Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [10640-10660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9760βρογχοδιασταλτικός, ή, ό βρογ-χο-δι-α-σταλ-τι-κός επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. (για φάρμακο) που προκαλεί διαστολή των βρόγχων: ~ή: αγωγή/δράση.|| (ως ουσ.) ~ά για την αντιμετώπιση του βρογχικού άσθματος και της βρογχίτιδας. [< αγγλ. bronchodilator, 1903]
9761βρογχοκήληβρογ-χο-κή-λη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αύξηση του μεγέθους του θυρεοειδούς αδένα, η οποία προκαλεί διόγκωση στο πρόσθιο μέρος του τραχήλου: απλή/ενδημική/εξόφθαλμη/οζώδης/τοξική ~. Βλ. υπερ-, υπο-θυρεοειδισμός, -κήλη. [< μτγν. βρογχοκήλη]
9762βρογχοπνευμονίαβρογ-χο-πνευ-μο-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή των βρόγχων και των πνευμόνων. [< γαλλ. bronchopneumonie , αγγλ. bronchopneumonia]
9763βρόγχοςβρόγ-χος ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. καθένας από τους δύο σωλήνες, που αποτελούν βασικές διακλαδώσεις της τραχείας και μεταφέρουν αέρα στους πνεύμονες: απόφραξη/διαστολή/στένωση των ~ων. [< αρχ. βρόγχος, γαλλ. bronche, αγγλ. bronchus]
9764βρογχοσκόπησηβρογ-χο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εξέταση των βρόγχων με βρογχοσκόπιο: διαγνωστική ~. Βλ. -σκόπηση. [< γαλλ. bronchoscopie, 1904, αγγλ. bronchoscopy, 1903]
9765βρογχοσκόπιοβρογ-χο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. όργανο εξέτασης του εσωτερικού της τραχείας και των βρόγχων. Βλ. -σκόπιο. [< γαλλ.-αγγλ. bronchoscope]
9766βρογχόσπασμοςβρογ-χό-σπα-σμος ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. σύσπαση των βρόγχων που συνδέεται με το άσθμα και τη βρογχίτιδα: Τα βρογχοδιασταλτικά φάρμακα μειώνουν τον ~ο. [< αγγλ. bronchospasm, 1901, γαλλ. bronchospasme]
9767βρομ-βλ. βρομο-
9768βρόμαβρό-μα ουσ. (θηλ.) & βρώμα (προφ.) 1. πολύ άσχημη, δυσάρεστη μυρωδιά: η ~ των σκουπιδιών/υπονόμων. Πβ. δυσ-οσμία, -ωδία, μπόχα. 2. βρομιά: Το σπίτι είναι μες στη ~ (ΑΝΤ. καθαριότητα). Τα ρούχα έβγαλαν πολλή ~.|| (μτφ.) Η ~ των σκανδάλων. Πβ. ακαθαρσία. 3. (υβριστ.) γυναίκα ανήθικη, πρόστυχη: Είναι μεγάλη ~! Πβ. λέρα, παλιοθήλυκο, σκρόφα. ● ΣΥΜΠΛ.: αμπούλες βρόμας βλ. αμπούλα ● ΦΡ.: βρόμα και δυσωδία 1. (κυριολ.-εμφατ.): Εδώ μέσα επικρατεί ~ ~! 2. (μτφ.) ηθική διάβρωση, διαφθορά: Σήψη, ~ ~! Πβ. αποφορά, σαπίλα., έβγαλε/βγήκε βρόμα ότι ...: κάποιος διέδωσε ή διαδόθηκε ανυπόστατη συκοφαντία: Του έβγαλαν ~ ότι ...|| Βγήκε ~ ότι εμπλέκεται σε σκάνδαλο. [< μεσν. βρόμα]
9769βρομάωβλ. βρομώ
9771βρόμηβρό-μη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες δημητριακό (επιστ. ονομασ. Avena sativa)· κυρ. οι καρποί του, οι οποίοι χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφή και τροφή του ανθρώπου: ενσίρωση/σανός ~ης.|| Αλεύρι/εκχύλισμα/νιφάδες (: κουάκερ) ~ης. Μπισκότα ~ης. Βλ. κριθάρι, μούσλι, σίκαλη. [< μεσν. βρόμη]
9772βρομιάβρο-μιά ουσ. (θηλ.) & βρωμιά (προφ.) 1. έλλειψη καθαριότητας και κατ' επέκτ. καθετί βρόμικο: ~ και δυσοσμία. Ζουν μέσα στη ~.|| Δύσκολη ~. Εστίες/συσσώρευση ~ιάς. Λάσπες/λίπη/σκόνες/σκουπίδια και ~ιές. ΣΥΝ. ακαθαρσία (1), βρόμα (2) 2. (μτφ.) {συνήθ. στον πληθ.} ανήθικη, αισχρή πράξη ή κατάσταση: ~ιές και αθλιότητες/σκάνδαλα. Έχει κάνει πολλές ~ιές. Πβ. απατεωνιά, βρομοδουλειά.|| Υπάρχει πολλή ~ και σαπίλα. Πβ. διαφθορά, σήψη.
