Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [10620-10640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9740βρεφονηπιοκόμοςβρε-φο-νη-πι-ο-κό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει ειδικευτεί στη βρεφονηπιοκομία. Βλ. βρεφοκόμος, -κόμος.
9741βρέφοςβρέ-φος ουσ. (ουδ.) {βρέφ-ους | -η, -ών} 1. (επίσ.) το παιδί από την πέμπτη εβδομάδα της γέννησής του μέχρι τη συμπλήρωση δώδεκα μηνών: πρόωρο ~ (: για μωρό). Εμπόριο ~ών. Πβ. μπέμπα, μπέμπης. Βλ. νεογέννητο, νεογνό. 2. (μτφ.-προφ.) άτομο νεαρό και ανώριμο: Δεν καταδέχεται να κάνει παρέα με ~η. ● ΣΥΜΠΛ.: το Θείο(ν) Βρέφος: ΕΚΚΛΗΣ. ο νεογέννητος Ιησούς. [< αρχ. βρέφος]
9742βρέχωβρέ-χω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {έβρε-ξα, βρά-χηκα, βρα-χεί, βρέχ-οντας, βρε-γμένος (προφ.) -μένος} 1. ρίχνω σε κάτι νερό, το υγραίνω: ~ τα πόδια/το πρόσωπο/τα χέρια μου. ~χηκαν τα μαλλιά/τα παπούτσια της. Σήκωσε το παντελόνι του, για να μη ~χεί. ~γμένος δρόμος (από τη βροχή). ~γμένο πανί/σφουγγάρι/χώμα. ~γμένα ρούχα. ~γμένος μέχρι/ως το κόκαλο (: μούσκεμα/λούτσα από τη βροχή). Πβ. δια~, κατα~, περι~, μουσκεύω.|| Φέρε μου λίγο νερό να ~ξω το στόμα/τα χείλη μου. ΑΝΤ. στεγνώνω (1) 2. (για παιδί) κατουρώ: ~ξε το κρεβατάκι του. Το μωρό ~χηκε. ~γμένες πάνες.βρέχει 1. ρίχνει βροχή: (απρόσ.) ~ αδιάκοπα/ασταμάτητα. ~, αστράφτει και βροντά. Έξω ~. Φέτος δεν έχει ~ξει σχεδόν καθόλου (βλ. ανομβρία). Άρχισε/σταμάτησε να ~. Έχει να ~ξει αρκετές μέρες. Υπάρχει πιθανότητα να ~ξει κατά τόπους/τοπικά. ~ει σιγά (σιγά)/σιγανά (= σιγο~, ψιλο~).|| (λαϊκό-λογοτ.) ~ ο Θεός/ουρανός. 2. (μτφ.-προφ.) για να δηλωθεί μεγάλη συχνότητα, αλλεπάλληλη διαδοχή: ~ προσφορές! (ειρων.) Κάθεται στο μαγαζί και περιμένει να ~ξει πελάτες. ● Παθ.: βρέχεται (+ από): περιβάλλεται από θάλασσα: Το νησί ~ στα βόρεια από ... Μέρη που δεν ~ονται από θάλασσα (= ηπειρωτικά). ● ΣΥΜΠΛ.: βρεγμένη σανίδα βλ. σανίδα ● ΦΡ.: αν βρέξει/ρίξει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σ΄εκείνον τον ζευγά που 'χει πολλά σπαρμένα (παροιμ.): προκειμένου να δηλωθεί η χρησιμότητα των βροχών το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα., αν δεν βρέξεις κώλο, ψάρι δεν τρως/δεν τρως ψάρι (παροιμ.): αν δεν κοπιάσεις πολύ, δεν πετυχαίνεις., βρέξει χιονίσει (προφ.): οπωσδήποτε, ό,τι και να γίνει: Θα έρθω ~ ~., βρέχει/ρίχνει