Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [10660-10680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9781βρομόκαιροςβρο-μό-και-ρος ουσ. (αρσ.) & βρωμόκαιρος (προφ.): παλιόκαιρος.
9782βρομοκοπώ[βρομοκοπῶ] βρο-μο-κο-πώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {βρομοκοπάς, -ά (συχνότ.) -άει | κυρ. στον ενεστ. κ. παρατ.} & βρομοκοπάω & βρωμοκοπώ (προφ.-εμφατ.): αναδίδω έντονη και άσχημη μυρωδιά: ~άνε κρασί/σκόρδο/τσιγάρο. Το δωμάτιο ~άει ποδαρίλα. ~ούσε από την απλυσιά. Βλ. -κοπώ. ΣΥΝ. βρομώ, ζέχνω ΑΝΤ. ευωδιάζω
9783βρομοκουβέντεςβρο-μο-κου-βέ-ντες ουσ. (θηλ.) (οι) & βρωμοκουβέντες (προφ.): πρόστυχες, χυδαίες λέξεις ή φράσεις, βρισιές. ΣΥΝ. αισχρόλογα, βρομόλογα, παλιοκουβέντες
9784βρομόλογαβρο-μό-λο-γα ουσ. (ουδ.) (τα) & βρωμόλογα (προφ.): βρομοκουβέντες. Πβ. προστυχόλογα.
9785βρομόνεραβρο-μό-νε-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) & βρωμόνερα (προφ.): ακάθαρτα, βρόμικα νερά: ~ του δρόμου. Λάσπες και ~. Βλ. βαλτόνερα.
9786βρομόξυλοβρο-μό-ξυ-λο ουσ. (ουδ.) & βρωμόξυλο (προφ.-επιτατ.): δυνατό, άγριο ξυλοκόπημα: Έφαγε/του έριξε ένα ~! Πβ. ξυλοδαρμός.
9787βρομόπαιδοβρο-μό-παι-δο ουσ. (ουδ.) & βρωμόπαιδο (μειωτ.-υβριστ.): παλιόπαιδο. Πβ. κωλό-, σκατό-παιδο.
9788βρομοπόδαραβρο-μο-πό-δα-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. βρομοπόδαρο} & βρωμοπόδαρα (προφ.): πόδια που μυρίζουν άσχημα. || (συνήθ. υβριστ., όταν κάποιος ενοχλεί με τα πόδια του) Τι άπλωσες τα ~ά σου πάνω στο τραπέζι! Βλ. βρομόχερα.
9789βρομόσκυλοβρο-μό-σκυ-λο ουσ. (ουδ.) & βρωμόσκυλο (υβριστ.) ΣΥΝ. κοπρόσκυλο, παλιόσκυλο 1. (μτφ.-υβριστ.) ανήθικο, ανέντιμο άτομο: Της έφαγε όλη την περιουσία, το ~ (= ο παλιάνθρωπος)! 2. σκυλί ενοχλητικό ή βρόμικο. [< μεσν. βρομόσκυλος]
9790βρομόστομαβρο-μό-στο-μα ουσ. (ουδ.) & βρωμόστομα (υβριστ.) ΣΥΝ. βρομόγλωσσα 1. αισχρός, προσβλητικός τρόπος έκφρασης: Είχε ένα ~, άστα να πάνε. 2. άτομο που χρησιμοποιεί χυδαίες εκφράσεις: Μείνε μακριά απ' αυτό το ~!|| Μη με ξαναπιάσεις στο ~ά σου (πβ. κακολογώ, συκοφαντώ)!
9791βρομόστομος, η, ο βρο-μό-στο-μος επίθ. & βρωμόστομος: αθυρόστομος. Πβ. βωμολόχος, χυδαιολόγος. ΣΥΝ. ελευθερόστομος (1) [< μεσν. βρομόστομος ‘που βρομά το στόμα του’]
9792βρομούσαβρο-μού-σα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. είδος εντόμου (οικογ. Pentatomidae) που εκκρίνει δύσοσμο υγρό για λόγους προστασίας. 2. ΒΟΤ. ονομασία φυτών με δυσάρεστη μυρωδιά. ΣΥΝ. αμβροσία (3) [< μεσν. βρομούσα (για γυναίκα)]
9793βρομόχεραβρο-μό-χε-ρα ουσ. (ουδ.) {σπανιότ. στον εν. βρομόχερο} & βρωμόχερα (προφ.): βρόμικα χέρια. || (συνήθ. υβριστ., σε περιπτώσεις έντονης ενόχλησης, δυσαρέσκειας) Πάρε τα ~ά σου από πάνω μου! Κάτω τα ~ά σας. Βλ. βρομοπόδαρα.
9794βρομύλοςβρο-μύ-λος ουσ. (αρσ.) & βρωμύλος (λόγ.-ειρων.): βρομερός, βρομιάρης. Βλ. σιχαμένος.