9773βρομιάρης, α, ικο βρο-μιά-ρης επίθ. & βρωμιάρης (κυρ. για πρόσ., προφ.) 1. βρόμικος, ακάθαρτος: ~ και σιχαμένος. ΑΝΤ. καθαρός (1) 2. (μτφ.-υβριστ.) ανήθικος, πρόστυχος. Βλ. -ιάρης. ΣΥΝ. αχρείος, βρομερός (1), παλιάνθρωπος [< μεσν. βρομιάρης]
9774βρομίζωβρο-μί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {βρόμι-σε, -στηκε, -σμένος, βρομίζ-οντας} & βρωμίζω (προφ.) 1. λερώνω ή λερώνομαι: ~σε τα ρούχα του. Σκουπίδια που ~ουν (= ρυπαίνουν) το περιβάλλον.|| ~σαν τα χέρια μου. ΑΝΤ. καθαρίζω (1), ξεβρομίζω (1) 2. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} (μτφ.) αμαυρώνω, κηλιδώνω, σπιλώνω. Πβ. μαγαρίζω, στιγματίζω. [< μεσν. βρομίζω]
9775βρόμικος, η, ο βρό-μι-κος επίθ. & βρώμικος 1. που χαρακτηρίζεται από βρομιά, έλλειψη καθαριότητας και συνήθ. άσχημη μυρωδιά: ~ος: αέρας. ~η: θάλασσα/τουαλέτα. ~ο: δωμάτιο (πβ. αχούρι). ~α: νύχια/πόδια (βλ. βρομοπόδαρα)/ρούχα (= λερωμένα)/χέρια. ΣΥΝ. ακάθαρτος (1), ρυπαρός (1) ΑΝΤ. καθαρός (1) 2. (μτφ.-προφ.) ύποπτος, ανήθικος, πρόστυχος: ~ος: πόλεμος/πολιτικός/χαρακτηρισμός. ~ο: παιχνίδι/παρελθόν. ~ες: ιστορίες/κουβέντες (= βρομοκουβέντες)/λέξεις (= χυδαίες, πβ. βρισιά)/σκέψεις/υποθέσεις (= παράνομες). ~α: μέσα (= ανέντιμα). Πβ. αισχρός, αχρείος.|| (ειδικότ.) ~ος: παίκτης (= αντιαθλητικός). 3. (για τροφές) αλλοιωμένος, σάπιος. Πβ. χαλασμένος. ● Ουσ.: βρόμικο (το) (αργκό): χοτ ντογκ, σάντουιτς ή σουβλάκι από υπαίθρια καντίνα. ● επίρρ.: βρόμικα ● ΣΥΜΠΛ.: βρόμικη δουλειά (μτφ.) ΣΥΝ. βρομοδουλειά 1. για κάθε δύσκολη, απαιτητική ή επίπονη εργασία, που θεωρείται υποδεέστερη: Ανέλαβε/έβγαλε όλη τη ~ ~. Πβ. λάντζα, χαμαλοδουλειά. Βλ. αγγαρεία. 2. {συνήθ. στον πληθ.} ύποπτη, παράνομη δραστηριότητα. [< αγγλ. dirty work] , βρόμικες χιονόμπαλες βλ. χιονόμπαλα, βρόμικη βόμβα βλ. βόμβα, βρόμικο/μαύρο χρήμα βλ. χρήμα
9776βρόμιοβρό-μι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. καυστικό πτητικό υγρό (σύμβ. Br, Ζ 35), σκούρου κόκκινου χρώματος, που ανήκει στα αμέταλλα στοιχεία της ομάδας των αλογόνων. [< γαλλ. brome < αρχ. βρῶμος 'βρόμα']
9777βρομο- & βρομό- & βρομ-& βρωμο- & βρωμό- & βρωμ-: α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία 1. βρόμικος: βρομό-νερα. 2. (μτφ.) ανέντιμος, αισχρός, χυδαίος: βρομο-δουλειά. Βρομό-λογα/~στομα. 3. (επιτατ.-αρνητ. συνυποδ.) πάρα πολύ: βρομό-ξυλο.|| (υβριστ.) ~παιδο.
9778βρομόγλωσσαβρο-μό-γλωσ-σα ουσ. (θηλ.) & βρωμόγλωσσα (υβριστ.): βρομόστομα.
9779βρομοδουλειάβρο-μο-δου-λειά ουσ. (θηλ.) & βρωμοδουλειά (προφ.) ΣΥΝ. βρόμικη δουλειά, παλιοδουλειά 1. απατεωνιά, παρανομία: Είναι μπλεγμένος σε ~ές. Μου μυρίζει ~. Πβ. ατιμία, απάτη, βρομιά, λαδιά. 2. δυσάρεστη, δύσκολη και κοπιαστική εργασία: Βάζει τους άλλους να κάνουν τη ~. ΣΥΝ. σκατοδουλειά
9780βρομοθήλυκοβρο-μο-θή-λυ-κο ουσ. (ουδ.) & βρωμοθήλυκο (υβριστ.): παλιοθήλυκο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.