καρεκλοπόδαρα/καρέκλες/παπάδες & (σπάν.) ρίχνει καλαπόδια/με το κανάτι (προφ.): ενν. πάρα πολύ. Βλ. νεροποντή. ΣΥΝ. ρίχνει (νερό)/πέφτει νερό με το τουλούμι, θα σου τις βρέξω (απειλητ.): θα σε δείρω: Κάθισε φρόνιμα, γιατί ~ ~ (= θα φας ξύλο)!, ο βρεγμένος (τη) βροχή δεν (τη) φοβάται (παροιμ.): οι δυσκολίες και τα προβλήματα δεν προκαλούν φόβο σε όποιον έχει ζήσει ανάλογες εμπειρίες. ΣΥΝ. μαθημένα/συνηθισμένα τα βουνά στα/από τα χιόνια, ό,τι βρέξει ας κατεβάσει (προφ.): ό,τι είναι να γίνει, ας γίνει: Εγώ θα του μιλήσω και ~ ~!, πέρα βρέχει & αλλού βρέχει (προφ.): για εντελώς αδιάφορο άνθρωπο: Εγώ σου μιλάω κι εσύ ~ ~! ΣΥΝ. ζαμανφού, (βρέχει) επί δικαίους και αδίκους βλ. δίκαιος, θέλει βρεγμένο το παξιμάδι βλ. παξιμάδι, μη βρέξει και μη στάξει/μη στάξει και μη βρέξει βλ. στάζω, σαν (τη) βρεγμένη γάτα βλ. γάτα, στον καταραμένο τόπο (τον) Μάη μήνα βρέχει βλ. Μάης [< αρχ. βρέχω]
9743βρήκαβλ. βρίσκω
9744βρίζαβρί-ζα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): σίκαλη. [< μτγν. βρίζα]
9745βρίζωβρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έβρι-ζα, -σα, βρί-στηκα, βρίζ-οντας}: εκτοξεύω απρεπείς, υβριστικούς χαρακτηρισμούς εναντίον κάποιου: ~ει τα θεία/τα ιερά και τα όσια (πβ. βλαστημώ). Τον ~σε χυδαία (πβ. περιλούζω, βλ. τα εξ αμάξης).|| ~ζε ασύστολα. ~ει θεούς και δαίμονες (= τους πάντες). ~οντας και απειλώντας. Πβ. βωμολοχώ, σκυλο~.|| ~στηκε με τον ... Πιάστηκαν στα χέρια και ~στηκαν (= αντάλλαξαν ύβρεις). Πβ. εξ-, καθ-, περι-υβρίζω, υβρίζω. ● ΦΡ.: βρίζω/χέζω (κάποιον) πατόκορφα βλ. πατόκορφα [< μεσν. βρίζω]
9746βρίθειβρί-θει ρ. (μτβ.) {έβριθε} (+ γεν. ή από) (απαιτ. λεξιλόγ.): είναι γεμάτο από: Το κείμενο ~ ανακριβειών/αντιφάσεων/λαθών. Μέρος που έβριθε από ζωή. [< αρχ. βρίθω]
9747βρικόλακαςβρι-κό-λα-κας ουσ. (αρσ.) {βρικολάκ-ων} 1. ΛΑΟΓΡ. (σύμφωνα με δοξασίες) νεκρός που σηκώνεται τα βράδια από τον τάφο του και πίνει το αίμα των ζωντανών ή γενικότ. τους βλάπτει. Πβ. ζόμπι, καταχανάς. Βλ. φάντασμα. ΣΥΝ. βαμπίρ (1), δράκουλας 2. (μτφ.-μειωτ.) κάθε κατάλοιπο δυσάρεστου ή ξεπερασμένου παρελθόντος που επανεμφανίζεται: Η αναβίωση του νόμου-~α θυμίζει εποχές πολιτικής ανελευθερίας. 3. (μτφ.) πρόσωπο που μένει ξάγρυπνο τη νύχτα, τριγυρνώντας άσκοπα. 4. (μτφ.) στυγνός εκμεταλλευτής. Πβ. παράσιτο. [< 1: μεσν. βουρκόλακας, βρικόλακας - - παλαιότ. ορθογρ. βρυκόλακας]
