| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 9720 | βραχώδης | , ης, ες βρα-χώ-δης επίθ. {βραχώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (λόγ.): (για τόπο) που καλύπτεται από βράχους, γεμάτη βράχια: ~ης: ακτή/χερσόνησος. ~ες: έδαφος. Πβ. πετρώδης. Βλ. κρημνώδης, -ώδης. [< μτγν. βραχώδης] | |
| 9721 | βρε | επιφών. (λαϊκό-προφ.) δηλώνει 1. φιλική προσφώνηση: Έλα ~, τι κάνεις; 2. χαρά ή ευχάριστη έκπληξη: ~, καλώς τον! Επιτέλους, ~ παιδιά, τα κατάφερα! ~, ~, πώς και μας θυμήθηκες; ~ ~ σαν τα χιόνια! 3. δυσφορία ή αγανάκτηση: (Αμάν/έλα) ~ παιδί μου, πώς κάνεις έτσι; Τι θες ~; Γιατί ~ δεν ακούς; Πβ. μωρέ, ρε. 4. (υβριστ.) υποτίμηση: ~, αλήτη/αχαΐρευτε/κάθαρμα/παλιάνθρωπε! ● ΦΡ.: βρε αμάν, βρε ζαμάν βλ. αμάν, βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου βλ. καλός [< μεσν. βρε < μρε < αρχ. μωρέ] | |
| 9722 | βρέγμα | βρέγ-μα ουσ. (ουδ.): ΑΝΑΤ. σημείο πάνω από το μέτωπο στο οποίο ενώνεται η στεφανιαία με την οβελιαία ραφή του κρανίου. [< αρχ. βρέγμα, αγγλ. bregma] | |
| 9723 | βρεγματικός | , ή, ό βρεγ-μα-τι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με το βρέγμα: ~ός: λοβός/φλοιός. ~ή: περιοχή/χώρα. ● ΣΥΜΠΛ.: βρεγματικό οστό: καθένα από τα δύο οστά της άνω και πλάγιας επιφάνειας του κρανίου που ενώνονται στο σημείο της οβελιαίας ραφής. [< γαλλ. bregmatique, αγγλ. bregmatic] | |
| 9724 | βρεθεί | βλ. βρίσκομαι | |
| 9725 | βρει | βλ. βρίσκω | |
| 9726 | βρέξιμο | βρέ-ξι-μο ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βρέχω: ~ των μαλλιών/ποδιών/φύλλων (κατά την άρδευση). ~ με το λάστιχο. Πβ. κατάβρεγμα, ράντισμα. Βλ. μούλιασμα, νότισμα, ύγρανση.|| ~ του κρεβατιού από το παιδί κατά τη διάρκεια της νύχτας (πβ. ενούρηση). ΑΝΤ. στέγνωμα [< μεσν. βρέξιμο] | |
| 9727 | βρέξιμος | , η, ο βρέ-ξι-μος επίθ. (επιστ.): που μπορεί να διαλυθεί στο νερό: ~η: σκόνη (: κυρ. για φυτοφάρμακο). ~ο: θειάφι. [< αγγλ. wettable] | |
| 9728 | βρες | βλ. βρίσκω | |
| 9729 | βρετανικός | , ή, ό βρε-τα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Μεγάλη Βρετανία ή/και τους Βρετανούς: ~ά: Αγγλικά (: σε αντιδιαστολή προς τα αμερικανικά Αγγλικά). Πβ. εγγλέζικος. [< αρχ. Βρετανικός, αγγλ. British - ] | |
| 9730 | Βρετανός, Βρετανή | & Βρετανίδα Βρε-τα-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη ή κατάγεται από τη Μεγάλη Βρετανία ή έχει αποκτήσει τη βρετανική υπηκοότητα. Πβ. Άγγλος, Εγγλέζος. | |
| 9731 | βρεφικός | , ή, ό βρε-φι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με το βρέφος: ~ός: σταθμός (πβ. βρεφονηπιακός). ~ή: διατροφή/ηλικία/θνησιμότητα. ~ό: γάλα/δωμάτιο. ~ές: τροφές.|| (ως ουσ.) Κατάστημα με ~ά, παιδικά και βαπτιστικά (ενν. ρούχα). Πβ. μπεμπέ, μωρουδιακός, μωρουδίστικος. 2. (μτφ.) πρώιμος, αρχικός: Γνώσεις/προσπάθειες που βρίσκονται σε ~ό στάδιο (= νηπιακό). Βλ. ανολοκλήρωτος, στοιχειώδης. [< μτγν. βρεφικός] | |
| 9732 | βρεφοκομείο | [βρεφοκομεῖο] βρε-φο-κο-μεί-ο ουσ. (ουδ.): ίδρυμα φιλοξενίας, περίθαλψης και ανατροφής βρεφών και νηπίων: δημοτικό ~. Βλ. βρεφονηπιακός/παιδικός σταθμός, ορφανοτροφείο, -κομείο. [< γερμ. Säuglingsheim] | |
| 9733 | βρεφοκομία | βρε-φο-κο-μί-α ουσ. (θηλ.): η επιστήμη που καθορίζει τους κανόνες υγιεινής και περιποίησης νεογνών και βρεφών και τους τρόπους εφαρμογής τους· συνεκδ. το αντίστοιχο μάθημα: Μαιευτική Νοσηλευτική ~. Βλ. βρεφονηπιοκομία, -κομία. [< μεσν. βρεφοκομία] | |
| 9734 | βρεφοκόμος | βρε-φο-κό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει ειδικευτεί στην περιποίηση και αγωγή βρεφών: νηπιαγωγός-~. Βλ. βρεφονηπιοκόμος, -κόμος. [< μεσν. βρεφοκόμος | |
| 9735 | Βρεφοκρατούσα | [Βρεφοκρατοῦσα] Βρε-φο-κρα-τού-σα ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία της Παναγίας από τη σχετική αγιογραφική παράσταση με το Θείο Βρέφος στην αγκαλιά. [< μεσν. βρεφοκρατούσα] | |
| 9736 | βρεφοκτονία | βρε-φο-κτο-νί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): φόνος βρέφους. Βλ. παιδοκτονία, -κτονία. [< μτγν. βρεφοκτονία] | |
| 9737 | βρεφοκτόνος | βρε-φο-κτό-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): που έχει διαπράξει βρεφοκτονία. Βλ. -κτόνος, παιδοκτόνος. [< μτγν. βρεφοκτόνος] | |
| 9738 | βρεφονηπιακός | , ή, ό βρε-φο-νη-πι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα βρέφη και τα νήπια: ~ή: αγωγή/περίθαλψη. ~ό: επίδομα. ~ές: ανάγκες/υπηρεσίες. ● ΣΥΜΠΛ.: βρεφονηπιακός/παιδικός σταθμός: εκπαιδευτικό ίδρυμα που δέχεται παιδιά προσχολικής ηλικίας: δημόσιος/ιδιωτικός ~ ~. Βλ. βρεφοκομείο. | |
| 9739 | βρεφονηπιοκομία | βρε-φο-νη-πι-ο-κο-μί-α ουσ. (θηλ.): επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη των βασικών αρχών για την περίθαλψη και αγωγή βρεφών και νηπίων. Βλ. βρεφοκομία. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