| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 9700 | βραχοπαγίδα | βρα-χο-πα-γί-δα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΟΙΚΟΔ. τοίχος ή ειδικά πλέγματα προστασίας από πτώσεις βράχων, κυρ. σε αυτοκινητόδρομους. | |
| 9701 | βράχος | βρά-χος ουσ. (αρσ.) {βράχοι κ. βράχια (τα)} 1. σκληρή και συμπαγής ορυκτή μάζα: απότομος/φυσικός/ψηλός ~. Αναρρίχηση ~ου. Κατολισθήσεις/πτώσεις ~ων. Εκκλησάκι πάνω στον ~ο/στους πρόποδες του ~ου. Το κοίλο του θεάτρου είναι λαξευμένο στον ~ο. Σκαρφάλωσε στον ~ο. 2. (μτφ., για πρόσ.) σταθερός, συνεπής, ανυποχώρητος στις απόψεις και στις αξίες του: ~ ηθικής. Τον πίεσαν, προσπάθησαν να τον δωροδοκήσουν, αλλά αυτός ~. Βλ. αγκωνάρι. ● βράχια (τα): βραχώδης έκταση στην ξηρά ή μέσα στη θάλασσα: ~ της ακτής. Βουτιές από τα ~.|| Παραλίες με άμμο και βότσαλα ή ~. Πβ. σκόπελος, ύφαλος. ● Υποκ.: βραχάκι (το): Βλ. βραχάκια. ● ΣΥΜΠΛ.: ζωντανός βράχος: που προέρχεται από ύφαλο ωκεανού και εισάγεται σε ενυδρείο αλμυρού νερού, όπως βρίσκεται στο φυσικό του περιβάλλον, δηλ. καλυμμένος με αποικίες μικροοργανισμών. [< αγγλ. live rock] , ο Ιερός Βράχος: η Ακρόπολη., βράχος ακλόνητος βλ. ακλόνητος [< μεσν. βράχος] | |
| 9702 | βραχότοπος | βρα-χό-το-πος ουσ. (αρσ.): βραχώδης και άγονη έκταση. Πβ. αγριό-, ξερό-τοπος. | |
| 9703 | βραχυ- & βραχύ- | α' συνθετικό λόγιων κυρ. λέξεων που δηλώνει 1. σύντομη διάρκεια: βραχυ-πρόθεσμος/~χρόνιος. Βραχύ-βιος. ΑΝΤ. μακρο-. 2. μικρό μέγεθος ή έκταση: βραχύ-σωμος (πβ. κοντο-, μικρο-). 3. ΓΡΑΜΜ. (κυρ. στην αρχ. ελλην. γλ. κ. στο πολυτονικό) βραχεία συλλαβή: βραχύ-χρονος. | |
| 9704 | βραχύβιος | , α, ο βρα-χύ-βι-ος επίθ. (λόγ.): που η ζωή του είναι σύντομη ή που διαρκεί πολύ λίγο: ~οι: οργανισμοί. Πβ. ολιγόζωος.|| ~ο: καθεστώς. ~α: μνήμη/παραμονή (= βραχύχρονη, βραχυχρόνια). Βλ. -βιος. ΑΝΤ. μακρόβιος [< αρχ. βραχύβιος] | |
| 9705 | βραχυγραφία | βρα-χυ-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συντομογραφία, σύντμηση (λέξεων). Βλ. ακρωνύμιο, -γραφία, στενογραφία. [< γαλλ. brachygraphie, αγγλ. brachygraphy] | |
| 9706 | βραχυθεραπεία | βρα-χυ-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μορφή ραδιοθεραπείας κατά την οποία η πηγή της ιονίζουσας ακτινοβολίας τοποθετείται μέσα ή κοντά στην πάσχουσα περιοχή: ενδοαγγειακή ~. ~ καρκίνου της γλώσσας/του προστάτη. Βλ. τηλεθεραπεία. [< αγγλ. brachytherapy, 1954] | |