9748βρικολακιάζωβρι-κο-λα-κιά-ζω ρ. (αμτβ.) {βρικολάκια-σε, βρικολακιά-σει, -σμένος} 1. (μτφ., για δυσάρεστη κατάσταση) αναβιώνω, επανέρχομαι στο προσκήνιο: ~σαν οι μνήμες του ζοφερού παρελθόντος. Πβ. νεκρανασταίνω, ξαναζωντανεύω. 2. (μτφ.) μένω άγρυπνος. ΣΥΝ. ξαγρυπνώ 3. {στο γ' πρόσ.} (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) για κάτι που χρονίζει, χωρίς να επιλύεται ή να βρίσκει διέξοδο: Ερωτήματα/προβλήματα που έχουν ~σει. 4. {κυρ. στο γ' πρόσ. αορ.} (σύμφωνα με λαϊκές δοξασίες) γίνομαι βρικόλακας. [< 4: μεσν. βουρκολακιάζω, βρικολακιάζω - παλαιότ. ορθογρ. βρυκολακιάζω]
9749βρικολάκιασμαβρι-κο-λά-κια-σμα ουσ. (ουδ.): αναβίωση παρωχημένων θεσμών, απόψεων, ιδεολογιών ή καταστάσεων.
9750βρισιάβρι-σιά ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.): κάθε απρεπής ή/και προσβλητικός χαρακτηρισμός: Ξεστόμισε βαριές/χοντρές ~ιές. Τον (περι)έλουσε με χυδαίες ~ιές. Πβ. αισχρό-, βρομό-, παλιό-λογα, βρισίδι, βρίσιμο, βωμολοχία, μπινελίκι, ύβρις. [< μεσν. υβρισία]
9751βρισίδιβρι-σί-δι ουσ. (ουδ.) (προφ.): αλλεπάλληλες βρισιές: άγριο ~. Έπεσε γερό ~ και από τις δύο πλευρές. Έφαγε το ~ της ζωής του. ~ια και μπινελίκια. Πβ. υβρεολόγιο. Βλ. -ίδι.
9752βρίσιμοβρί-σι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του βρίζω: χοντρό ~. ~ και απειλές. Τους άρχισε στο ~. Έφαγε/του έριξα ένα ~! Πβ. εξ-, περι-ύβριση, βρισιά, βρισίδι, σιχτίρισμα, σκυλο~, χυδαιολογία. Βλ. κατσάδα. ● Υποκ.: βρισιματάκι (το)
9753βρίσκομαιβρί-σκο-μαι ρ. (αμτβ.) {βρέθηκα (λόγ. ευρέθ-η, -ησαν, μτχ. ευρεθείς, -είσα, -έν), βρεθώ, βρεθεί, βρισκ-όμενος} 1. είμαι σε ορισμένο χώρο, θέση, τοποθεσία: Χαίρομαι που ~ ανάμεσά σας/(σήμερα) εδώ! ~εται εκτός σπιτιού/στο νοσοκομείο. Θεατές/φίλαθλοι που ~ονται στις εξέδρες του γηπέδου. Βλ. παρα~.|| Το χωριό ~εται στα βόρεια του νησιού/σε υψόμετρο … μέτρων/… χιλιόμετρα από την πόλη. Το σπίτι ~εται εκτός σχεδίου πόλεως. Πάτησε το κουμπί που ~εται δεξιά σου! Πού ~ονται τα κλειδιά μου; 2. είμαι σε συγκεκριμένη κατάσταση: ~εται ακόμα στην αρχή/διαρκώς σε κίνηση/ξαπλωμένος στο κρεβάτι/σε ετοιμότητα/σε κατ’ οίκον περιορισμό/στα όριά του. Οι αστυνομικοί ~ονται στα χνάρια των ληστών. Βρέθηκε μπλεγμένος σε υπόθεση διαφθοράς. ~όμενος σε δύσκολη/μειονεκτική θέση.|| Η συσκευή δεν ~εται σε λειτουργία (= δεν λειτουργεί). Η χώρα βρέθηκε σε κίνδυνο/κρίση.