| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51 | αβγατίζω | [ἀβγατίζω] α-βγα-τί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {αβγάτι-σα, (σπάν.) -στηκε} & αυγατίζω & αβγαταίνω (λαϊκό) 1. αυξάνω, πολλαπλασιάζω: ~ τα κέρδη/τα λεφτά/τον τζίρο. Δουλεύοντας σκληρά ~σε το βιος του. ΑΝΤ. ελαττώνω. 2. (στο γ' εν.) αυξάνεται: ~ει: το εισόδημα/η παραγωγή/η περιουσία/η συγκομιδή. ANT. λιγοστεύει, μειώνεται. [< μεσν. αβγατίζω] | |
| 52 | αβγάτισμα | [ἀβγάτισμα] α-βγά-τι-σμα ουσ. (ουδ.) & αυγάτισμα (λαϊκό): αύξηση: ~ του κεφαλαίου/του μισθού. | |
| 53 | αβγό & αυγό | [ἀβγό, αὐγό] α-βγό, αυ-γό ουσ. (ουδ.) 1. το αναπαραγωγικό σώμα με σκληρό και λεπτό περίβλημα (κέλυφος/τσόφλι) που γεννά η κότα, το περιεχόμενο του οποίου (κρόκος ή λέκιθος στο κέντρο και ασπράδι ή λεύκωμα στην περιφέρεια) χρησιμοποιείται ευρύτατα ως τροφή του ανθρώπου: βιολογικά ~ά (: από κοτόπουλα που εκτρέφονται με βιολογικές τροφές). ~ά (από κότες) ελευθέρας βοσκής/ημέρας (= νωπά, φρέσκα)/πτηνοτροφείου/χωριάτικα. Δίκροκο ~. Κλούβιο ~ (= αλλοιωμένο).|| Μια εξάδα/δωδεκάδα (= ντουζίνα)/καρτέλα ~ά. Συσκευασμένα ~ά.|| Βραστό ~ (: μελάτο ή σφιχτό). Για να φτιάξουμε ~ά μάτια (= τηγανητά), σπάμε τα ~ά (: χτυπάμε προσεκτικά το τσόφλι, ώστε να κοπεί στα δύο) και τα ρίχνουμε στο τηγάνι. Καθαρίζουμε τα βρασμένα ~ά (= τα ξεφλουδίζουμε, αφαιρούμε το τσόφλι τους). ~ά: μιμόζα/ποσέ/σκραμπλ (: τηγανητά που ανακατεύονται ενόσω ψήνονται). Βλ. ομελέτα, στραπατσάδα.|| Πασχαλιάτικα/πασχαλινά ~ά (: συνήθ. κόκκινα). Τσούγκρισαν ~ά και αντάλλαξαν ευχές. Βαφές ~ών. || Διαδηλωτές πέταξαν ~ά και γιαούρτια (: σε ένδειξη έντονης αποδοκιμασίας). Βλ. ωόν. 2. (γενικότ.) το σχεδόν στρογγυλό σώμα που γεννά το θηλυκό, κυρ. των πτηνών, των ερπετών, των αμφίβιων, των ψαριών και των εντόμων, το οποίο έχει παρόμοια δομή με αυτό της κότας: Ο νεοσσός/η προνύμφη βγαίνει από το ~ (= εκκολάπτεται) ύστερα από επώαση μερικών ημερών.|| ~ά αχινού/ορτυκιού/πάπιας/στρουθοκαμήλου/χήνας. Βλ. αβγοτάραχο, ταραμάς, χαβιάρι. 3. ομοίωμα αβγού: διακοσμητικά ~ά (: σε διάφορα χρώματα και σχέδια). Σοκολατένιο ~ (κυρ. ως πασχαλινό δώρο). Ξύλινο ~ (: για μαντάρισμα ρούχων). 4. ΒΙΟΛ. (καταχρ.) ωάριο. ● Υποκ.: αβγουλάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: (σαν) το αβγό του Κολόμβου: η απροσδόκητα απλή λύση ενός προβλήματος που αρχικά φαινόταν πολύπλοκο (αποδίδεται στον Χ. Κολόμβο, ο οποίος έστησε ένα αβγό όρθιο, σπάζοντας ελαφρά τη βάση του). [< γαλλ. l' œuf de Colomb] , το αβγό του φιδιού: τάση αναβίωσης ακροδεξιών ή φασιστικών ιδεολογιών: εκκολάπτεται/επωάζεται ~ ~., μελάτο αβγό βλ. μελάτος ● ΦΡ.: αβγά σου καθαρίζουν; (προφ.): σε κάποιον που γελά χωρίς λόγο: Τι