| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 9680 | βραχιόλι | βρα-χιό-λι ουσ. (ουδ.) 1. κόσμημα που φοριέται συνήθ. στον καρπό του χεριού: ασημένιο/δερμάτινο/χρυσό ~. ~ με χάντρες/από κοχύλια. Πβ. μπρασελέ. Βλ. αλυσίδα, δαχτυλίδι, σκουλαρίκι.|| ~ παρακολούθησης. (προφ.-ευφημ.) Του πέρασαν σιδερένια ~ια (= χειροπέδες). 2. ΤΕΧΝΟΛ. (κατ' επέκτ.) κρίκος, κυρ. από μέταλλο, που συνδέει δύο τμήματα (μηχανής, όπλου, συσκευής). ● Υποκ.: βραχιολάκι (το): Διακοπές με ~ (: με προπληρωμένα όλα τα έξοδα σε συγκεκριμένη ξενοδοχειακή μονάδα, με την υποχρέωση του τουρίστα να φορά ειδικό έγχρωμο βραχιόλι). [< μεσν. βραχιόλι(ον), γαλλ. bracelet] | |
| 9681 | βραχίονας | βρα-χί-ο-νας ουσ. (αρσ.) {βραχιόν-ων} 1. ΑΝΑΤ. τμήμα του άνω άκρου που εκτείνεται από τον ώμο μέχρι τον αγκώνα και κατ' επέκτ. το χέρι (μέχρι τον καρπό): απαγωγή/έκταση/στροφή του ~α. Μύες του ~α (: δικέφαλος, τρικέφαλος). Πλαστική ~ων (= βραχιονοπλαστική). Βλ. αντι~, παλάμη, πήχης. ΣΥΝ. μπράτσο (1) 2. (κατ' επέκτ.) κάθε εξάρτημα, αντικείμενο ή σχηματισμός που αποτελεί επιμήκη προέκταση: (ΤΕΧΝΟΛ.) ρομποτικός ~. ~ μικροφώνου/στήριξης (πβ. μπούμα). Ακουστικό με ~α. Καρέκλα/τέντα με ~ες (= μπράτσα). (ΒΙΟΛ.) ~ χρωμοσώματος. Βλ. λιμενο~, μοχλο~. 3. ΖΩΟΛ. (στα τετράποδα σπονδυλόζωα) τμήμα του πρόσθιου άκρου· (σε ασπόνδυλα) καθένα από τα κινητικά ή συλληπτήρια όργανά τους (πλοκάμια, ακτινωτές προεξοχές αστερία). [< αρχ. βραχίων, γαλλ. bras] | |
| 9682 | βραχιόνιος | , ος/α, ο βρα-χι-ό-νι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τον βραχίονα ή βρίσκεται σε αυτόν: ~ος: (δικέφαλος/τρικέφαλος) μυς. ~ος/~α: αρτηρία. ~ο: οστό/πλέγμα. Βλ. περιβραχιόνιο. [< γαλλ.-αγγλ. brachial] | |
| 9683 | βραχιονοπλαστική | βρα-χι-ο-νο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πλαστική βραχιόνων. | |
| 9684 | βράχμαν | βράχ-μαν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπράχμαν: ΘΡΗΣΚ. (στην ινδουιστική φιλοσοφία) η υπέρτατη γενεσιουργός δύναμη του Σύμπαντος και των όντων· ο Θεός. [< αγγλ. Brahman, σανσκριτικό brāhmaṇa] | |
| 9685 | βραχμανικός | , ή, ό βραχ-μα-νι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον βραχμανισμό: ~ή: μυθολογία/φιλοσοφία. [< γαλλ. brahmanique] | |
| 9686 | βραχμανισμός | βραχ-μα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. θρησκευτικό και κοινωνικό σύστημα της Ινδίας. Βλ. βουδ-, ινδου-ισμός. [< γαλλ. brahmanisme] | |