βρέθηκα {σπανιότ. στον ενεστ.}: κατέληξα, κατάντησα: ~ χωρίς σπίτι και δουλειά., βρέθηκε {σπάν. στον ενεστ.} 1. εντοπίστηκε, ανακαλύφθηκε: ~ νεκρός/σώος/θετικός σε έλεγχο ντόπινγκ. ~ το πτώμα του άτυχου άνδρα. Δεν ~ κανένα ίχνος τους. ~ στην κατοχή του ποσότητα ναρκωτικών.|| Βρέθηκαν αρχαία μνημεία. Δεν έχει βρεθεί από τι πάσχει. Πού θα βρεθούν τόσα λεφτά; Πρέπει να βρεθεί επειγόντως μια λύση. (σε διαγώνισμα:) Να βρεθεί η εξίσωση ... 2. (στον δημοσιογραφικό λόγο) αποδείχτηκε ότι είναι, κρίθηκε: ~ αθώος/ένοχος/κατηγορούμενος/προφυλακιστέος. 3. απέκτησε· εμφανίστηκε, παρουσιάστηκε: ~ ξαφνικά με ηγετικό ρόλο στην κυβέρνηση.|| Δεν ~ κανένας να μας δώσει μια απάντηση. 4. συμπαραστάθηκε: Κανείς δεν του ~ (= στάθηκε) στα δύσκολα., βρίσκεται: έγκειται, εντοπίζεται: Το πρόβλημα ~ (= οφείλεται) στην έλλειψη χρημάτων.|| ~ στη διακριτική του ευχέρεια να ... (= είναι, εναπόκειται, εξαρτάται από). ● ΦΡ.: (μήπως) σου/σας βρίσκεται ...; (προφ.): έχεις μαζί σου;: Μήπως (κατά τύχη) ~ ~ κανένα χαρτομάντιλο (= κρατάς);, βρίσκομαι (με κάποιον) (οικ.): συναντιέμαι: Βρέθηκε με φίλους το σαββατοκύριακο. -Πού θα βρεθούμε;, σε δουλειά να βρισκόμαστε (προφ.): για κάτι που δεν είναι αναγκαίο να γίνει, αλλά αποτελεί περιττή απασχόληση. Πβ. δουλειά δεν είχαμε, δουλειά βρήκαμε., (βρίσκομαι/είμαι/φτάνω) στα πρόθυρα βλ. πρόθυρα, αλλού/εδώ πατώ κι αλλού βρίσκομαι βλ. αλλού, βαδίζω/βρίσκομαι/πατώ (πάνω) σε τεντωμένο σκοινί βλ. σχοινί, βγαίνει/βρίσκεται/εμφανίζεται/έρχεται στο προσκήνιο βλ. προσκήνιο, βγαίνω/κατεβαίνω/βρίσκομαι/είμαι στους δρόμους βλ. δρόμος, βρέθηκε στο(ν) δρόμο βλ. δρόμος, βρέθηκε/έμεινε στον άσο βλ. άσος, βρίσκεται/είναι/μπαίνει στο συρτάρι βλ. συρτάρι, βρίσκομαι προ εκπλήξεων/εκπλήξεως βλ. έκπληξη, βρίσκομαι στην ανάγκη βλ. ανάγκη, βρίσκομαι/είμαι στο στοιχείο μου βλ. στοιχείο, βρίσκομαι/πετώ στα σύννεφα/στα ουράνια βλ. σύννεφο, είμαι/βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να ... βλ. ευχάριστος, έρχομαι/είμαι/βρίσκομαι σε επαφή (με κάποιον/κάτι) βλ. επαφή, έρχομαι/πέφτω/βρίσκομαι μούρη με μούρη με κάποιον βλ. μούρη, όπου (κι αν) σταθώ κι όπου (κι αν) βρεθώ βλ. στέκομαι [< μεσν. βρίσκω]