γελάς; ~ ~;, ακόμη δε(ν) βγήκε απ' τ' αβγό (και) ... & ακόμη δεν έσκασε απ' τ' αβγό ... (συνήθ. μειωτ.): (για άτομο νεαρής ηλικίας ή άπειρο σε κάποιον τομέα) ενώ δεν έχει εμπειρία: ~ ~ και νομίζει ότι τα ξέρει όλα., έχασε τ' αβγά και τα καλάθια/τα πασχάλια: βρίσκεται σε πλήρη σύγχυση και κατ' επέκτ. απέτυχε παταγωδώς ή έπαθε μεγάλη καταστροφή: Τα έχει μπερδέψει μες στο μυαλό του, έχει χάσει ~ ~.|| Η ομάδα ~ ~ στον αγώνα., καθαρίζω κάποιον σαν αβγό (αργκό): τον συντρίβω, νικώ κατά κράτος· κατατροπώνω: (για νίκη στο ποδόσφαιρο, μπάσκετ) Τους καθαρίσαμε σαν αβγό στο παιχνίδι.|| (για προσωπικό αντίπαλο) Τον ~σε ~ στην εκλογική μάχη., κάθομαι στ' αβγά μου: δεν ανακατεύομαι σε ξένες υποθέσεις, μένω άπρακτος: Κάτσε στ' ~ σου, μην μπαίνεις στα χωράφια των άλλων. Πβ. κοιτάζω τη δουλειά μου.|| Δεν κάθεται ποτέ στ' ~ του (: είναι δραστήριος και ενεργητικός)., μη βάζεις όλα τ' αβγά στο ίδιο καλάθι: φρόντισε να έχεις εναλλακτικές επιλογές: Μη βάζετε ~ ~ (: παραίνεση προς επενδυτές). [< αγγλ. don’t put all your eggs in one basket] , πάρ'/πιάσ' τ' αβγό και κούρευ' το (προφ.): μάταιος, χαμένος κόπος., σαν αβγό: που έχει σχήμα ή χαρακτηριστικά αβγού: καρούμπαλο ~ ~ .|| Φαλακρός ~ ~., σιγά τ' αβγά & (λόγ.) σιγά τα ωά: (για πρόσωπο ή κατάσταση) δεν έχει καμιά σημασία ή αξία. ΣΥΝ. σιγά τον πολυέλαιο, δε(ν) γίνεται ομελέτα αν δε(ν) σπάσεις αβγά/χωρίς να σπάσουν αβγά βλ. ομελέτα, η κότα έκανε/γέννησε τ' αβγό ή το αβγό την κότα; βλ. κότα, η κότα με τα χρυσά αβγά/που κάνει/γεννά τα χρυσά αβγά βλ. κότα, με πορδές δεν βάφονται αβγά βλ. πορδή, ρούφα τ' αβγό σου βλ. ρουφώ [< μτγν. αὐγόν, μεσν. αβγό(ν), γαλλ. œuf, αγγλ. egg, γερμ. Ei. Βλ. αγγλ. scrambled eggs] | |
| 54 | αβγοδάρτης | [ἀβγοδάρτης] α-βγο-δάρ-της ουσ. (αρσ.) & αυγοδάρτης: ΤΕΧΝΟΛ. χτυπητήρι αβγών: ~ες μαρέγγας. Βλ. αναδευτήρας. | |
| 55 | αβγοειδής | , ής, ές [ἀβγοειδής] α-βγο-ει-δής επίθ. & αυγοειδής: που έχει σχήμα αβγού: ~ές: βότσαλο/πρόσωπο. Πβ. οβάλ, ωοειδής. Βλ. -ειδής. | |
| 56 | αβγοθήκη | [ἀβγοθήκη] α-βγο-θή-κη ουσ. (θηλ.) & αυγοθήκη: μικρό σκεύος ή θήκη για την τοποθέτηση αβγού ή αβγών: γυάλινη/επιτραπέζια/πλαστική/πορσελάνινη/χάρτινη ~. ~ ψυγείου. Ατομικές/κεραμικές/πασχαλινές ~ες.|| (κατ' επέκτ.) Πρόχειρη μόνωση με ~ες (: υλικό που μοιάζει με ~) στους τοίχους. Παλέτα ζωγραφικής ~. Πβ. αβγουλιέρα. Βλ. -θήκη. | |
| 57 | αβγοκόβω | [ἀβγοκόβω] α-βγο-κό-βω ρ. (μτβ.) {αβγοκο-μμένος, συνήθ. στον ενεστ.} & αυγοκόβω: προσθέτω σε φαγητό αβγολέμονο: ~ τους ντολμάδες/τη μαγειρίτσα. ~μμένη σάλτσα/σούπα. ~μμένο φρικασέ. | |
| 58 | αβγοκούλουρα | [ἀβγοκούλουρα] α-βγο-κού-λου-ρα ουσ. (ουδ.) & αυγοκούλουρα (τα): κουλουράκια με αβγό: πασχαλινά ~. | |