| 9707 | βραχυκύκλωμα | βρα-χυ-κύ-κλω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΦΥΣ. σύνδεση δύο ή περισσότερων σημείων ηλεκτρικού κυκλώματος, που παρουσιάζουν διαφορά δυναμικού, με αγωγό μηδενικής θεωρητικά αντίστασης και (ιδ.-κατ' επέκτ.) η βλάβη που προκαλείται: ~ δικτύου. Κίνδυνος ~ατος. ~ στα καλώδια (ηλεκτροδότησης). ~ και μπλακ άουτ. Προστασία συσκευής από ~ (βλ. ασφάλεια, ρελέ). Η πυρκαγιά οφείλεται σε ~. Πβ. ένωση. 2. (μτφ.-οικ.) ταραχή, σύγχυση, σάστισμα: εγκεφαλικό ~. Έπαθα ~. Πβ. κλακάζ. [< γαλλ. court-circuit, αγγλ. short circuit] | |
| 9708 | βραχυκυκλώνω | βρα-χυ-κυ-κλώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {βραχυκύκλω-σα, -θηκε, -μένος} 1. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} προκαλώ βραχυκύκλωμα: Ο τεχνικός είχε ~σει τα καλώδια. ~μένη μπαταρία.|| Το κύκλωμα ~σε (: δεν λειτουργεί). 2. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} (μτφ.) δημιουργώ εμπόδια σε κάτι, το μπλοκάρω: Το βέτο ~σε τις διαδικασίες επικύρωσης της συνθήκης. Προσπάθεια/υπόθεση που ~θηκε. Πβ. παρεμποδίζω.|| ~σαν οι συναλλαγές (: σταμάτησαν). 3. (μτφ.-οικ., για πρόσ.) ταράζομαι, συγχύζομαι, δεν μπορώ να σκεφτώ: ~σα (= τα 'χασα) και δεν ήξερα τι να πω. Πβ. κομπλάρω, πελαγώνω, σαστίζω. [< αγγλ. short-circuit, γαλλ. court-circuiter, 1905] | |
| 9709 | βραχυκύκλωση | βρα-χυ-κύ-κλω-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. βραχυκύκλωμα. | |
| 9710 | βραχυλογία | βρα-χυ-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΡΑΜΜ. σχήμα λόγου, ελλειπτική διατύπωση πρότασης, για λόγους συντομίας, με παράλειψη όρων που μπορούν εύκολα να εννοηθούν από τα συμφραζόμενα: π.χ. -Δεν σε κατάλαβα. -Γιατί; (ενν. δεν με κατάλαβες). ΣΥΝ. έλλειψη (3) 2. λακωνικότητα. Πβ. επιγραμματικότητα, ολιγολογία. Βλ. -λογία. ΑΝΤ. μακρηγορία, πλατειασμός, πολυλογία [< αρχ. βραχυλογία 'συντομία στο λόγο', γαλλ. brachylogie, αγγλ. brachylogy] | |
| 9711 | βράχυνση | βρά-χυν-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) ελάττωση μήκους, έκτασης ή διάρκειας: (ΙΑΤΡ.) ~ των άκρων/του λεπτού εντέρου. Βαθμιαία ~ των μυών. (ΑΘΛ.) Κύκλος διάτασης-~ης.|| ~ του χρόνου νοσηλείας. ΑΝΤ. επιμήκυνση 2. ΓΡΑΜΜ. (στην αρχ. ελλην. γλ.) μετατροπή μακρού φωνήεντος σε βραχύ. [< μεσν. βράχυνσις 2: γερμ. Kürzung] | |
| 9712 | βραχύνω | βρα-χύ-νω ρ. (μτβ.) (επιστ.): ελαττώνω, μικραίνω. ΑΝΤ. επιμηκύνω (1) ● Παθ.: βραχύνεται: ΓΡΑΜΜ. (για μακρό φωνήεν) τρέπεται σε βραχύ. [< αρχ. βραχύνω] | |
| 9713 | βραχυπρόθεσμος | , η, ο βρα-χυ-πρό-θε-σμος επίθ.: που λήγει σε μικρό χρονικό διάστημα, που η ισχύς του γίνεται σύντομα αισθητή: ~ος: στόχος. ~η: επένδυση/λύση/μνήμη/πρόγνωση/χρηματοδότηση. ~ο: αποτέλεσμα/κέρδος/μέτρο/συμβόλαιο. Πβ. βραχυχρόνιος, βραχύχρονος. Βλ. ληξιπρόθεσμος. ΑΝΤ. μακροπρόθεσμος ● επίρρ.: βραχυπρόθεσμα & (λόγ.) βραχυπροθέσμως [< γαλλ. à courte échéance] | |