9795βρομώ[βρομῶ] βρο-μώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {βρομάς ... | βρόμ-ησε, συνήθ. στο γ΄πρόσ.} & βρομάω & βρωμώ: αναδίδω δυσάρεστη οσμή, μυρίζω άσχημα: ~άς ποδαρίλα/τσιγαρίλα/από την κορυφή ως τα νύχια. ~ά η ανάσα/το στόμα του. Τα παπούτσια/ρούχα του ~άνε.|| Ο αέρας ~ά καυσαέριο. ~άει αμμωνία/θειάφι/χλωρίνη. Κάτι ~άει εδώ μέσα! Τα σκουπίδια ~άνε απαίσια. ~ησε το σπίτι καμένο φαγητό/τσίκνα.|| Το κρέας/ψάρι ~ησε. ΣΥΝ. βρομοκοπώ ΑΝΤ. ευωδιάζω, μοσχομυρίζω ● βρομά & βρομάει (μτφ.): υπάρχουν ενδείξεις απάτης, σήψης: Η δουλειά/το θέμα/η υπόθεση ~ (άσχημα). Το πράγμα ~ από μακριά. Κάτι μου ~ σε αυτή την ιστορία. Πβ. ζέχνει, μυρίζει, όζει. ● ΦΡ.: βρόμησε ο τόπος 1. η άσχημη μυρωδιά απλώθηκε παντού: ~ ~ σκορδίλα! ~ ~ από την μπόχα! 2. (μτφ.-ειρων., για να δηλωθεί κορεσμός) γέμισε: ~ ~ (από) αγγελίες/αυτόκλητους σωτήρες., μέχρι/ώσπου να κουνήσει/να σηκώσει το ένα πόδι, βρομάει/έχει βρομήσει το άλλο (προφ.): για κάποιον που κινείται ή ενεργεί με αργούς ρυθμούς, είναι νωθρός., ο ένας/η μία/το ένα του βρομάει (και) ο άλλος/η άλλη/το άλλο του μυρίζει/του ξινίζει & όλα του βρομάνε (προφ.): για άτομο ιδιότροπο, που δεν ικανοποιείται με τίποτα: Το ένα σου ~, τ' άλλο σου ~! Δεν της αρέσει κανένας· ο ένας της ~, ο άλλος της ~!, το ψάρι βρομά(ει) απ' το κεφάλι (παροιμ.): το αίτιο του κακού, η διαφθορά ξεκινάει από τους υψηλά ιστάμενους. [< γαλλ. c' est par la tête que le poisson pourrit] , βρομάει και ζέχνει βλ. ζέχνω, βρομούν τα χνότα του από την πείνα βλ. πείνα, κάτι βρομά(ει)/μυρίζει μπαρούτι βλ. μπαρούτι, πέρσι κάηκε, φέτος μύρισε/πέρσι ψόφησε, φέτος βρόμησε βλ. πέρυσι [< αρχ. βρομῶ, μτγν. βρωμώ ‘έχω κακοσμία’]
9796βροντά[βροντᾷ] βρο-ντά ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {βρόντ-ηξε κ. -ησε, -ώντας} & βροντάει 1. (απρόσ.) ρίχνει βροντές: Βρέχει και ~. ΣΥΝ. μπουμπουνίζει (1) 2. (αμτβ.) παράγει κρότο: ~ούσαν τα βεγγαλικά/τα τουφέκια.|| (μτφ.-λογοτ.) ~ η καρδιά του (= βροντοχτυπά).βροντώ & βροντάω: (μτβ.) χτυπώ κάτι με δύναμη, με αποτέλεσμα να δημιουργείται δυνατός θόρυβος: ~ηξε τη γροθιά του στο τραπέζι/το τηλέφωνο (: το έκλεισε με θυμό). Έφυγε, ~ώντας πίσω του την πόρτα. ΣΥΝ. βαρώ (1), κοπανώ (1) ● ΦΡ.: στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα (παροιμ.): για κάποιον που επιδεικνύει χαρακτηριστική αδιαφορία σε ό,τι του λένε, κυρ. σε συμβουλές ή υποδείξεις και δεν μεταπείθεται σε καμία περίπτωση: Εσύ καλά τα λες, αλλά ~ ~!, τα βρόντηξε (μτφ.-προφ.): εγκατέλειψε ό,τι είχε αναλάβει, τα παράτησε δυσαρεστημένος ή απογοητευμένος: (Τους) ~ ~ (κάτω) κι έφυγε. Πβ. τα μουτζώνω., αν δεν αστράψει, δεν βροντά (κι αν δεν βροντά, δεν βρέχει) βλ. αστράφτει, αστράφτει και βροντά βλ. αστράφτει [< αρχ. βροντῶ]
9797βροντερός, ή, ό βρο-ντε-ρός επίθ. ΣΥΝ. ηχηρός 1. (για ήχο) δυνατός, έντονος: ~ή: κραυγή/φωνή (πβ. στεντόρεια). ~ό: χειροκρότημα. Βλ. -ερός. 2. (μτφ.) που προκαλεί αίσθηση, εντύπωση: ~ή: απάντηση (= βροντόφωνη)/παρουσία. ~ό: όχι. Ο κόσμος έδωσε ~ό παρών στη διαδήλωση. Πβ. τρανταχτός. ● επίρρ.: βροντερά
9798βροντήβρο-ντή ουσ. (θηλ.) 1. ΜΕΤΕΩΡ. δυνατός και παρατεταμένος κρότος, που ακούγεται μετά την αστραπή: απόμακρη/εκκωφαντική ~. ΣΥΝ. μπουμπουνητό 2. (κατ' επέκτ.) κάθε παρόμοιος ήχος: οι ~ές των κανονιών/όπλων. ΣΥΝ. βρόντος [< αρχ. βροντή]
9799βροντο- & βροντό-α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται σε 1. (επιτατ.) ισχυρό, έντονο ήχο: βροντο-φωνάζω/~χτυπώ. 2. (επιστ.) ζώα της παλαιοντολογικής περιόδου: βροντό-σαυρος.
9800βροντόλυραβρο-ντό-λυ-ρα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. τύπος κρητικής λύρας με βαθύ, πλατύ σκάφος και μπάσο ήχο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.