9754βρίσκωβρί-σκω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {βρήκα (λαϊκό) ήβρα, βρω, βρει, προστ. βρες, βρίσκ-οντας} & (λόγ.) ευρίσκω 1. εντοπίζω τυχαία ή μετά από αναζήτηση κάποιον ή κάτι που έψαχνα, που παρέμενε κρυφό(ς) ή που αγνοούσα την ύπαρξή του: Βρήκα τα κλειδιά μου κάτω από το τραπέζι. Βλ. επανευρίσκω, ξανα~.|| Η αστυνομία βρήκε όπλα και ναρκωτικά/τους δράστες. ΣΥΝ. ανακαλύπτω.|| Βρες κάπου να καθίσεις.|| ~ πληροφορίες στην εγκυκλοπαίδεια/στο ίντερνετ.|| Βρείτε τη σωστή απάντηση/τις διαφορές/τα λάθη.|| (ύστερα από προσεκτική εξέταση:) Όλο μειονεκτήματα ~εις. Δεν μπορώ να του βρω κανένα ελάττωμα/προτέρημα. Ψάχνω να βρω τι έγινε.|| (στη βασιλόπιτα:) Ποιος βρήκε το φλουρί (= σε ποιον έτυχε);|| Σε βρήκα (πβ. σ’ έπιασα, σε τσάκωσα)! ΑΝΤ. χάνω (2) 2. εξασφαλίζω κάτι ύστερα από προσπάθεια ή κατάλληλους χειρισμούς: Βρήκε μια θέση ως υπάλληλος. Δεν μπορεί να βρει διέξοδο/δουλειά πουθενά. Πού θα βρούμε χρήματα, τώρα που τα έχουμε ανάγκη;|| Πώς να βρω το θάρρος/τη δύναμη/το κουράγιο να του πω ότι ... Βρήκε την ευκαιρία να ...|| (με αγανάκτηση:) Πότε θα βρω (και πάλι) την ησυχία μου (= θα ξαναβρώ, επανακτήσω);|| Βρες λίγο χρόνο κι έλα να με δεις (= εξοικονόμησε).|| Θα σου βρω εγώ μέρος να μείνεις. Βρήκαν τροφή και στέγη.|| Να κοιτάξεις να βρεις ένα καλό παιδί/μια καλή κοπέλα να παντρευτείς. Βρες (έναν) γιατρό επειγόντως! (ειρων.) Τώρα μάλιστα, βρήκες άνθρωπο να σε βοηθήσει! 3. σκέφτομαι, επινοώ: Πρέπει να βρούμε μια λύση. Μη ~οντας άλλο τρόπο να ... Βρες μια δικαιολογία και φύγε (= προφασίσου κάτι)! ΣΥΝ. σκαρφίζομαι.|| Βρήκαν το εμβόλιο/το φάρμακο κατά του ... (= ανακάλυψαν, εφηύραν).|| Δεν ~ τι άλλο να πω/τρόπο να σε ευχαριστήσω (= δεν έχω, δεν ξέρω). 4. γίνομαι αποδέκτης αρνητικού ή θετικού ερεθίσματος: Η πρότασή τους έχει βρει ανταπόκριση/(σθεναρή) αντίδραση/απήχηση (= έχει τύχει/χαίρει ανταπόκρισης).|| ~ει αγάπη και στοργή/στήριξη κοντά στους δικούς του/στην οικογένειά του (= απολαμβάνει).|| Βρήκε τραγικό θάνατο (= είχε). Τους βρήκαν δεινά/συμφορές (= τους έπληξαν, τους έτυχαν). 5. {συνήθ. στον αόρ.} έρχομαι αντιμέτωπος με κάποιον ή κάτι που είναι σε συγκεκριμένη κατάσταση: Τη βρήκα αναστατωμένη/να κλαίει/σύμφωνη/στο πλευρό μου. Βρήκαν το σπίτι άδειο.|| Μας ~εις πάνω που τρώγαμε/στο τραπέζι (= μας πετυχαίνεις).|| Έτσι τα βρήκαμε από τους γονείς μας (= τα κληρονομήσαμε, τα παραλάβαμε). 6. συναντώ: Θα με βρείτε στο γραφείο μου. Τη βρήκα κατά τύχη στον δρόμο (= την πέτυχα). Πού μπορώ να σε βρω; Έλα να με βρεις! 