάτωση, αναβρασμός: ψυχικός ~. ΣΥΝ. αναταραχή ● ΣΥΜΠΛ.: σημείο βρασμού/ζέσης: ΦΥΣ. θερμοκρασία στην οποία ένα υγρό, κάτω από ορισμένη ατμοσφαιρική πίεση, αρχίζει να βράζει. [< αγγλ. boiling point] ● ΦΡ.: εν βρασμώ ψυχής & ψυχικής ορμής: ΝΟΜ. σε κατάσταση ψυχικής υπερέντασης που εμποδίζει τη σκέψη: ανθρωποκτονία ~ ~.|| (κατ' επέκτ., προφ.) Μην πάρεις αποφάσεις ~ ~ (πβ. εν θερμώ). [< μτγν. βρασμός]
9676βραστερός, ή, ό βρα-στε-ρός επίθ. (λαϊκό): που βράζει εύκολα και γρήγορα: ~ά: όσπρια. Βλ. -ερός.
9677βραστήραςβρα-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. οικιακή ή επαγγελματική ηλεκτρική συσκευή που χρησιμοποιείται για βράσιμο νερού: ανοξείδωτος/μεταλλικός ~. ~ αβγών/ζυμαρικών. ~-καφετιέρα. Πβ. ταχυ~. Βλ. -τήρας. [< πβ. μτγν. βραστήρ 'λιχνιστήρι', γαλλ. bouilloire]
9678βραστός, ή, ό βρα-στός επίθ. 1. (για φαγητά) μαγειρεμένος σε νερό που βράζει: ~ή: πατάτα. ~ό: αβγό/ρύζι/ψάρι. ~ά: λαχανικά. Βλ. νερόβραστος, στον ατμό.|| (ως ουσ.) Τα ~ά και τα ψητά. 2. που έχει βράσει: ~ό: γάλα (= βρασμένο). Πβ. ζεματιστός, καυτός. ΑΝΤ. άβραστος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: γλυκύς βραστός βλ. γλυκύς [< μεσν. βραστός]
9679βραχάκιαβρα-χά-κια ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΑΧΑΡ. σοκολατάκια που παρασκευάζονται από λιωμένη κουβερτούρα και ξηρούς καρπούς, συνήθ. αμύγδαλα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.