| 9687 | βραχμάνος | βραχ-μά-νος ουσ. (αρσ.) & βραχμάνας {βραχμάν-οι κ. -ες}: ΘΡΗΣΚ. μέλος της ανώτερης από τις τέσσερις παραδοσιακές κάστες των Ινδών. [< γαλλ. brahmane, μτγν. Βραχμᾶνες ‘ιερείς της Ινδίας’] | |
| 9688 | βραχνάδα | βρα-χνά-δα ουσ. (θηλ.): αλλοίωση της φωνής ως προς την ένταση, τη χροιά ή τον τόνο της. Βλ. -άδα, λαρυγγ-, φαρυγγ-ίτιδα, φωνητικές χορδές. ΣΥΝ. βράγχος, βράχνιασμα | |
| 9689 | βραχνάς | βρα-χνάς ουσ. (αρσ.): όποιος ή ό,τι προκαλεί ανησυχία, άγχος και δημιουργεί σοβαρά προβλήματα: Τα χρέη μού έχουν γίνει ~. Πβ. εφιάλτης, μπελάς. [< μεσν. βαρυχνάς] | |
| 9690 | βραχνιάζω | βρα-χνιά-ζω ρ. (αμτβ.) {βράχνια-σα, -σμένος}: αποκτώ βραχνή φωνή: ~σε ο λαιμός μου. Γύρισε από τη διαδήλωση ~σμένος. [< μεσν. βραχνιάζω] | |
| 9691 | βράχνιασμα | βρά-χνια-σμα ουσ. (ουδ.): βραχνάδα. | |
| 9692 | βραχνός | , ή, ό βρα-χνός επίθ. 1. (για ήχο ή φωνή) που ακούγεται τραχύς. 2. (για πρόσ.) που έχει βραχνάδα, βραχνιασμένος. ● επίρρ.: βραχνά [< μεσν. βραχνός] | |
| 9693 | βραχογραφία | βρα-χο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) & βραχογράφημα (το): ΑΡΧΑΙΟΛ. ζωγραφική και συνήθ. εγχάρακτη παράσταση σε τοιχώματα σπηλαίων που χρονολογείται από τα προϊστορικά χρόνια. Βλ. -γραφία. | |
| 9694 | βραχόκηπος | βρα-χό-κη-πος ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΠ. κήπος που διακοσμείται με αλπικά συνήθ. φυτά και μικρά βράχια ή πέτρες. Βλ. κηποτεχνία, -κηπος. | |
| 9695 | βραχοκιρκίνεζο | βρα-χο-κιρ-κί-νε-ζο ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. είδος γερακιού (επιστ. ονομασ. Falco Tinnunculus) που ζει στην Ευρώπη, τη Δ. Ασία και τη Β. Αφρική και τρέφεται με έντομα, μικρά θηλαστικά και πουλιά. Βλ. κιρκινέζι. | |
| 9696 | βραχομάζα | βρα-χο-μά-ζα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. σύνθετο υλικό που αποτελείται από πετρώματα. [< αγγλ. rock-mass] | |
| 9697 | βραχομηχανική | βρα-χο-μη-χα-νι-κή ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. η μηχανική των πετρωμάτων και συνεκδ. το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα: ~ και σήραγγες/σχεδιασμός φραγμάτων. Βλ. εδαφομηχανική. [< αγγλ. rock mechanics] | |
| 9698 | βραχονήσι | βρα-χο-νή-σι ουσ. (ουδ.) (προφ.): άγονο νησί με βραχώδες έδαφος. Πβ. βραχονησίδα, ερημο-, ξερο-νήσι. | |
| 9699 | βραχονησίδα | βρα-χο-νη-σί-δα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μικρό, ακατοίκητο νησί, όπου δεν μπορεί συνήθ. να αναπτυχθεί οικονομική δραστηριότητα. Πβ. βραχονήσι. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