7. καταλήγω σε συγκεκριμένη κρίση· θεωρώ, μου φαίνεται: (Δεν) το ~ δίκαιο/λογικό/σκόπιμο/σωστό να (= κρίνω, νομίζω) ... ~ ότι … (= πιστεύω). (Το) βρήκε υπερβολικό το ποσό.|| (για πρόσ.) -Πώς τον ~εις; -Αδιάφορο/όμορφο! Μια χαρά σε ~, παρά την ίωση που πέρασες (= σε βλέπω).|| Βρήκαν τον κατηγορούμενο αθώο/ένοχο (= κρίθηκε από το δικαστήριο). 8. (προφ.) κάνω διάγνωση: Του βρήκαν (ότι έχει) ανεβασμένη χοληστερίνη.βρήκε (για κάτι που εκτοξεύεται, ρίχνεται ή πετιέται από μακριά): πέτυχε, ευστόχησε: Η σφαίρα ~ τον στόχο της/τον ~ πισώπλατα (= τον χτύπησε). Η μπάλα ~ (σ)το δοκάρι (= προσέκρουσε, χτύπησε). ● ΦΡ.: απ΄ τον Θεό να τό 'βρει! (συνήθ. ως κατάρα): ο Θεός να τον τιμωρήσει για το κακό ή να του ανταποδώσει το καλό που έκανε: Τέτοιο καλό που μου 'κανες ~ ~!, βρήκε το(ν) δάσκαλό/το(ν) μάστορά του (μτφ.-προφ.): βρέθηκε ο άνθρωπος που κατάφερε να τον τιθασεύσει ή να τον νικήσει: ~ ~ στο πρόσωπο του .../στον ... Πού θα πάει, θα βρεις ~ ~ σου!, βρίσκει (την) αφορμή/πάτημα: στηρίζεται σε κάτι που ειπώθηκε ή έγινε, για να πει ή να κάνει αυτό που επιδιώκει: Βρήκαν αφορμή (από κάποιες δηλώσεις του)/πάτημα (σε κάποιες δηλώσεις του), για να τον ενοχοποιήσουν., βρίσκει αντίσταση: συναντά εμπόδιο: (για αντικείμενο:) Η πόρτα δεν κλείνει, φαίνεται ότι κάπου ~ ~ (πβ. σκαλώνει)!|| Τα στρατεύματα βρήκαν (μεγάλη/σθεναρή) ~ στην προσπάθειά τους να ..., βρίσκει θέση (κάπου): γίνεται αποδεκτός: Η άθληση/δημιουργικότητα πρέπει να ~ ~ στο σχολείο., βρίσκει και τα κάνει: συμπεριφέρεται άσχημα, επειδή οι άλλοι είναι ανεκτικοί απέναντί του: Αφού του επιτρέπετε, ~ ~., βρίσκεις; (προφ.): (σε διάλογο, όταν έχει προηγηθεί διατύπωση προσωπικής άποψης του συνομιλητή) πράγματι πιστεύεις ότι ισχύει αυτό που είπες; -Ωραίο το μπλουζάκι σου. -~;, βρίσκω κάποιον απέναντί μου/μπροστά μου 1. πρέπει να τον αντιμετωπίσω ως αντίπαλο: Τους βρήκε μπροστά του και τους αποτελείωσε. 2. (μόνο στο βρίσκω μπροστά μου) τον συναντώ τυχαία., βρίσκω κάτι μπροστά μου (μτφ.): υφίσταμαι τις συνέπειες των πράξεών μου: Μην εκμεταλλεύεσαι τους άλλους, γιατί θα το βρεις ~ σου., καλώς μας βρήκες/βρήκατε! (χαιρετισμός): καλώς ήρθες/ήρθατε!, καλώς σε/σας βρήκα/βρήκαμε! (χαιρετισμός): ως απάντηση στο καλώς ήρθες/ήρθατε, καλώς όρισες/ορίσατε., ό,τι βρει: χωρίς να τον ενδιαφέρει: Τρώει/φοράει ~ ~ (μπροστά του)!, όπου βρω/βρεις: χωρίς να με/σε απασχολεί το μέρος: Πετάνε τα σκουπίδια όπου βρουν (= όπου λάχει/τύχει/τους καπνίσει).