| 59 | αβγολέμονο | [ἀβγολέμονο] α-βγο-λέ-μο-νο ουσ. (ουδ.) & αυγολέμονο: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ωμό αβγό χτυπημένο με χυμό λεμονιού, που προστίθεται σε φαγητά: αγκινάρες/γιουβαρλάκια/σούπα (με) ~. Αρνάκι/χοιρινό με σέλινο ~. Περιχύνω με ~. Μου έκοψε το ~. [πβ. αγγλ. avgolemono, 1950] | |
| 60 | αβγοπαραγωγή | [ἀβγοπαραγωγή] α-βγο-πα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.): ωοπαραγωγή. | |
| 61 | αβγοτάραχο | [ἀβγοτάραχο] α-βγο-τά-ρα-χο ουσ. (ουδ.) & αυγοτάραχο: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. έδεσμα από αβγά ψαριών (κυρ. κεφάλου) αλατισμένα και διατηρημένα σε κέρινο περίβλημα: επεξεργασμένο/νωπό ~. ~ ρέγκας/σολομού/τόνου. ~ από μπακαλιάρο. ~ Μεσολογγίου. Βλ. ταραμάς, χαβιάρι. [< μεσν. αβγοτάραχον] | |
| 62 | αβγοτέμπερα | [ἀβγοτέμπερα] α-βγο-τέ-μπε-ρα ουσ. (θηλ.) & αυγοτέμπερα: χρωστική ουσία από τέμπερα και αβγό που χρησιμοποιείται στη ζωγραφική· (συνεκδ.) το ίδιο το έργο που είναι φιλοτεχνημένο με την τεχνική αυτή: ~ σε καμβά/μουσαμά/ξύλο/χαρτί. Αγιογραφίες/προσωπογραφίες με ~. ~ και λάδι/πλαστικό. Βλ. ακουαρέλα.|| Συλλογή με ~ες. | |
| 63 | αβγοτροφή | [ἀβγοτροφή] α-βγο-τρο-φή ουσ. (θηλ.) & αυγοτροφή: τροφή με κύριο συστατικό το αβγό και άλλα απαραίτητα διατροφικά στοιχεία που δίνεται σε πτηνά για την προστασία τους από μολύνσεις και βακτήρια: ~ για καναρίνια. ~ για γρήγορη ανάπτυξη των νεοσσών. ~ές και βιταμινούχα συμπληρώματα. Βλ. -τροφή. | |
| 64 | αβγουλάς | [ἀβγουλάς] α-βγου-λάς ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αβγουλού} & αυγουλάς (λαϊκό): πωλητής αβγών. Βλ. -ουλάς. | |
| 65 | αβγουλάτο | [ἀβγουλάτο] α-βγου-λά-το ουσ. (ουδ.) & αυγουλάτο: ΒΟΤ. -ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποικιλία σταφυλιού με μεγάλες κίτρινες ρώγες. Βλ. -άτο, σαββατιανό. | |
| 66 | αβγουλιέρα | [ἀβγουλιέρα] α-βγου-λιέ-ρα ουσ. (θηλ.) & αυγουλιέρα (προφ.-λαϊκό): αβγοθήκη. Βλ. -ιέρα. | |
| 67 | αβγουλίλα | [ἀβγουλίλα] α-βγου-λί-λα ουσ. (θηλ.) & αυγουλίλα & αβγουλίλας (προφ.): η ενοχλητική μυρωδιά ή γεύση του αβγού: Το ξίδι διώχνει την ~. Η κουζίνα/το πιάτο/το ποτήρι βρομάει/μυρίζει ~. Βλ. -ίλα. | |
| 68 | αβγουλομάτης | , α, ικο [ἀβγουλομάτης] α-βγου-λο-μά-της επίθ./ουσ. & αυγουλομάτης (λαϊκό): που έχει πεταχτά, γουρλωτά μάτια. Πβ. γουρλομάτης. Βλ. -μάτης. | |
| 69 | αβγοφέτες & αβγόφετες | [ἀβγοφέτες] α-βγο-φέ-τες ουσ. (θηλ.) & αυγοφέτες (οι): τηγανητές φέτες ψωμιού βουτηγμένες σε γάλα και αβγό. | |
| 70 | αβγωμένος | , η, ο [ἀβγωμένος] α-βγω-μέ-νος επίθ. & αυγωμένος (σπάν.): (για ζώα, κυρ. ψάρια, θαλασσινά) που είναι γεμάτος αβγά: ~ος: κέφαλος. ~ες: γαρίδες. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