| 9714 | βραχύς | , εία, ύ βρα-χύς επίθ. {βραχ-έος | -είς (ουδ. -έα), -έων (θηλ. -ειών)· βραχύτ-ερος, -ατος} (λόγ.) 1. σύντομος: ~εία: ανασκόπηση/διάρκεια/θεραπεία/μνήμη. ~ύ: (χρονικό) διάστημα. Μονάδα ~ας νοσηλείας.|| (ως ουσ.) Το ~ύ (= η βραχύτητα) της ζωής. ΑΝΤ. μακρύς (2) 2. μικρός (σε μέγεθος ή έκταση): ~ύ: ανάστημα (= κοντό).|| (ΙΑΤΡ.) Σύνδρομο ~έος εντέρου. ΑΝΤ. επιμήκης, μακρύς (1) 3. ΓΡΑΜΜ. βραχύχρονος: ~εία: συλλαβή. ~ύ: φωνήεν. ΑΝΤ. μακρός (3), μακρόχρονος (2) ● επίρρ.: βραχέως ● ΣΥΜΠΛ.: βραχέα (κύματα) (αγγλ. συντομ. SW ή HF): ΦΥΣ. με ζώνη συχνοτήτων από 3 έως 30 MHz: πομπός ~έων. Ραδιοφωνικός σταθμός που εκπέμπει στα ~ ~. Διαθερμία ~έων ~άτων. Βλ. μακρά, μεσαία (κύματα), υπερ~. [< αγγλ. short waves] , βραχεία λίστα βλ. λίστα ● ΦΡ.: διά βραχέων (λόγ.): με λίγα λόγια, συνοπτικά: Το Συμβούλιο συζήτησε ~ ~ το θέμα. Ανέπτυξε/παρέθεσε/παρουσίασε ~ ~ τα βασικά σημεία της έκθεσής του. ΣΥΝ. εν ολίγοις/δι' ολίγων, λακωνικά, με λίγα/δυο λόγια, σύντομα (2) ΑΝΤ. διά μακρών, με βραχεία κεφαλή βλ. κεφαλή [< αρχ. βραχύς, γαλλ. bref] | |
| 9715 | βραχύσωμος | , η, ο βρα-χύ-σω-μος επίθ. (λόγ.): που έχει μικρό ανάστημα, κοντός: ~ος: παίκτης. ΣΥΝ. κοντόσωμος, μικρόσωμος ΑΝΤ. μεγαλόσωμος, υψηλόσωμος [< μεσν. βραχύσωμος] | |
| 9716 | βραχύτητα | βρα-χύ-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συντομία: χρονική ~. Η ~ της ζωής (= το εφήμερο). (ΙΑΤΡ.) ~ αναπνοής.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ και μακρότητα των φωνηέντων. Βλ. -ύτητα. [< αρχ. βραχύτης] | |
| 9717 | βραχυχίτωνας | βρα-χυ-χί-τω-νας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) βραχυχίτων: ΒΟΤ. αειθαλές ή φυλλοβόλο δέντρο (γένος Brachychiton, οικογ. Sterculiaceae) με μικρά ροδοκόκκινα άνθη που κατάγεται από την Αυστραλία και χρησιμοποιείται κυρ. σε δενδροστοιχίες. [νεολατ. Brachychiton < αρχ. βραχύς + χιτών] | |
| 9718 | βραχυχρόνιος | , α, ο βρα-χυ-χρό-νι-ος επίθ. (λόγ.): βραχύβιος· βραχυπρόθεσμος: ~α: μίσθωση. ΑΝΤ. μακροχρόνιος. [< αρχ. βραχυχρόνιος] | |
| 9719 | βραχύχρονος | , η, ο βρα-χύ-χρο-νος επίθ. ΑΝΤ. μακρόχρονος 1. ΓΡΑΜΜ. (κυρ. στην αρχ. ελλην. γλ. και παλαιότ. στο πολυτονικό) που έχει σύντομη διάρκεια προφοράς: ~η: συλλαβή. ~ο: φωνήεν. ΣΥΝ. βραχύς (3) 2. βραχυχρόνιος. Βλ. -χρονος. [< μεσν. βραχύχρονος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