|| Δεν υπάρχουν και πολλές θέσεις. Κάτσε (τώρα) ~ ~!, πού πήγε και το(ν)/τη βρήκε; (προφ.): για να δηλωθεί έντονη αποδοκιμασία ή επιδοκιμασία σε περιπτώσεις επιλογής προσώπου ή πράγματος: Μα καλά, ~ τον ~! Αυτός είναι τελείως άσχετος!|| Φοβερή συσκευή! Πού ~ες και τη ~ες;, πού το βρήκες γραμμένο; (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάτι που λέγεται με βεβαιότητα δεν ισχύει: Τι λες καημένε μου; ~ ~;, τα βρίσκω δύσκολα/σκούρα/μπαστούνια/ζόρικα/παλούκια (μτφ.-προφ.): δυσκολεύομαι πάρα πολύ: Τα ~ ~ στα μαθηματικά. Νόμιζαν ότι θα τα καταφέρουν, αλλά τελικά τα βρήκαν ~. Τα ~ουν ζόρικα και προσπαθούν να λουφάρουν (πβ. έχω/περνάω ζόρι/ζόρια)., τα βρίσκω με κάποιον (προφ.) 1. επιλύω τις διαφορές μου, έρχομαι σε συνεννόηση, συμφωνώ μαζί του: Δεν τα βρήκανε στη μοιρασιά. Θα τα βρουν Διοίκηση και εργαζόμενοι.|| Τα βρήκαν μεταξύ τους και αποφάσισαν να ... 2. ταιριάζω με κάποιον: Είναι κι οι δυο χωρισμένοι κι έτσι τα βρήκανε., τη βρίσκω (προφ.): νιώθω έντονη ευχαρίστηση, μου αρέσει πολύ να κάνω κάτι: Τη ~ει να διαβάζει βιβλία/με το τρέξιμο. Πβ. απολαμβάνω, γουστάρω, ηδονίζομαι., τι του/της βρίσκει/βρήκε; (προφ.) (με αναφορά στον σύντροφο κάποιου, για να δηλωθεί ότι είναι άσχημος ή αντιπαθητικός): τι όμορφο ή καλό έχει που τον ελκύει: Απορώ ~ βρήκε και τον/την παντρεύτηκε!, το βρήκα! (προφ.): για να εκφράσει κάποιος τον ενθουσιασμό του για μια λαμπρή ιδέα που είχε ή μια ανακάλυψη που έκανε: ~ ~! Θα πάμε με το αυτοκίνητό μου! ΣΥΝ. εύρηκα, τον βρήκε ο χάρος/ο θάνατος (λογοτ.): πέθανε., (δεν) βρίσκω άκρη βλ. άκρη, (ξανα)βρίσκω τον εαυτό μου βλ. εαυτός, (ξανα)βρίσκω/θυμάμαι τον (παλιό) καλό εαυτό μου βλ. εαυτός, βρήκα τον διάολό μου βλ. διάβολος, βρήκε (α)γελάδα ν' αρμέγει βλ. αγελάδα, βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ βλ. Φίλιππος, βρήκε στρωμένο τραπέζι βλ. τραπέζι, βρήκε τον μήνα που τρέφει τους έντεκα βλ. μήνας, βρήκε/είδε ο γύφτος τη γενιά του (κι αναγάλλιασε η καρδιά του) βλ. γύφτος, γύφτισσα, βρήκες τη μέρα/μέρα που βρήκες να ...! βλ. μέρα, βρήκες την ώρα να ... βλ. ώρα, βρίσκει ευήκοον ους βλ. ους, βρίσκει εφαρμογή βλ. εφαρμογή, βρίσκει/βρήκε (όλες) τις πόρτες κλειστές/την πόρτα κλειστή βλ. πόρτα, βρίσκω (κάποιον) στα κιλά μου βλ. κιλό, βρίσκω (τον) μπελά (μου) βλ. μπελάς, βρίσκω κάτι στο(ν) δρόμο βλ. δρόμος, βρίσκω κοινό έδαφος (με κάποιον) βλ. κοινός, βρίσκω την υγειά μου βλ. υγεία, βρίσκω το δίκιο μου βλ. δίκιο, βρίσκω το(ν) δρόμο (μου) βλ. δρόμος, βρίσκω/πετυχαίνω κάποιον σε καλή/κακή μέρα ή είμαι σε καλή/κακή μέρα βλ. μέρα, δεν βρήκε τη(ν) μπάλα βλ. μπάλα, δεν έχω/δεν βρίσκω λόγια βλ. λόγια, έρχομαι στα ίσα μου βλ. ίσα1, κακό που με βρήκε/έπαθα! βλ. κακό, κακός μπελάς (που) με βρήκε! βλ. μπελάς, κάνω/βρίσκω την τύχη μου βλ. τύχη, κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι βλ. τέντζερης, μας πήρε/μας έπιασε/μας βρήκε η νύχτα/το βράδυ βλ. νύχτα, όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, θα τον βρεις από κάτω βλ. πέτρα, πού τον χάνεις, πού τον βρίσκεις βλ. πού, στον ουρανό το(ν) γύρευα/έψαχνα (και) στη γη το(ν) βρήκα βλ. γυρεύω, τα βρίσκω με τον εαυτό μου βλ. εαυτός, τα πιάσαμε/τα βρήκαμε τα λεφτά μας βλ. λεφτά, τώρα που βρήκαμε παπά, ας/να θάψουμε πεντέξι βλ. παπάς [< μεσν. βρίσκω]
9755βρογχικάβρογ-χι-κά ουσ. (ουδ.) & (προφ.) βροχικά (τα): ΙΑΤΡ. χρόνια πάθηση των βρόγχων. Πβ. βρογχίτιδα. Βλ. άσθμα.
9756βρογχικός, ή, ό βρογ-χι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με ή επηρεάζει έναν ή περισσότερους βρόγχους: ~ός: βήχας/καρκίνος. ~ή: καταρροή. ~ό: εμφύσημα. Βλ. ενδο~, τραχειο~. ● ΣΥΜΠΛ.: βρογχικό δέντρο: ΑΝΑΤ. διακλαδώσεις των βρόγχων μέσα στους πνεύμονες: φλεγμονή του ~ού ~ου., βρογχικό άσθμα βλ. άσθμα [< γαλλ. bronchique, αγγλ. bronchial]
9757βρογχιόλιαβρογ-χι-ό-λι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΑΝΑΤ. λεπτότατες περιφερικές διακλαδώσεις του βρογχικού δέντρου που μεταφέρουν αέρα στους πνεύμονες: αναπνευστικά/τελικά ~. [< γαλλ.-αγγλ. bronchioles]
9758βρογχιολίτιδαβρογ-χι-ο-λί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μορφή πνευμονοπάθειας της βρεφικής κυρ. ηλικίας: αποφρακτική/οξεία ~. Συμπτώματα ~ας (: ρινική καταρροή, βήχας, βράσιμο στο στήθος). Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. bronchiolite , αγγλ. bronchiolitis]
9759βρογχίτιδαβρογ-χί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή των βρόγχων: αλλεργική/οξεία/χρόνια ~. Πβ. βρογχικά. Βλ. άσθμα, τραχειο~, -ίτιδα. [< γαλλ. bronchite, αγγλ. bronchitis, γερμ. Bronchitis]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.